Η Βιολέτα Πάρα (Violeta del Carmen Parra Sandoval) ήταν Χιλιανή τραγουδίστρια, τραγουδοποιός, συνθέτρια, λαογράφος και εικαστικός καλλιτέχνις και μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης πολιτιστικής ιστορίας της Χιλής. Με τη μουσική, την έρευνα και το καλλιτεχνικό της έργο συνέβαλε αποφασιστικά στη διάσωση και την ανανέωση της χιλιανής λαϊκής παράδοσης και θεωρείται μία από τις βασικές μορφές που άνοιξαν τον δρόμο για το κίνημα της Nueva Canción Chilena.
Γεννήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1917 στο San Fabián de Alico, κοντά στο San Carlos, στη νότια Χιλή. Μεγάλωσε σε πολυμελή οικογένεια με έντονη μουσική παράδοση. Ο πατέρας της ήταν δάσκαλος μουσικής, ενώ η μητέρα της τραγουδούσε και έπαιζε κιθάρα. Ανάμεσα στα αδέλφια της ήταν ο σημαντικός ποιητής Νικανόρ Πάρα και ο μουσικός και λαογράφος Ρομπέρτο Πάρα.
Η οικογένεια ζούσε σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες και μετακινούνταν συχνά κατά τα παιδικά της χρόνια. Η μουσική έγινε από πολύ νωρίς όχι μόνο τρόπος έκφρασης αλλά και μέσο βιοπορισμού. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, η οικονομική κατάσταση της οικογένειας επιδεινώθηκε και η Βιολέτα άρχισε να εμφανίζεται μαζί με μέλη της οικογένειάς της.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 μετακόμισε στο Σαντιάγο, όπου τραγουδούσε μαζί με τα αδέλφια της σε εστιατόρια, μπαρ και χώρους λαϊκής διασκέδασης. Το 1938 παντρεύτηκε τον Λουίς Σερεσέδα, εργαζόμενο στους σιδηροδρόμους και πολιτικά ενεργό, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, την Ισαμπέλ και τον Άνχελ, που αργότερα έγιναν σημαντικοί μουσικοί. Ο γάμος κατέληξε σε διαζύγιο και αργότερα η Πάρα παντρεύτηκε τον Λουίς Άρσε, με τον οποίο απέκτησε ακόμη δύο κόρες.
Στα πρώτα χρόνια της καριέρας της ερμήνευε διάφορα είδη λαϊκής μουσικής. Καθοριστική στροφή σημειώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν, με την ενθάρρυνση του αδελφού της Νικανόρ, άρχισε να ταξιδεύει σε αγροτικές περιοχές της Χιλής καταγράφοντας παραδοσιακά τραγούδια, ιστορίες, έθιμα και μελωδίες που κινδύνευαν να χαθούν. Κατέγραψε και μετέγραψε εκατοντάδες τραγούδια και αναζήτησε ηλικιωμένους τραγουδιστές και μουσικούς των οποίων η παράδοση δεν είχε έως τότε καταγραφεί συστηματικά.
Η έρευνα αυτή μεταμόρφωσε και τη δική της μουσική. Δεν αρκέστηκε στην αναπαραγωγή της παράδοσης, αλλά άρχισε να δημιουργεί πρωτότυπα τραγούδια βασισμένα σε παραδοσιακές φόρμες, με θέματα όπως η φτώχεια, η κοινωνική αδικία, η αγάπη, ο θάνατος, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η καθημερινή ζωή.
Η φήμη της σύντομα ξεπέρασε τα σύνορα της Χιλής. Ταξίδεψε στην Ευρώπη, έδωσε συναυλίες και ηχογράφησε στο εξωτερικό, ενώ έζησε για σημαντικά διαστήματα στη Γαλλία. Παράλληλα, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, την κεντητική, τη γλυπτική και άλλες μορφές εικαστικής δημιουργίας. Το 1964 έργα της παρουσιάστηκαν στο Musée des Arts Décoratifs, στο συγκρότημα του Λούβρου στο Παρίσι, μια εξαιρετικά σημαντική αναγνώριση για Λατινοαμερικανίδα καλλιτέχνιδα της εποχής.
Μετά την επιστροφή της στη Χιλή δημιούργησε το πολιτιστικό κέντρο Carpa de la Reina, με σκοπό να αποτελέσει μόνιμο χώρο για τη λαϊκή μουσική, την τέχνη και την πολιτιστική ανταλλαγή. Το εγχείρημα, όμως, αντιμετώπισε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και δεν προσέλκυσε το κοινό που εκείνη είχε ελπίσει.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής της συνέθεσε ορισμένα από τα σημαντικότερα τραγούδια της. Ανάμεσά τους ήταν το «Gracias a la Vida» («Ευχαριστώ τη Ζωή»), το οποίο αργότερα ερμήνευσαν καλλιτέχνες όπως η Mercedes Sosa, η Joan Baez και πολλοί άλλοι.
Η Βιολέτα Πάρα πέθανε αυτοκτονώντας στις 5 Φεβρουαρίου 1967 στο Σαντιάγο, σε ηλικία 49 ετών. Το μουσικό της έργο και η μεγάλη συμβολή της στη διάσωση της χιλιανής λαϊκής παράδοσης άλλαξαν βαθιά το πολιτιστικό τοπίο της χώρας και επηρέασαν γενιές καλλιτεχνών σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.