Υμνος στην Αφροδίτη
Απόδοση Ι. Κακριδής
Σε στολισµένο θρόνο εσύ που κάθεσαι
και πλέκεις δόλους, Αφροδίτη αθάνατη,
µη βασανίζεις την ψυχή µου, ∆έσποινα,
µε έγνοιες και βάσανα·
µόν’ έλα εδώ, όπως ήρθες κι άλλοτε,
που από µακριά το κάλεσµά µου τ’ άκουσες
κι αφήκες το παλάτι του πατέρα σου,
κι’ έζεψες να ’ρθεις το χρυσό σου το αµάξι.
Κι όµορφα σου το σέρνανε
γοργά στρουθιά φτεροκοπώντας σβέλτα
από ψηλά, στη µαύρη γης ολόγυρα,
µες στον αιθέρα.
Σε λίγο φτάσαν.
Τότε εσύ, ω µακάρια,
µε την αθάνατη όψη χαµογέλασες
και ρώτησες σαν τι έχω πάθει πάλι,
γιατί σε κράζω·
τί λαχταράει η καρδιά µου η ξέφρενη
τόσο πολύ· ποιαν η Πειθώ γυρεύεις,
Ψάπφα, να φέρει πάλι στην αγάπη σου,
σαν ποια σ’ αδίκησε;
Φεύγει; Σε λίγο θα σε κυνηγήσε·
δεν παίρνει δώρα; Γρήγορα θα δώσει·
δεν αγαπά; Σε λίγο θ’ αγαπήσει,
θέλει δε θέλει!
Έλα, θεά, και τώρα, γλίτωσέ µε
απ’ τη βαριά την έγνοια,
κάνε µού τα τα όσα ποθεί η καρδιά να γίνουν,
έλα ατή σου διαφέντεψέ µε!
Θα πεθάνεις και θα κείτεσαι, και µήτε
θ’ αποµείνει η θύµησή σου σε κανέναν,
µήτε και καηµός για σέ, τι οι Μούσες σού ’χουν
της Πιερίας αρνηθεί τα ρόδα, κι έτσι
και στον Κάτω Κόσµο ασήµαντη θα µείνεις,
σα βρεθείς µε τις σκιές των πεθαµένων.
.....
Άλλοι το ιππικό, άλλοι το πεζικό,
κάποιοι το ναυτικό
ορίζουν πως είναι το οµορφότερο πράγµα
πάνω στη µαύρη γη.
Όµως εγώ εκείνο που καθένας ερωτεύεται.
Κι έχω εξήγηση απλή, όλοι νοµίζω θα την ασπαστούν.
Γιατί εκείνη, η αξεπέραστη στον κόσµο καλλονή,
η Ελένη, παράτησε πανάριστον τον άντρα της
κι ανέβηκε στο πλοίο για την Τροία.
Ούτε που νοιάστηκε για το παιδί της,
µήτε για τους γονείς της.
Της συνεπήρε η Κύπρις το µυαλό.
Έτσι κι εγώ στοχάζοµαι την Ανακτορία απούσα.
Πώς θα ᾽θελα το εράσµιο βήµα της να δω,
τη φεγγοβόλα λάµψη του προσώπου. Όχι αµάξια λυδικά
και πάνοπλους πεζούς να µάχονται.
(Απόδοση ∆. Μαρωνίτης)