Η Δίκη
1925
(πρώτη σελίδα)
Κάποιος θα πρέπει να είχε συκοφαντήσει τον Γιόζεφ Κ., γιατί ένα πρωί, χωρίς να έχει κάνει τίποτε κακό, τον συνέλαβαν.
Η μαγείρισσα της κυρίας Γκρούμπαχ, της σπιτονοικοκυράς του, που κάθε μέρα γύρω στις οκτώ του έφερνε το πρωινό του, εκείνο το πρωί δεν εμφανίστηκε. Αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ ξανά.
Ο Κ. περίμενε λίγο ακόμη. Από το μαξιλάρι του είδε τη γριά γυναίκα που έμενε απέναντι να τον παρατηρεί με μια ασυνήθιστη περιέργεια. Ύστερα, παραξενεμένος και πεινασμένος, χτύπησε το κουδούνι.
Αμέσως ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και μπήκε ένας άντρας που ο Κ. δεν είχε ξαναδεί ποτέ στο σπίτι.
«Γιατί δεν ήρθε το πρωινό μου;» ρώτησε.
Ύστερα από λίγο ένας από τους άντρες τού είπε:
«Είστε υπό σύλληψη.»
«Πώς είναι δυνατόν να είμαι υπό σύλληψη; Και μάλιστα μ’ αυτόν τον τρόπο;»
«Αρχίζετε πάλι τις ερωτήσεις», είπε ο φύλακας. «Σε τέτοιες ερωτήσεις δεν απαντάμε.»
Ο Κ. ζήτησε να δει τα έγγραφα, την ταυτότητά τους, το ένταλμα σύλληψης. Δεν του έδειξαν τίποτε.
Κανείς δεν του εξηγούσε για ποιο αδίκημα κατηγορούνταν.
Κι όμως, γύρω του όλοι συμπεριφέρονταν σαν να υπήρχε ήδη μια απόφαση που εκείνος ήταν ο μόνος που αγνοούσε.