Ε — Παροιμίες και εκφράσεις
417 συνολικά
301
›
302
›
303
›
304
›
305
›
306
›
307
›
308
›
309
›
310
›
311
›
312
›
313
›
314
›
315
›
316
›
317
›
318
›
319
›
320
›
321
›
322
›
323
›
324
›
325
›
326
›
327
›
328
›
329
›
330
›
331
›
332
›
333
›
334
›
335
›
336
›
337
›
338
›
339
›
340
›
341
›
342
›
343
›
344
›
345
›
346
›
347
›
348
›
349
›
350
›
351
›
352
›
353
›
354
›
355
›
356
›
357
›
358
›
359
›
360
›
Επετάχθει η γριά απ’ το φράχτη με τη ρόκα το αδράχτι.
Επήγες για μαμή και κάθισες λεχώνα.
Επήρε πολύ ψηλά τον αμάνε
Επί ξηρού ακμής
Επί ξύλου κρεμάμενος
Επί παντος επιστητού.
Επί τη ευκαιρία.
Επί του παρόντος.
Επι του πιερστηρίου.
Επί του πρακτέου.
Επί του προκειμένου.
Επί των επάλξεων.
Έπιασε η γάτα τον ποντικό.
Επιμενίδειος ύπνος
Επίσκοπος δερνάμενος, έγραφε κι απόγραφε.
Επό τα βελτίω.
Έργον δ' ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ' όνειδος.
Εργω ουκέτι μύθω.
Έρημα μαντριά γεμάτα λύκους.
Έριξε τα αυτιά του στον ώμο
έρως ανίκατε μάχαν. / έρωτι δε μάχεσθαι χαλεπόν.
Έρως εν τοις αμηχάνοις ευπορώτατος.
Έρωτα παύει λιμός ή χαλκού σπάνις.
Έρωτας χωρίς λεφτά, φουρτούνα στον ωκεανό.
Ες αύριον τα σπουδαία.
Έσβησε ο λύχνος του
Έσμιξε ο ανάλατος με την αναλατίνα, κι εκάμανε δύο παιδιά, ανάλατα κι εκείνα.
Έσπασε η γκίνια
Έσπασε ο διάολος το ποδάρι του
Εστίαν τίμα.
Εσύ τον φτεις στο πρόσωπο κι αυτός σου λέει "βρέχει".
Έσυρε φωνή ο κλέφτης για να φύγει ο νοικοκύρης.
Ετίναξε τα πέταλα.
Ετίναξε τα ρούχα του.
Ετούρκεψε ο Σουλτάνος;
Ετούτη πάει τα ρούχα μας κι η άλλη τα άρματά μας.
Ετούτο το ανεβόλεμα θα φέρει και το χύμα
Έτρεχε να μην βραχεί κι έπεσε στο ποτάμι.
Ετρύπησε το σακί, και δεν κρατάει πιά.
Έτσι 'ναι που 'χει και φορεί, και φαίνεται η κοιλιά του , βάζει τ' αυγό στον κόρφο του και πέφτει στην ποδιά του.
Έτσι παρέρχεται η δόξα του κόσμου
Έτσι που έγινε ο κόσμος, ούτε τη σκιά σου να μην θαρρεύεσαι.
Έτσι το έχει το λινάρι, να ανθεί τον αλωνάρη.
Έτσι το έχει το λινάρι, να ανθεί τον αλωνάρη.
Ευγενής από το σακούλι.
Εύκαιρη κοιλιά τραγούδιε, κι άντερα καλοναρχούσαν.
Εύκαιρο μαντρί γεμάτο λύκους.
Εύκολα οι κακοί ταιριάζουν.
Εύκολος η εις άδου οδός· καταμύοντας γουν απιέναι.
Ευμεταβολώτερος του κοθόρνου
Εύρηκα ο ούκ εζήτουν.
Ευτυχούντες ούκ επίστανται φέρειν (τήν ευτυχίαν.
Ευτυχών μέν μέτριος ίσθι, δυστυχών δέ φρόνιμος.
Ευχή γονιού σου έχε και στο βουνό ανέβα.
Έφαγαν οι ποντικοί το σίδερο.
Έφαγε κουφολαχανίδα και δεν ακούει.
Έφαγε λωτό.
Έφαγε παρά μία τεσσαράκοντα.
Έφαγε τον αγλέουρα
Έφαγε τον περίδομο