Τ — Παροιμίες και εκφράσεις
471 συνολικά
301
›
302
›
303
›
304
›
305
›
306
›
307
›
308
›
309
›
310
›
311
›
312
›
313
›
314
›
315
›
316
›
317
›
318
›
319
›
320
›
321
›
322
›
323
›
324
›
325
›
326
›
327
›
328
›
329
›
330
›
331
›
332
›
333
›
334
›
335
›
336
›
337
›
338
›
339
›
340
›
341
›
342
›
343
›
344
›
345
›
346
›
347
›
348
›
349
›
350
›
351
›
352
›
353
›
354
›
355
›
356
›
357
›
358
›
359
›
360
›
Το πρώτο λάθος μάθημα και δάσκαλος για τ' άλλα.
Το ράσο του και το πράσσο του.
Το σάπιο μήλο σαπίζει και τα καλά.
Το σήμερα είναι του Θεού, το αύριο του πονηρού.
Το σιγανό ποτάμι να φοβάσαι.
Το σίδερο είναι σίδερο και ο άνθρωπος κρατά σαν το σίδερο.
Το σκαμβόν ξύλον ουδέποτε ορθούν.
Το σκατό όσο στέκει στο σκαμνί, και βλάφτει και βρωμεί.
Το σκυλί με το στανιό, δεν φυλάει μαντρί.
Το σκυλί όταν τσακίζεται, με τη γλώσσα γιατρεύεται.
Το σπίτι θα χει κι αναγκαίο.
Το στάρι έχει και ήρα(παράσιτο)
Το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει.
Το ταμείον είναι μειον
Το φαί κάνει το γέρο νιο κι η πείνα γεροντιάζει.
Το φτηνό είναι ακριβό.
Το φτηνό το κρέας το τρώνε οι σκύλοι.
Το χόρτο που αναγελάς, στην πόρτα σου φυτρώνει.
Το χόρτο που αναγελάς, στην πόρτα σου φυτρώνει.
Το χρεός δεν κοιμάται
Το χτένι θρέφει τα μαλλιά κι η αλουσιά τις ψείρες.
Το ψωριάρικο σκυλί το σύντροφο του θε να βρει.
Τοις γαρ θανούσι μόχθος ου προσγίγνεται.
Τοίς ελευθέροις μεγίστη ανάγκη η υπέρ τών πραγμάτων αισχύνη. -Δημοσθένης
Τοίς ελευθέροις μεγίστη ανάγκη η υπέρ τών πραγμάτων αισχύνη.
Τοίς νόμοις γάρ τών πολιτών εμμενόντων,οί πόλεις ισχυρόταταί τε και ευδαιμονέσταται γίγνονται.
Τοίς τολμώσιν ή τύχη ξύμφορος.
Τοις τολμώσιν η τύχη ξύμφορος.
Τον αγά και γάιδαρο να τον ιδείς, να μην τον καβαλήσεις.
Τον άγιο που δεν σε βοηθά να μην τον προσκυνάς.
Τον αδερφό σού αγάπαε και όχι το μερτικό του.
Τον ακάλεστο στον γάμο κάτω κάτω τον καθίζουν.
Τον ακαμάτη η προκοπή τονπιάνει άμα νυχτώσει.
Τον ακολουθεί σαν πιστό σκυλί.
Τον άκουσε όλο το χωριό, και δεν έμεινε καλύβι.
Τον Αλωνάρη δούλευε καλό χειμώνα να έχεις.
Τον άμυαλο τον τρώνε οι ξένες έγνοιες.
Τον άνδρα η γυναίκα του τον κάνει και βεζίρη και ρεζίλι.
Τον αποσπερνό θυμό κρύψε τον για το πουρνό.
Τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς.
Τον γκαβό στο στραβοχώρι πρωτομάστορα τον έχουν.
Τον διάβολο απάντησες και τον σταυρό σου κάμε
Τον έβαλε μέσα στο βρακί της.
Τον έκανε να δει ξύλινους αγγέλους.
Τον έκανε του αλατιού.
Τον έκανε του αλατιού.
Τον έχει βάλει στο βρακί της
Τον ζωντανό αγάπαγε και τα μνημόσυνα άστα
Τον καβαλάρη που κρέμονται τα πόδια του μην τον λυπάσαι.
Τον καπνόν φεύγων, εις το πυρ ενέπεσον.
Τον κόλλησε στον τοίχο
Τον κουκούλωσαν
Τον λυπούνται κι οι πέτρες,
Τον Μάρτη βάλε εργάτη κι ας είναι κι ακαμάτης.
Τον Μάρτη ξύλα φύλαε, μην κάψεις τα παλούκια.
Τον ξεδιάντροπο φτύνανε κι έλεγε ψιχαλίζει.
Τον ξύοντα δ' αντιξύνειν.
Τον πέρασε γενεές δεκατέσσερις.
Τον πήρανε στο μεζέ.
Τον σέρνει απ’ τη μύτη.