Αρχική Ποιητές Ποίημα
Ατθίδα
σε απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη

Σαν άνεµος µου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη
σαν άνεµος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
'Ηρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα
δρόσισες την ψυχούλα µου, που έκαιγε ο πόθος.
Από το γάλα πιο λευκή
απ' το νερό πιο δροσερή
κι από το πέπλο το λεπτό, πιο απαλή.
Από το ρόδο πιο αγνή
απ' το χρυσάφι πιο ακριβή
κι από τη λύρα πιο γλυκιά, πιο µουσική...
-------------------------
Θεός µου φαίνεται..
Θεός µου φαίνεται στ΄ αλήθεια εµένα κείνος
ο άντρας που κάθεται αντίκρυ σου κι από
κοντά τη γλύκα της φωνής σου απολαµβάνει
και το γέλιο σου αχ που ξελογιάζει
και που λιώνει στο στήθος την καρδιά µου
σου τ΄ ορκίζοµαι" γιατί µόλις που πάω να
σε κοιτάξω νιώθω ξάφνου µου κόβεται η µιλιά µου
µες στο στόµα η γλώσσα µου στεγνώνει"
πυρετός κρυφός µε σιγοκαίει
κι ούτε βλέπω τίποτα ούτε ακούω
µα βουίζουν τ΄ αυτιά µου κι ένας κρύος ιδρώτας
το κορµί µου περιχέει"
τρέµω σύγκορµη αχ και πρασινίζω
σαν το χόρτο και λέω πώς λίγο ακόµη"
λίγο ακόµη και πάει θα ξεψυχήσω.

-------------------------------

Φαίνεταί μοι κῆνος ἴσος θεοῖσιν
ἔμμεν᾽ ὤνηρ, ὄττις ἐνάντιός τοι
ἰσδάνει καὶ πλάσιον ἆδυ φωνεί-
σας ὐπακούει,

καὶ γελαίσας ἰμέροεν, τό μ᾽ ἦ μὰν
καρδίαν ἐν στήθεσιν ἐπτόαισεν·
ὠς γὰρ ἔς σ᾽ ἴδω βρόχε᾽, ὤς με φώνα-
ισ᾽ οὐδ᾽ ἒν ἔτ᾽ εἴκει,

ἀλλὰ κὰμ μὲν γλῶσσα ἔαγε, λέπτον
δ᾽ αὔτικα χρῷ πῦρ ὐπαδεδρόμηκεν,
ὀππάτεσσι δ᾽ οὐδὲν ὄρημμ᾽, ἐπιρρόμ-
βεισι δ᾽ ἄκουαι,

κὰδ δέ μ᾽ ἴδρως κακχέεται, τρόμος δὲ
παῖσαν ἄγρει, χλωροτέρα δὲ ποίας
ἔμμι, τεθνάκην δ᾽ ὀλίγω ᾽πιδεύης
φαίνομαι ἔμ᾽ αὔτᾳ.



← Επιστροφή στην αρχική