Αρχική Ποιητές Ποίημα
Ο Ατέλειωτος Πόλεμος
Πέρσι πολεμούσαν στην επάνω κοιλάδα του Σον-Καν·
φέτος στις ψηλές κορυφές των Βουνών του Κρεμμυδιού.
Ακόμη πολεμούν... πολεμούν αδιάκοπα...

Πλένουν τα σπαθιά και τις πανοπλίες τους
στα παγωμένα κύματα της Θάλασσας Τιάο-Τσι·
τα άλογά τους, λυμένα στις πλαγιές των Τιεν,
αναζητούν το λιγοστό χορτάρι μέσα στο λευκό χιόνι.

Πολύ, πολύ καιρό πολεμούν,
δέκα χιλιάδες λι μακριά από την πατρίδα τους·
οι πανοπλίες τους έχουν φθαρεί,
οι στρατιώτες έχουν γεράσει...

Ω, πολεμοχαρείς Τάρταροι!
Για αυτούς η ανθρωποσφαγή είναι το όργωμα της γης·
όργωμα από τα πανάρχαια χρόνια
στα χωράφια των λευκών οστών και της κίτρινης άμμου!

Μάταια ο αυτοκράτορας Τσιν
έχτισε το Μεγάλο Τείχος,
ελπίζοντας να κρατήσει μακριά τις φλογερές ορδές.

Εκεί όπου στέκει το τείχος,
από την εποχή των Χαν έως σήμερα,
οι φωτιές των φρυκτωριών εξακολουθούν να καίνε.

Οι φρυκτωρίες εξακολουθούν να καίνε·
ο πόλεμος δεν θα τελειώσει ποτέ!...

Οι στρατιώτες μάχονται και πεθαίνουν
σφιχταγκαλιασμένοι με τον θάνατο στο πεδίο της μάχης,
ενώ τα πληγωμένα άλογά τους χλιμιντρίζουν θρηνητικά,
σηκώνοντας τα κεφάλια τους προς τον έρημο ουρανό.

Γκρίζα κοράκια και πεινασμένοι γύπες ξεσχίζουν
και μεταφέρουν τα μακριά σπλάχνα των νεκρών,
κρεμώντας τα στα κλαδιά άψυχων δέντρων...

Ω, στρατιώτες που πολεμάτε ατέλειωτα —
το αίμα σας γυαλίζει τα αγριόχορτα της ερήμου!

Μα οι στρατηγοί που σας οδηγούν στον πόλεμο —
δεν κατόρθωσαν τίποτε!
← Επιστροφή στην αρχική