Γ — Παροιμίες και εκφράσεις
166 συνολικά
121
›
122
›
123
›
124
›
125
›
126
›
127
›
128
›
129
›
130
›
131
›
132
›
133
›
134
›
135
›
136
›
137
›
138
›
139
›
140
›
141
›
142
›
143
›
144
›
145
›
146
›
147
›
148
›
149
›
150
›
151
›
152
›
153
›
154
›
155
›
156
›
157
›
158
›
159
›
160
›
161
›
162
›
163
›
164
›
165
›
166
›
Γκιώνης δέρνει, Γκιώνης σκούζει, Γκιώνης τρέχει κι αγκαλνάει.
Γλαυξ εις Αθήνας.
Γλυκειά οπώρα φύλακος εκλελοιπότος.
Γλυκό είναι το γάλα έλεγε ο πάππος μου που το έλεγε μια θεια του.
Γλυκός ο ύπνος το πρωί, γδυτός ο κώλος τη Λαμπρή
Γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι.
Γλώσσα που πορεύη; Πόλιν ανορθώσασα, και πόλιν αναστρέψουσα.
Γνώθι σαυτόν.
Γνωρίζει τον άμπακο.
Γνωρίζω τι καπνό φουμάρει.
Γομάρι που δεν δύνασαι μη θέλεις να σηκώσεις.
Γονείς αγκάθια πάτησαν και τα παιδιά μουδιάζουν.
Γοργά γοργά ας τον θάψουμε, μη σηκωθεί η ψ_λή του.
Γόρδιος δεσμός
Γουρούνι στο σακί, φτύστε να μην αβασκαθεί.
Γρα γυναίκα να μην παίρνεις και στον γυροπόταμο μη σπέρνεις.
Γραμμένος στον μαυροπίνακα.
Γραυς ανακροτήσασα πολύν κονιορτόν εγείρει.
Γραυς βακχεύει.
Γράψε Γιάννη γράμματα και βάλε το όνομα μου.
Γρήγορα γερνάει η χάρη.
Γρήγορος στο χουλιάρι, αργός στη δουλειά.
Γριά το μεσοχείμωνο αγγούρια πεθυμάει.
Γριάς μαντεύματα και γέρου παραμύθια.
Γυμνός ως εκ μήτρας.
Γυναίκα θυμωμένη, θάλασσα φουρτουνιασμένη.
Γυναίκα με μυαλό και το σπίτι θησαυρός.
Γυναίκα με το λύχνο κι άλογο την άνοιξη μην διαλέξεις.
Γυναίκα όπου περπατεί και τα πισινά κουνεί, θώριε τη χωρίς τιμή.
Γυναίκα πολύ εύκολη, φαγητό χωρίς αλάτι.
Γυναίκα που κοιτάζει συχνά τον καθρέπτη έπαψε να κοιτάζει το σπίτι της.
Γυναίκα πριν να παντρευτεί, ποτέ σου μην την κρίνεις.
Γυναίκα του στραβού, για ποιον στολίζεσαι;
Γυναικούλες μαλώνουν, αλήθειες λέγουν
Γυνή δε χρηστή πηδάλιον έστ οικίας.
Γυνή δικαία του βίου σωτηρία.
Γυνή εστί δαπανηρόν φύσει
Γυνή τε πάντων αγριότατων κακό.
Γυνή χήρα και Αβοήθητος.
Γύρα τριγύρα ο ποντικός σαν φέρνει το κελάρι, είτε από κάτι θα πιαστεί είτε κι απο τσακάρι.
Γύρευε αγά μου τη δουλειά σου, κι ο Γιάννης δεν είναι για χαράτσι
Γυρεύει ψόφιο γαιδούρι να βγάλει πέταλα.
Γυρεύιε αυτό που δε θε να βρει.
Γυρίσανε τα πόδια και βαρούνε το κεφάλι.
Γύρω γύρω του Χριστού, η κορφή τού Χειμωνιού.
Γυψ κόρακα εγγυάται.