5 αποσπάσματα για τον φόβο

Διάβασε επιλεγμένα αποσπάσματα βιβλίων για τον φόβο. Λογοτεχνικά και στοχαστικά κείμενα που εξερευνούν διαφορετικές πλευρές του ανθρώπινου συναισθήματος.

Απόσπασμα
(πρώτη σελίδα)
Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα. Ήτανε ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στη σκληρή ράχη του που 'μοιζε με πανοπλία κι όταν σήκωνε λιγάκι το κεφάλι του μπορούσε να δει την τουρλωτή καφετιά κοιλιά του που 'τανε χωρισμένη σε σκληρές καμπυλωτές δίπλες και που μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματά του για να ξεγλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα ποδάρια του, που ήταν αξιοθρήνητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο κορμί του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.

Τι μου συνέβη; Συλλογίστηκε. Όνειρο, δεν ήταν. Η κάμαρή του, μια συνηθισμένη ανθρώπινη κρεβατοκάμαρη, μόνο κομμάτι πιο μικρή απ' το κανονικό, κειτόταν ήσυχη ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους της. Πάνω απ' το τραπέζι, όπου ήταν σκορπισμένα ανάκατα κάτι δείγματα από υφάσματα – ο Σάμσα ήταν περιοδεύων πωλητής –, κρεμόταν η εικόνα που 'χε κόψει τελευταία από 'να εικονογραφημένο περιοδικό που την είχε βάλει σε μιαν όμορφη επίχρυση κορνίζα. Η εικόνα παρίστανε μια κυρία με γούνινο καπέλο και γούνινη εσάρπα, που καθόταν στητή κι άπλωνε προς το μέρος του θεατή ένα πελώριο γούνινο μανσόν που μέσα του χανόταν ολόκληρο το χέρι της απ’ τον αγκώνα και κάτω.

Τα μάτια του Γκρέγκορ γύρισαν έπειτα στο παράθυρο και ο συννεφιασμένος ουρανός – θαρρείς πως άκουγες τις στάλες της βροχής να χτυπάνε στο περβάζι του παραθύρου – τον έριξε σε βαριά μελαγχολία. Γιατί να μην κοιμηθώ λιγάκι περισσότερο και να λησμονήσω όλες ετούτες τις ανοησίες, συλλογίστηκε αυτό όμως δεν μπορούσε να το κάνει, γιατί είχε συνηθίσει να κοιμάται γυρισμένος προς τα δεξιά και τώρα, στην κατάσταση που βρισκόταν, ήταν αδύνατο να στρίψει. Όσο κι αν πάσχισε να στρίψει προς το δεξί του πλευρό, δεν τα κατάφερε• ξανακυλούσε πάλι στ' ανάσκελα. Δοκίμασε τουλάχιστον εκατό φορές, έκλεινε τα μάτια για να μη βλέπει τις αγωνιώδεις κινήσεις των ποδιών του και τα παράτησε μόνον όταν άρχισε να νιώθει στο πλευρό έναν απροσδιόριστο πόνο, που ίσαμε τότε του ήταν άγνωστος.
Θεέ μου, συλλογίστηκε, τι εξοντωτική δουλειά πήγα και διάλεξα!

[πηγή: Φραντς Κάφκα, Η μεταμόρφωση, μετάφραση Βασίλης Τομανάς, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 5-6]
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Κάφκα Φραντς · Η μεταμόρφωση
Απόσπασμα
(Απόσπασμα)
Ω χρόνε, χρόνε,
ανελέητε τύραννε!
Ω τρομερό μυστήριο!
Το παρελθόν δεν επιστρέφει,
δε γυρνά πίσω ποτέ πια,
αρχαία ιστορία!
Ναι, αρχαία, μα πάντοτε η ίδια,
Τρομακτική!
πάντοτε παρούσα…
……
Όταν στερείται η συνείδηση
Το πέρασμα του χρόνου
Τι ν’ αυτό που απομένει;
Τι παθαίνει το φως όταν παύσει η αντανάκλαση;
…….
Άγριε Κρόνε
Ω χρόνε, χρόνε!
Άρχοντα του κόσμου,
Εκτελεστή των παιδιών μας
Υπέρτατη αιτία της σκλαβιάς μας!
Γι’ ακόμη μια φορά το παράπονο
Γι’ ακόμη μια φορά το αιώνιο τραγούδι
Που ποτέ δεν τελειώνει,
Πως όλα χάνονται και τίποτε δεν μένει
Πως ο χρόνος προσπερνά,
Αμετάκλητα!
Αμετάκλητα, αμετάκλητα, τ’ ακούς;
Αμετάκλητα!
Ναι αμετάκλητα και ποτέ αυτό μην το ξεχνάς!
Ζωή; Η ζωή συνέχεια πεθαίνει
Είναι σαν το ποτάμι
Στο οποίο το ίδιο νερό
Ποτέ δεν γυρνά ξανά
Κι όμως είναι πάντα το ίδιο.
Στο κρύσταλλο των υγρών που ρέουν
Οι παλλόμενες λεύκες της όχθης
Αντανακλώνται
Και η τρεμάμενη εικόνα δεν ανακλάται
Από το ίδιο νερό.
Τι είναι το παρελθόν; Τίποτα!
Τίποτα είναι και το μέλλον που ονειρεύεσαι
Και η στιγμή που περνά
Είναι η μυστηριώδης μετάβαση στο κενό.
Γι’ ακόμη μια φορά στο κενό!
Είν’ ο χείμαρρος που κυλά
Απ’ το τίποτα στο τίποτα
Τη στιγμή που τον αγγίζεις
Μ’ ελπίδα τρυφερή
Σαν από μαγεία ή από ξόρκι
Μετατρέπεται σε ανάμνηση,
Μια ανάμνηση που όλοι πιο αχνή γίνεται
Και τελικά χάνεται,
Χάνεται για πάντα.
Ω χρόνε χρόνε!
Επανέλαβε ψυχή μου, επανέλαβε ξανά
Το ίδιο παλιό τραγούδι,
Τη θλιβερή λιτανεία
Τ’ ατέλειωτο μοιρολόι
Πως ο χρόνος περνά
Κι ίδιος ποτέ ξανά δεν είναι
Τ’ «αλίμονο!» κάποιου που υποφέρει
Αυτή η αρχαία αλγηδόνα
Είναι πάντοτε η ίδια
Ο ίδιος αρχαίος κομμός
Παρηγοριά προσφέρει η επανάληψη του,
Ένα αμήχανο ροζάριο σαν την βροχή
Ξανά και ξανά, εκατοντάδες φορές…
Ω χρόνε, χρόνε!
Ανελέητε τύραννε!
Ω τρομερό μυστήριο!
Αυστηρό βασανιστήριο που τραντάζεις το ανθρώπινο
πνεύμα!
Πόσο περιορισμένες είναι οι λέξεις…
Ποτέ δεν είναι αρκετή η γλώσσα για να περιγράψει
Τη δίψα μας για την αιωνιότητα,
Είναι τόσο περιορισμένη…
Μια τρομερή δίψα
Μια δίψα που συνέχεια την ψυχή εξασθενεί,
Που αναλογίζεται τον ωκεανό
-τον απέραντο ωκεανό!-
Που ποτέ δεν ικανοποιεί τη δίψα μας
Πληροί μονάχα το όραμα μας
Ο απέραντος ωκεανός των πικρών κυμάτων!
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Ουναμούνο · Η αέναη ελεγεία
Απόσπασμα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Κάθε φορά, χαριτωμένες αναγνώστριες που στοχάζομαι πόσο ευαίσθητο, από την ίδια του την φύση, είναι το φύλο σας, λέω μέσα μου πως τούτο το βιβλίο θα σας κάνει στην αρχή οδυνηρή εντύπωση. Η θανατηφόρα πανούκλα που έχει περάσει τώρα πια, μα που η θύμησή της είναι τόσο θλιβερή για όσους έχουν δει ή έχουν πληροφορηθεί το ρήμαγμα που είχε κάνει –αυτή είναι η προμετωπίδα του βιβλίου μου. Όμως δεν θα ήθελα η φρίκη να σας εμποδίσει να προχωρήσετε. Μη νομίζετε πως τούτο το ανάγνωσμα θα συνεχίσει μέσα στα δάκρυα και τους στεναγμούς. Ο βραχνάς της αρχής. Φανταστείτε ένα βουνό που οι κακοτράχαλες πλαγιές του ορθώνονται μπροστά στους ταξιδιώτες. Μα εκεί πλάι απλώνεται ένα κάμπος που η ομορφιά του θέλγει και μαγεύει τόσο περισσότερο όσο δυσκολότερο ήταν το σκαρφάλωμα και το κατηφόρισμα. Αν η θλίψη γειτονεύει με την ευθυμία, οι συμφορές σκορπούν σαν έρχεται η χαρά. Αυτή τη σύντομη στενοχώρα (τη λέω σύντομη γιατί πιάνει μονάχα μερικές αράδες) τη διαδέχονται αμέσως η γλύκα κι η ευχαρίστηση που σας υποσχέθηκα πιο πάνω και που, δίχως καμία υποχρέωση από μέρους μου, η εισαγωγή δε σας επιτρέπει καθόλου να ελπίζεται. Αχ! Αν μπορούσα να σας οδηγήσω εκεί όπου επιθυμώ ακολουθώντας ένα δρόμο διαφορετικό από το τραχύ μονοπάτι που σας προτείνω, θα το έκανα με όλη μου την καρδιά. Αλλά πώς μπορώ, δίχως να αναφερθώ σε εκείνη την συμφορά, να εξηγήσω την προέλευση των όσων θα διαβάσετε παρακάτω. Η ανάγκη με κάνει να αποφασίσω αυτό τον πρόλογο.

Είχε φτάσει κιόλας το σωτήριο έτος 1348 της καρποφόρας ενσάρκωσης του Υιού του Θεού, όταν στην Φλωρεντία, ωραιότερη ανάμεσα στις πιο περίφημες πόλεις της Ιταλίας χίμηξε άγρια η θανατερή επιδημία. Η πανούκλα, είτε στάθηκε έργο της αστρικής επιρροής, είτε αποτέλεσμα των παρανομιών μας, οπότε ο Θεός, μέσα στον δίκαιο θυμό του, την εξαπέλυσε πάνω στους ανθρώπους για να τιμωρήσει τα κρίματά μας, πάντως είχε εκδηλωθεί, μερικά χρόνια νωρίτερα, στις χώρες της Ανατολής και είχε γίνει αιτία να χαθούν αμέτρητες ανθρώπινες ζωές. Ύστερα ασταμάτητα, πλησιάζοντας ολοένα, απλώθηκε, για κακή μας τύχη, και στην Δύση. Κάθε προφύλαξη αποδείχτηκε μάταια. Μάταια οι δημοτικοί υπάλληλοι καθάρισαν την πόλη από τις στοιβαγμένες ακαθαρσίες. Μάταια απαγόρεψαν την είσοδο κάθε άρρωστου στην πόλη και πολλαπλασίασαν τις διατάξεις περί υγιεινής. Μάταια προσφύγανε, όχι μια και δυο αλλά χίλιες φορές, στις παρακλήσεις και τις προσευχές που συνηθίζονται στις λιτανείες, καθώς και στις άλλες, που ο κάθε πιστός αναπέμπει στο Θεό. Κανένα αποτέλεσμα. Από τις ανοιξιάτικες κιόλας μέρες της χρονιάς που προανέφερα, η φριχτή θεομηνία άρχισε ξαφνικά τις φοβερές καταστροφές της. Εδώ όμως, δεν ήταν όπως την Ανατολή όπου η αιμορραγία της μύτης ήταν σίγουρο σημάδι αναπόφευκτου θανάτου. Σε μάς, στην αρχή της επιδημίας, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, φανερώνοντας κάτι οιδήματα στους βουβώνες ή στη μασχάλη, άλλα γινότανε μεγάλα σαν ένα μήλο, άλλα σαν αυγό, άλλα μεγαλύτερα, άλλα μικρότερα. Ο κοσμάκης τα έλεγε βουβώνες.

Ύστερα οι βουβώνες δεν άργησαν, για να σπείρουν τον θάνατο, να βγαίνουν σε οποιοδήποτε μέρος του κορμιού. Έπειτα τα συμπτώματα της αρρώστιας εξελίχτηκαν σε βούλες μαύρες ή ωχρές που σε πολλούς εμφανίζοντας στα μπράτσα, στα μεριά και σε διάφορα άλλα σημεία, άλλοτε μεγάλες και αραιές, άλλοτε πυκνές και μαύρες. Όπως ο βουβώνας ήταν στην αρχή, κι εξακολουθούσε να είναι, ένδειξη βέβαιου θανάτου, το ίδιο ήταν και για όσους είχαν αυτές τις βούλες. Όσο για την θεραπεία της αρρώστιας, δεν υπήρχε αποτελεσματικό φάρμακο για να γίνει ο άρρωστος καλά να ξαλαφρώσει λιγάκι. Ήταν ο χαρακτήρας της αρρώστιας τέτοιος; Έφταιγαν οι γιατροί; Κανείς δεν ξέρει. Εκτός από τους διπλωματούχους γιατρούς ξεφύτρωσαν σε απίστευτα μεγάλο αριθμό ένα σωρό άνδρες και γυναίκες που έκαναν το γιατρό δίχως να έχουν ιατρικές γνώσεις. Να ήταν η αμάθεια τους; Ανίκανη να ανακαλύψει την ρίζα του κακό και να βρει το κατάλληλο φάρμακο;

Πάντως οι θεραπείες ήταν σπάνιες και μέσα σε τρεις μέρες από τότε που εμφανιζόταν τα συμπτώματα, αργότερα ή γρηγορότερα, ανάλογα με την περίπτωση, και γενικά δίχως πυρετό ή δίχως άλλη φανερή ενόχληση, πέθαιναν σχεδόν όλοι όσοι προσβάλλονταν. Η επιδημία επιδεινώθηκε από το γεγονός πως οι άρρωστοι, από την καθημερινή επαφή με τους υγιείς, τους μόλυναν κι αυτούς. Το ίδιο συμβαίνει και με την φωτιά, που θρέφεται από όσες ξερές ή λιπαρές ύλες βρίσκονται μπροστά της. Αυτό που συνέβαλε στη διάδοση της συμφοράς, δεν ήταν μονάχα πως ο συγχρωτισμός και η συνομιλία με τους αρρώστους τη μετέδιδαν στου υγιείς προκαλώντας το θάνατό τους, αλλά και ότι η επαφή με τα ρούχα ή με ότι είχαν αγγίξει οι πανουκλιασμένοι, φάνηκε να μεταδίδει την αρρώστια. Ακούστε τώρα το θαύμα που θα σας διηγηθώ. Κι αν δεν το είχε δει, όπως και πολλοί άλλοι, με τα ίδια μου τα μάτια, δύσκολα θα τολμούσα να το πιστέψω, πόσο μάλλον να το γράψω, έστω κι αν το είχα ακούσει από αξιόπιστα πρόσωπα. Η αρρώστια μεταδιδόταν από τον ένα στον άλλο με τόση ένταση και φυσικότητα που όχι μονάχα η μόλυνση είχε διάφορες παραλλαγές από άνθρωπο σε άνθρωπο αλλά εμφανιζόταν και ένα εκπληκτικό φαινόμενο που διαπιστώθηκε μάλιστα αρκετές φορές. Αν ένα αντικείμενο, που ανήκε σε ένα άρρωστο ή σε ένα θύμα της πανούκλας, τύχαινε να το αγγίξει ένα πλάσμα που δεν άνηκε στο ανθρώπινο είδος, αυτό το πλάσμα όχι μόνο προσβαλλόταν αλλά και πέθαινε πολύ σύντομα. Ορίστε τι είδαν τα μάτια μου, εκτός των άλλων, μια μέρα.

Είχαν πετάξει στον δημόσιο δρόμο τα κουρέλια κάποιου δύστυχου που είχε πεθάνει από την επιδημία. Δυο χοίροι έπεσαν πάνω τους, τα ποδοπάτησα, τα πιάσανε με τα δόντια τους, έτριψαν πάνω τα μουσούδια τους, Σχεδόν αμέσως, θαρρείς και δηλητηριάστηκαν, κι οι δυο τους φανέρωσαν σημάδια ζαλάδας και πέσανε νεκροί πάνω στα κουρέλια που ήταν αιτία του χαμού τους. Αυτά τα επεισόδια και άλλα πολλά του ίδιου χαρακτήρα, αν όχι και χειρότερα, γέννησαν σε όσους ήταν ακόμη ζωντανοί κάθε λογής φανταστικούς πανικούς. Και όλοι οι πανικοί κατέληγαν στον ίδιο αξιοθρήνητο αποτέλεσμα: να φεύγει ο κόσμος μακριά από τους αρρώστους και το περιβάλλον τους. Στη σκέψη όλων, αυτό ήταν το μόνο μέσον για να σωθούν. Μερικοί φαντάζονταν πως μια ζωή λιτή και αποχής από κάθε περιττό επιβαλλόταν για την καταπολέμηση μιας τόσο φοβερής επιδημίας.

Σχημάτιζαν λοιπόν μια παρέα κα ζούσαν μακριά από όλους τους άλλους. Συγκεντρωμένοι και κλεισμένοι μέσα σε σπίτια όπου δεν υπήρχαν άρρωστοι κι όπου η ζωή περνούσε ευχάριστα, έτρωγαν με μέτρο ελαφρά φαγητά και έπινα εξαίσια κρασιά, απέφευγαν κάθε ευκαιρία κραιπάλης και ακολασίας, δεν άφηναν κανένα να τους μεταδώσει νέα από έξω σχετικά με την αρρώστια ή θανάτους και αρκούντα να περνούν την ώρα τους με μουσική ή με όποια άλλη διασκέδαση μπορούσαν. Άλλοι περνούσαν διαφορετική ζωή: παραδίνονταν αχαλίνωτα στο ποτό και στις ηδονές, τριγυρνούσαν την πόλη γλεντώντας με το τραγούδι στα χείλη, ικανοποιούσαν όσο περισσότερο μπορούσαν τα πάθη τους, γελούσαν και έπαιρνα στο αστείο ακόμη και τα πιο θλιβερά γεγονότα, αυτό ήταν κατά τη γνώμη τους το πιο σίγουρο φάρμακο για αυτή την φριχτή αρρώστια. Για να περάσουν από την θεωρία στην πράξη, πήγαιναν μέρα νύχτα από ταβέρνα σε ταβέρνα, πίνοντας δίχως ντροπή και μέτρο. Και ήταν πολύ χειρότερα στις ιδιωτικές κατοικίες, φτάνει να έβρισκαν αφορμή για γλέντι. Άλλωστε τίποτε δεν ήταν ευκολότερο. Έχαναν κάθε ελπίδα πως θα ζήσουν κι άφηναν στο έλεος της τύχης και τα αγαθά τους και τον εαυτό τους. Τα περισσότερα σπίτια κατάντησαν «μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μην δώστε». Ξένοι είχαν εγκατασταθεί σαν αφεντικά, και εννοείται πως, κοντά στην σκαιότητα της διαγωγής τους, απέφευγαν πάση θυσία τους πανουκλιασμένους. Αλλοίμονο! Μέσα στην μεγάλη θλίψη και την συμφορά, το κύρος και η επιβολή των Θεϊκών και ανθρώπινων νόμων είχε εντελώς θρυμματιστεί και καταρρεύσει. Οι θεματοφύλακες και οι λειτουργοί του νόμου, ή άρρωστοι ήταν, ή είχαν πεθάνει, ή είχαν τέτοια έλλειψη από βοηθούς που τους ήταν αδύνατον να ενεργήσουν, Ο καθένας λοιπόν ήταν ελεύθερος να κάνει ότι θέλει. Κοντά σε αυτούς που βάζανε σε πράξη τις δυο μεθόδους, ζωής που προανέφερα, πολλοί υιοθετούσαν έναν μέσο όρο. Φροντίζοντας λιγότερο από τους πρώτους να περιορίσουν το φαγητό τους, δεν παραδίνονταν ωστόσο στην κατάχρηση του ποτού και της κραιπάλης των δεύτερων. Δίχως τίποτε να στερούνται έβαζαν μέτρο στις επιθυμίες τους.

Αντί να κλείνονται στα σπίτια τους, κυκλοφορούσαν στα περίχωρα κρατώντας στα χέρια είτε λουλούδια είτε αρωματικά βότανα είτε διάφορα μπαχαρικά. Τα έφερναν συχνά στα ρουθούνια κι έκριναν καλό να προφυλάσσουν τον εγκέφαλο τους ρουφώντας αυτές τι μυρωδιές επειδή η ατμόσφαιρα ήταν μολυσμένη από την δυσωδία των πτωμάτων των αρρώστων και των θεραπειών. Μερικοί εκδήλωναν περισσότερη απονιά αλά ίσως περισσότερη σύνεση επίσης. Έλεγαν πως η ασφαλέστερη εγγύηση κατά της μόλυνσης ήταν η φυγή. Έχοντας αυτή την πεποίθηση, δεν φρόντιζαν παρά μονάχα για τον εαυτό τους και πολλοί άνδρες και γυναίκες παρατούσαν την πόλη, τους συγγενείς, την κινητή και ακίνητη περιουσία τους και έφευγαν για τις γειτονικές επαρχίες ή τουλάχιστον για τα περίχωρα της Φλωρεντίας. Να πίστευαν άραγε πως η οργή του Θεού δεν θα τους ανακάλυπτε αν πήγαιναν μακριά; Και πως μια κι ο Θεός είχε εξαπολήσει την οργή του θα περιοριζόταν να τιμωρήσει μονάχα όσους είχαν μείνει πίσω από τα τείχη της Φλωρεντίας; Μπορεί πάντως και να φανταζόταν πως κανένας δεν θα απέμενε και πως είχε φτάσει η τελευταία τους ώρα. Αν δεν πέθαιναν αναγκαστικά επειδή είχαν κανονίσει την ζωή τους σύμφωνα με την μία ή την άλλη μέθοδο, ωστόσο δεν γλίτωναν όλοι από την μοίρα τους, όποια κι ήταν η θεωρία τους, πολλούς χτυπούσε το κακό, όπου κι αν βρίσκονταν. Πριν αρρωστήσουν, οι ίδιοι είχαν δώσει το παράδειγμα σε αυτούς που ήταν ακόμη υγιείς. Τώρα λοιπόν, κείτονταν κι οι ίδιοι, εδώ και κει, εγκαταλειμμένοι, περιμένοντας τον θάνατο. Είναι ανάγκη άραγε να προσθέσω πως οι πολίτες απέφευγαν ο ένας τον άλλον και πως κανένας δε νοιαζόταν για το γείτονά του; Επισκέψεις ανάμεσα σε συγγενείς, αν υποθέσουμε πως γινόταν, ήταν πολύ σπάνιες και σε αραιά διαστήματα. Η συμφορά είχε κατατρομάξει τόσο πολύ τον κόσμο που ο αδερφός παρατούσε τον αδερφό, ο θείος τον ανιψιό, η αδερφή τον αδερφό και συχνά μάλιστα η γυναίκα τον άνδρα της.

Ορίστε ακόμη κάτι φοβερό και σχεδόν απίστευτο: πατέρες και μητέρες, σαν να μην ήταν τα ίδια τους τα παιδιά, απέφευγαν να πάνε να τα δουν και να τα βοηθήσουν. Οι άρρωστοι και από τα δύο φύλα, και ήταν αμέτρητοι, δεν έβρισκαν άλλο αποκούμπι από την στοργή των φίλων (ελάχιστοι είχαν αυτοί την ευτυχία) ή από την απληστία κάποιου υπηρέτη. Ήταν άνθρωποι με άξεστους τρόπους και οι περισσότεροι δεν ήξεραν την δουλειά τους. Οι υπηρεσίες τους περιορίζονταν στο να δίνουν στους αρρώστους ότι ζητούσαν ή να βρισκόταν δίπλα τους την ώρα που πέθαιναν. Να προσθέσω εδώ ότι για αυτό το κέρδος πολλοί από αυτούς έβρισκαν και οι ίδιοι τον θάνατο. Καθώς οι γείτονες, οι συγγενείς και οι φίλοι εγκατέλειπαν τους αρρώστους και καθώς σπάνιζαν οι υπηρέτες, επικράτησε μια συνήθεια άγνωστη μέχρι τότε. Όταν αρρώσταινε μια κυρία, όσο κι αν ήταν κομψευόμενη κι από μεγάλο τζάκι, δεν έπαιρνε υπόψη της τον άνδρα που είχε στην υπηρεσία της, είτε ήταν γέρος είτε ήταν νέος. Φτάνει να χρειαζόταν λόγω της αρρώστιας και του φανέρωνε οποιοδήποτε μέρος του κορμιού της, λες κι είχε μπροστά της μια γυναίκα. Πιθανόν, μια τέτοια αφροντισιά, να γινόταν αργότερα σε όσες γιατρευόταν, η αρχή για πιο ακόλαστα ήθη. Όσο για αυτούς που τους άφηναν στην τύχη τους, πολλοί θα μπορούσαν να είχαν σωθεί αν βρισκόταν ένα πονετικό χέρι για να τους βοηθήσει. Με τους αρρώστους δίχως την κατάλληλη περιποίηση και με την επιδημία να φουντώνει αδιάκοπα, τόσοι πολλοί άνθρωποι πέθαιναν νύχτα μέρα ώστε έμενες με το στόμα ανοικτό όταν το άκουγες να το λένε, και πόσο μάλιστα όταν το έβλεπες με τα ίδια σου τα μάτια.

Τέλος, σαν αποτέλεσμα της ανάγκης, επικράτησαν έθιμα αντίθετα με εκείνα που συνηθιζόταν πρωτύτερα στην πόλη. Ήταν συνήθεια, μια συνήθεια που διατηρείται ακόμη και τώρα, οι ξαδέρφες ή οι γειτόνισσες του νεκρού να μαζεύονται στο σπίτι του για να ενώσουν τα δάκρυα τους με τα δάκρυα των πιο στενών συγγενών. Από την άλλη, οι γείτονες, και αρκετοί άλλοι πολίτες, συγκεντρωνόταν μαζί με την οικογένεια μπροστά από το σπίτι του νεκρού. Πήγαιναν και οι κληρικοί, ανάλογα με την κοινωνική τάξη του μακαρίτη. Ύστερα, πρόσωπα από την ίδια κοινωνική τάξη τον φορτώνονταν στους ώμους και η νεκρική πομπή μετά ψαλμών και λαμπάδων, τον μετέφερε στην εκκλησία που είχε διαλέξει ο ίδιος. Μα όταν η επιδημία άρχισε να φουντώνει, παράτησαν αυτές τις συνήθειες. Άλλες συνήθειες τις αντικατέστησαν. Πολλοί πέθαιναν χωρίς να έχουν γύρω τους πολυάριθμη γυναικεία συντροφιά. Πολλοί μάλιστα πέθαιναν έρημοι και μονάχοι. Και πολλοί σπάνιοι ήταν εκείνοι που δεν τους έλειπαν οι σπαραχτικοί θρήνοι και τα πικρά δάκρυα των δικών τους.

Αντίθετα ακουγόταν τα γέλια και τα αστεία κάποιας περαστικής παρέας γλεντζέδων. Οι γυναίκες γενικά, ξεχνώντας την φυσική τους ευλάβεια και φροντίζοντας μονάχα για την υγεία τους, βολεύονταν περίφημα με την καινούργια συνήθεια. Και πολύ σπάνιοι ήταν εκείνοι που το ξόδι τους το συνόδευαν δέκα δώδεκα νοματαίοι πάνω κάτω. Κι αυτοί δεν ήταν τίποτε έντιμοι και γνωστοί πολίτες αλλά κι εγώ δεν ξέρω τι λογής νεκροθάφτες που προέρχονταν από τον όχλο, πεθαμενατζήδες του έλεγαν κι οι υπηρεσίες τους γινόταν επί πληρωμή. Άδραχναν το φέρετρο και με βιασύνη το μετέφεραν όχι στην εκκλησία επιλογής του μακαρίτη αλλά στην πιο κοντινή. Με την βοήθεια των πεθαμενατζήδων και δίχως τη νεκρώσιμη ακολουθία κατέβαζαν στα γρήγορα το φέρετρο στον πρώτο άδειο τάφο που έβρισκαν μπροστά τους.

Ο λαουτζίκος, καθώς κι ένα μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης, παρουσίαζε ένα θέαμα της πιο φριχτής εξαθλίωσης. Η φτώχεια ή κάποια αόριστη προσδοκία κρατούσε τους περισσότερους στο σπίτι τους. Δεν ξεμάκραιναν καθόλου από την γειτονιά τους και κάθε μέρα έπεφταν άρρωστοι κατά χιλιάδες. Δίχως καμιά βοήθεια, χωρίς καμία εξυπηρέτηση, πέθαιναν, σαν να λέμε χωρίς έλεος. Μερικοί ξεψυχούσαν, νύχτα ή μέρα, στη μέση του δρόμου ενώ πολλοί άλλοι πέθαιναν στο σπίτι τους και ανάγγελλαν τον θάνατο τους, με την μπόχα που ανέδιδαν οι αποσυνθεμένες σάρκες τους. Η πόλη ξεχείλιζε από τούτα τα πτώματα και από πτώματα άλλων που πέθαιναν παντού. Ο τρομερός κίνδυνος που συνεπαγόταν η αποσύνθεση των πτωμάτων, καθώς και στοργή της οικογένειας απέναντι στον μακαρίτη, υπαγόρευε γενικά στου γείτονες της ακόλουθη συμπεριφορά: μόνοι τους, ή με την βοήθεια κάποιων βαστάζων, έβγαζαν τα πτώματα από τα σπίτια και τα αράδιαζαν μπροστά από τις πόρτες. Αν έκανες μια βόλτα εκεί γύρω, προπάντων το πρωί, θα έβλεπες αμέτρητα πτώματα. Ύστερα έφερναν τα φέρετρα. Κι αν τα φέρετρα δεν φτάνανε, τοποθετούσαν τα πτώματα σε τάβλες. Πολλά φέρετρα χρησιμοποιούνταν για να μεταφέρουν δύο και τρεις μαζί. Συχνά πάνω στις ίδιες τάβλες ήταν απλωμένο ένα ανδρόγυνο, δύο τρία αδέρφια, πατέρας και γιος ή κάποιο ανάλογο ζευγάρι. Το γεγονός καταντούσε τόσο κοινό και συνηθισμένο ώστε κανείς δεν νοιαζόταν για το θάνατο τους περισσότερο από ότι θα νοιαζόταν σήμερα για τον θάνατο μιας κατσίκας, Κι αυτό που η συνηθισμένη σειρά της ζωής κι ο σιγανός ρυθμός των συμφορών μας δεν είχαν μπορέσει να κάνουν τους μυαλωμένους ανθρώπους να υπομένουν αγόγγυστα, το μέγεθος της συμφοράς έκανε ακόμη και τους απλοϊκούς να το παίρνουν ξέγνοιαστα. Με το πλήθος των πτωμάτων, όπως είπα πιο πάνω, που τα μετέφεραν κάθε μέρα και σχεδόν κάθε ώρα σε όλες τις εκκλησίες, τα νεκροταφεία δεν επαρκούσαν για όλους τους ενταφιασμούς, προπάντων αν ήθελαν, σύμφωνα με το παλιό έθιμο, να παραχωρήσουν στον καθένα μια θέση αποκλειστικά δική του. Και καθώς όλοι οι τάφοι ήταν γεμάτοι, έσκαβαν στα νεκροταφεία λάκκους πολύ βαθιούς και εκεί μέσα βόλευαν εκατοντάδες εκατοντάδες τους νεοφερμένους. Όπως μέσα στο αμπάρι ενός καραβιού στοιβάζουν στρώσεις-στρώσεις τα εμπορεύματα, έτσι σκέπαζαν κι αυτά τα πτώματα με μα φτυαριά χώμα κάθε στρώση όσο το κατάφερναν, όπως-όπως, από ψηλά. Για να μη διηγηθώ με λεπτομέρειες όλες τις συμφορές που έπεσαν τότε πάνω στην πόλη, θα αρκεστώ να πω πως εκείνες οι μέρες, οι τόσο καταστροφικές για αυτήν, δεν χαρίστηκαν ούτε στις γύρω εξοχές. Ας μην μιλήσουμε για τα χωριά που κλεισμένα στον περίβολο τους, αποτελούσαν μια μικρογραφία της μεγάλης πόλης, Στα χωριουδάκια, τα σκόρπια στον κάμπο, καμία ιατρική βοήθεια, κανένας που να μπορούσες να στηριχτείς στις υπηρεσίες του. Στις δημοσιές, στα χωράφια, στα σπίτια, οι δύστυχοι αγρότες κι οι οικογένειες τους πέθαιναν νύχτα μέρα όχι σαν άνθρωποι μα σαν ζώα. Αδιαφορώντας όσο και οι αστοί για τις δουλειές τους, δεν νοιάζονταν για τα κτηματάκια τους ούτε για τις καλλιέργειες τους. Λες και περίμεναν τον θάνατο την κάθε μέρα που ξημέρωνε.

Δεν φρόντιζαν για το τι θα αποδώσουν τα κοπάδια, οι σοδειές, οι καλλιέργειες, και όλα όσα χρειάζονταν προκαταβολική δουλειά, παρά δεν είχαν άλλη σκέψη από το πώς θα σκορπίσουν ότι χρήματα είχαν στην μπάντα. Μια συνέπεια ήταν πως τα βόδια, τα γαϊδούρα, οι κατσίκες, τα γουρούνια, οι κότες, ακόμη και οι σκύλοι, οι πιο πιστοί σύντροφοι του ανθρώπου, το έσκαγαν από τα υποστατικά και τριγυρνούσαν εδώ κι εκεί στα χωράφια, που το στάρι όχι μόνο δεν ήταν αλωνισμένο αλλά ούτε καν θερισμένο. Πολλά από τα ζωντανά, σαν να ήταν όντα λογικά, βοσκούσαν όλη μέρα, και τα βράδυ, με το στομάχι χορτάτο, ξανάπαιρναν το δρόμο για την αγροικία, δίχως κανένας τσομπάνης να τα έχει προγκίσει. Ας αφήσουμε όμως την εξοχή κι ας γυρίσουμε στην πόλη.

Τι άλλο να προσθέσω από τούτη την απλή παρατήρηση: Η απονιά του ουρανού, ίσως και των ανθρώπων, στάθηκε τόσο ανάλγητη, η επιδημία αφάνισε τόσο άγρια τον τόπο από Μάρτιο σε Ιούλιο, ένα πλήθος άρρωστοι είχαν τόσο κακή περίθαλψη, ή ακόμη, από το φόβο που ενέπνεαν στους υγιείς, είχαν εγκαταλειφτεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε υπάρχει κάθε λόγος να υπολογίζονται σε παραπάνω από εκατό χιλιάδες οι άνθρωποι που έχασαν την ζωή τους μέσα στην πόλη. Πριν από την θεομηνία, ίσως κανένας να μην φανταζόταν πως η πόλη μας έχει τόσους πολλούς κατοίκους.

Πόσα μεγάλα παλάτια, πόσα ωραία σπίτια, πόσες αριστοκρατικές κατοικίες, πρωτύτερα γεμάτες υπηρέτες, αφεντάδες και κυρίες, είδαν να χάνεται ακόμη και ο ποιο ταπεινός παραμάγειρας. Πόσες επιφανείς οικογένειες, πόσα επιβλητικά αρχοντικά, πόσες ξακουστές περιουσίες έμεινα δίχως νόμιμους κληρονόμους. Πόσοι γενναίοι άνδρες, πόσες ωραίες κυρίες, πόσοι χαριτωμένοι νεαροί, που όχι κανένας άλλος, μα ο ίσιος ο Γαληνός, ο Ιπποκράτης, ακόμη και ο Ασκληπιός, θα τους είχαν δώσει ένα πιστοποιητικό ρωμαλέας υγείας, κολάτσισαν το πρωί μαζί με τους συγγενείς και φίλους και το ίδιο βράδυ, κάθισαν στον άλλο κόσμο, για δείπνο με τους προγόνους τους…
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Βοκκάκιο · Δεκαήμερο
Απόσπασμα
ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ — Η ΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΡΕΙΑΝΩΝ

I. Η ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Κανείς δεν θα πίστευε, στα τελευταία χρόνια του δέκατου ένατου αιώνα, ότι αυτός ο κόσμος παρακολουθούνταν προσεκτικά και επίμονα από νοήμονες υπάρξεις ανώτερες από τον άνθρωπο και ωστόσο εξίσου θνητές με αυτόν· ότι, ενώ οι άνθρωποι ασχολούνταν με τις καθημερινές τους υποθέσεις, εκείνες τους παρατηρούσαν και τους μελετούσαν, ίσως σχεδόν τόσο σχολαστικά όσο ένας άνθρωπος με μικροσκόπιο παρατηρεί τα εφήμερα πλάσματα που συνωστίζονται και πολλαπλασιάζονται μέσα σε μια σταγόνα νερού. Με απέραντη αυταρέσκεια οι άνθρωποι πηγαινοέρχονταν πάνω σε αυτή τη γη, απορροφημένοι στις μικρές τους υποθέσεις, ήρεμοι μέσα στη βεβαιότητά τους ότι κυριαρχούσαν πάνω στην ύλη. Ίσως και οι μικροσκοπικοί οργανισμοί κάτω από το μικροσκόπιο να κάνουν το ίδιο.

Κανείς δεν σκεφτόταν τους αρχαιότερους κόσμους του διαστήματος ως πιθανές πηγές κινδύνου για την ανθρωπότητα· ή, αν τους σκεφτόταν, ήταν μόνο για να απορρίψει την ιδέα ότι θα μπορούσε να υπάρχει ζωή πάνω τους ως αδύνατη ή απίθανη. Είναι παράξενο να θυμάται κανείς σήμερα ορισμένες από τις νοητικές συνήθειες εκείνων των περασμένων ημερών. Στην καλύτερη περίπτωση, οι άνθρωποι της Γης φαντάζονταν ότι ίσως υπήρχαν άλλοι άνθρωποι στον Άρη, πιθανώς κατώτεροι από τους ίδιους και έτοιμοι να δεχτούν με χαρά κάποια ιεραποστολική αποστολή.

Κι όμως, πέρα από το χάσμα του διαστήματος, διάνοιες που σε σύγκριση με τις δικές μας ήταν ό,τι είναι οι δικές μας απέναντι στα ζώα που χάνονται, τεράστιες, ψυχρές και ασυγκίνητες νοημοσύνες, κοιτούσαν αυτή τη Γη με φθονερά μάτια και αργά αλλά σταθερά κατάστρωναν τα σχέδιά τους εναντίον μας. Και στις αρχές του εικοστού αιώνα ήρθε η μεγάλη διάψευση.

Ο πλανήτης Άρης, όπως едва χρειάζεται να υπενθυμίσω στον αναγνώστη, περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο σε μέση απόσταση 140.000.000 μιλίων και δέχεται μόλις τη μισή περίπου ποσότητα φωτός και θερμότητας που δέχεται ο δικός μας κόσμος. Αν η νεφελώδης υπόθεση έχει κάποια βάση αλήθειας, ο Άρης πρέπει να είναι αρχαιότερος από τη Γη· και πολύ πριν ακόμη ο δικός μας πλανήτης πάψει να είναι μια λιωμένη μάζα, η ζωή στην επιφάνειά του θα πρέπει να είχε ήδη αρχίσει την πορεία της. Το γεγονός ότι ο όγκος του είναι μόλις περίπου το ένα έβδομο εκείνου της Γης πρέπει να επιτάχυνε την ψύξη του μέχρι τη θερμοκρασία στην οποία μπορούσε να εμφανιστεί ζωή. Διαθέτει αέρα και νερό και όλα όσα είναι απαραίτητα για τη διατήρηση έμβιας ύπαρξης.

Κι όμως τόσο ματαιόδοξος είναι ο άνθρωπος και τόσο τυφλωμένος από τη ματαιοδοξία του, ώστε μέχρι τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα κανένας συγγραφέας δεν είχε εκφράσει την ιδέα ότι η νοήμων ζωή στον Άρη θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί πολύ περισσότερο από ό,τι στη Γη — ή έστω περισσότερο. Ούτε ήταν ευρέως κατανοητό ότι, εφόσον ο Άρης είναι αρχαιότερος από τη Γη, έχει μόλις περίπου το ένα τέταρτο της επιφάνειάς της και βρίσκεται μακρύτερα από τον Ήλιο, συνεπάγεται ότι δεν απέχει μόνο περισσότερο από την αρχή του χρόνου του αλλά βρίσκεται και πιο κοντά στο τέλος του.

Η αργή ψύξη που κάποια μέρα θα πλήξει και τον δικό μας πλανήτη έχει ήδη προχωρήσει πολύ στον γειτονικό μας κόσμο. Η φυσική του κατάσταση παραμένει σε μεγάλο βαθμό μυστήριο, γνωρίζουμε όμως τώρα ότι ακόμη και στην περιοχή του ισημερινού του η θερμοκρασία το μεσημέρι μόλις πλησιάζει εκείνη του πιο ψυχρού δικού μας χειμώνα. Η ατμόσφαιρά του είναι πολύ αραιότερη από τη δική μας, οι ωκεανοί του έχουν συρρικνωθεί ώσπου να καλύπτουν μόνο το ένα τρίτο της επιφάνειάς του και, καθώς οι αργές εποχές του εναλλάσσονται, τεράστιοι πολικοί πάγοι σχηματίζονται και λιώνουν γύρω από τους δύο πόλους, πλημμυρίζοντας περιοδικά τις εύκρατες ζώνες του.

Εκείνο το τελευταίο στάδιο εξάντλησης, που για εμάς βρίσκεται ακόμη σε μια σχεδόν αδιανόητα μακρινή εποχή, έχει γίνει πρόβλημα του παρόντος για τους κατοίκους του Άρη. Η άμεση πίεση της ανάγκης όξυνε τη νοημοσύνη τους, αύξησε τις δυνάμεις τους και σκλήρυνε τις καρδιές τους. Και κοιτάζοντας μέσα στο διάστημα με όργανα και με διάνοιες που εμείς μετά βίας μπορούμε να φανταστούμε, βλέπουν, στην πλησιέστερη απόστασή της μόλις 35.000.000 μίλια προς την πλευρά του Ήλιου, ένα πρωινό άστρο ελπίδας: τον δικό μας θερμότερο πλανήτη, πράσινο από τη βλάστηση και γκρίζο από τα νερά, με μια νεφελώδη ατμόσφαιρα που μαρτυρεί τη γονιμότητά του και, ανάμεσα στα κινούμενα σύννεφα, εικόνες από απέραντες κατοικημένες εκτάσεις και στενές θάλασσες γεμάτες πλοία.

Κι εμείς οι άνθρωποι, τα πλάσματα που κατοικούν σε αυτή τη Γη, πρέπει στα μάτια τους να φαινόμαστε τουλάχιστον τόσο ξένοι και κατώτεροι όσο φαίνονται σε εμάς οι πίθηκοι και οι λεμούριοι. Η διανοητική πλευρά του ανθρώπου έχει ήδη αποδεχτεί ότι η ζωή είναι ένας αδιάκοπος αγώνας για επιβίωση, και φαίνεται πως αυτή είναι και η πεποίθηση των διανοιών του Άρη. Ο κόσμος τους έχει προχωρήσει πολύ προς την ψύξη του, ενώ ο δικός μας εξακολουθεί να σφύζει από ζωή — αλλά από ζωή που εκείνοι θεωρούν κατώτερη. Το να μεταφέρουν τον πόλεμο προς την πλευρά του Ήλιου είναι, στην πραγματικότητα, η μοναδική τους διαφυγή από την καταστροφή που, γενιά με τη γενιά, πλησιάζει ολοένα και περισσότερο.

Και πριν τους κρίνουμε πολύ αυστηρά, πρέπει να θυμηθούμε πόσο αμείλικτη και ολοκληρωτική καταστροφή έχει προκαλέσει το δικό μας είδος, όχι μόνο σε ζώα, όπως ο εξαφανισμένος βίσονας και το ντόντο, αλλά και σε ανθρώπινους πληθυσμούς που θεωρούσε κατώτερους. Οι Τασμανοί, παρά την ανθρώπινη φύση τους, εξαφανίστηκαν μέσα σε διάστημα πενήντα χρόνων, σε έναν πόλεμο εξόντωσης που διεξήγαγαν Ευρωπαίοι άποικοι. Είμαστε άραγε τόσο μεγάλοι απόστολοι του ελέους ώστε να διαμαρτυρόμαστε αν οι Αρειανοί πολεμούσαν με το ίδιο πνεύμα;

Οι Αρειανοί φαίνεται πως είχαν υπολογίσει την κάθοδό τους με εκπληκτική ακρίβεια — οι μαθηματικές τους γνώσεις ήταν προφανώς πολύ ανώτερες από τις δικές μας — και είχαν πραγματοποιήσει τις προετοιμασίες τους με σχεδόν απόλυτη ομοφωνία. Αν τα όργανά μας το επέτρεπαν, ίσως να είχαμε διακρίνει τον κίνδυνο που συγκεντρωνόταν ήδη από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Άνθρωποι όπως ο Σκιαπαρέλι παρατηρούσαν τον κόκκινο πλανήτη — είναι παράξενο, παρεμπιπτόντως, ότι επί αμέτρητους αιώνες ο Άρης υπήρξε το άστρο του πολέμου — αλλά δεν κατάφεραν να ερμηνεύσουν τις μεταβαλλόμενες μορφές των σημαδιών που τόσο προσεκτικά χαρτογραφούσαν. Όλο εκείνο το διάστημα οι Αρειανοί πρέπει να προετοιμάζονταν.

Κατά την αντίθεση του 1894 παρατηρήθηκε ένα μεγάλο φως στο φωτισμένο τμήμα του δίσκου του πλανήτη, πρώτα από το Αστεροσκοπείο Λικ, έπειτα από τον Περοτέν στη Νίκαια και στη συνέχεια από άλλους παρατηρητές. Οι Άγγλοι αναγνώστες πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά το γεγονός από το τεύχος του Nature της 2ας Αυγούστου. Τείνω να πιστεύω ότι εκείνη η λάμψη ίσως προερχόταν από την κατασκευή του τεράστιου πυροβόλου, μέσα στον πελώριο λάκκο που είχαν ανοίξει στον πλανήτη τους και από το οποίο εκτόξευσαν τα βλήματά τους προς εμάς. Παράξενα σημάδια, που ακόμη δεν έχουν εξηγηθεί, παρατηρήθηκαν κοντά στο σημείο εκείνης της έκρηξης κατά τις δύο επόμενες αντιθέσεις.

Η καταιγίδα ξέσπασε πάνω μας πριν από έξι χρόνια. Καθώς ο Άρης πλησίαζε στην αντίθεσή του, ο Λαβέλ από την Ιάβα έκανε τα τηλεγραφικά δίκτυα των αστρονομικών παρατηρητηρίων να πάλλονται από την εκπληκτική είδηση μιας τεράστιας έκρηξης πυρακτωμένου αερίου πάνω στον πλανήτη. Είχε συμβεί λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της δωδέκατης ημέρας· και το φασματοσκόπιο, στο οποίο κατέφυγε αμέσως, έδειξε μια μάζα φλεγόμενου αερίου, κυρίως υδρογόνου, που κινούνταν με τεράστια ταχύτητα προς τη Γη.

Αυτή η πύρινη εκτόξευση είχε γίνει αόρατη περίπου στις δώδεκα και τέταρτο. Την παρομοίασε με μια κολοσσιαία ριπή φλόγας που εκτινάχθηκε ξαφνικά και βίαια από τον πλανήτη, «σαν φλεγόμενα αέρια που ξεχύνονται από ένα κανόνι».

Η φράση αποδείχθηκε παράξενα εύστοχη. Κι όμως, την επόμενη ημέρα δεν υπήρχε τίποτε σχετικό στις εφημερίδες εκτός από μια μικρή σημείωση στην Daily Telegraph, και ο κόσμος παρέμενε ανυποψίαστος μπροστά σε έναν από τους σοβαρότερους κινδύνους που απείλησαν ποτέ το ανθρώπινο γένος.

Ίσως να μην είχα ακούσει καθόλου για την έκρηξη, αν δεν είχα συναντήσει τον Όγκιλβι, τον γνωστό αστρονόμο, στο Ότερσο. Ήταν εξαιρετικά αναστατωμένος από την είδηση και, μέσα στον ενθουσιασμό του, με προσκάλεσε να πάω μαζί του εκείνο το βράδυ για να παρατηρήσουμε τον κόκκινο πλανήτη.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Γουέλς Χέρμπερτ · Ο Πόλεμος των Κόσμων
Απόσπασμα
(πρώτη σελίδα)

Κάποιος θα πρέπει να είχε συκοφαντήσει τον Γιόζεφ Κ., γιατί ένα πρωί, χωρίς να έχει κάνει τίποτε κακό, τον συνέλαβαν.

Η μαγείρισσα της κυρίας Γκρούμπαχ, της σπιτονοικοκυράς του, που κάθε μέρα γύρω στις οκτώ του έφερνε το πρωινό του, εκείνο το πρωί δεν εμφανίστηκε. Αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ ξανά.

Ο Κ. περίμενε λίγο ακόμη. Από το μαξιλάρι του είδε τη γριά γυναίκα που έμενε απέναντι να τον παρατηρεί με μια ασυνήθιστη περιέργεια. Ύστερα, παραξενεμένος και πεινασμένος, χτύπησε το κουδούνι.

Αμέσως ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και μπήκε ένας άντρας που ο Κ. δεν είχε ξαναδεί ποτέ στο σπίτι.

«Γιατί δεν ήρθε το πρωινό μου;» ρώτησε.

Ύστερα από λίγο ένας από τους άντρες τού είπε:

«Είστε υπό σύλληψη.»

«Πώς είναι δυνατόν να είμαι υπό σύλληψη; Και μάλιστα μ’ αυτόν τον τρόπο;»

«Αρχίζετε πάλι τις ερωτήσεις», είπε ο φύλακας. «Σε τέτοιες ερωτήσεις δεν απαντάμε.»

Ο Κ. ζήτησε να δει τα έγγραφα, την ταυτότητά τους, το ένταλμα σύλληψης. Δεν του έδειξαν τίποτε.

Κανείς δεν του εξηγούσε για ποιο αδίκημα κατηγορούνταν.

Κι όμως, γύρω του όλοι συμπεριφέρονταν σαν να υπήρχε ήδη μια απόφαση που εκείνος ήταν ο μόνος που αγνοούσε.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Κάφκα Φραντς · Η Δίκη

Εμφανίζονται 1–5 από 5 καταχωρίσεις