Η ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ Η ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ
1947
(αποσπάσματα)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
Κάθε ψυχολογική εξήγηση καταλήγει αργά ή γρήγορα είτε στη βιολογία είτε στη λογική — ή στην κοινωνιολογία, η οποία τελικά θέτει πολλά από τα ίδια θεμελιώδη ερωτήματα.
Για ορισμένους στοχαστές, τα νοητικά φαινόμενα μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο σε σχέση με τον οργανισμό. Αυτή η προσέγγιση είναι προφανώς απαραίτητη όταν μελετούμε στοιχειώδεις λειτουργίες, όπως η αντίληψη και η κίνηση, από τις οποίες αναπτύσσεται η νοημοσύνη. Ωστόσο, η βιολογία από μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί δύο και δύο κάνουν τέσσερα ή γιατί ορισμένα λογικά συμπεράσματα εμφανίζονται ως αναγκαία στον ανθρώπινο νου.
Έτσι προκύπτει μια δεύτερη προσέγγιση: η άποψη ότι οι λογικές και μαθηματικές σχέσεις δεν μπορούν να αναχθούν σε βιολογικές διεργασίες και ότι οι ανώτερες λειτουργίες της νοημοσύνης πρέπει επομένως να κατανοηθούν μέσα από την ίδια τη λογική.
Η λογική, όμως, δεν μπορεί απλώς να αντικαταστήσει την ψυχολογία. Η τυπική λογική περιγράφει τις δομές της σκέψης όταν αυτές έχουν φτάσει σε μια κατάσταση ισορροπίας· η ψυχολογία, αντίθετα, προσπαθεί να κατανοήσει πώς αυτές οι δομές δημιουργούνται και εξελίσσονται.
Η ψυχολογία της νοημοσύνης πρέπει, επομένως, να λαμβάνει υπόψη τις ανακαλύψεις της λογικής, χωρίς όμως η λογική να υπαγορεύει τις ψυχολογικές εξηγήσεις. Μπορεί να αναδεικνύει προβλήματα και δομές, ενώ η ψυχολογία καλείται να διερευνήσει πώς αυτές οι δομές εμφανίζονται και αναπτύσσονται.
Πρέπει λοιπόν να ξεκινήσουμε από τη διπλή φύση της νοημοσύνης: είναι ταυτόχρονα βιολογική και λογική. Το ζητούμενο είναι να κατανοήσουμε πώς αυτές οι δύο φαινομενικά διαφορετικές πλευρές της ανθρώπινης σκέψης μπορούν να συνδεθούν σε μια ενιαία ερμηνεία.
### Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗ ΝΟΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ
Κάθε αντίδραση — είτε πρόκειται για μια εξωτερική πράξη είτε για μια εσωτερική πράξη σκέψης — αποτελεί μια μορφή προσαρμογής ή, ακριβέστερα, επαναπροσαρμογής.
Το άτομο δρα όταν εμφανίζεται μια ανάγκη, όταν δηλαδή διαταράσσεται η ισορροπία ανάμεσα στον οργανισμό και το περιβάλλον του. Η δράση τείνει να αποκαταστήσει αυτή την ισορροπία και να δημιουργήσει μια νέα προσαρμογή ανάμεσα στο άτομο και στον κόσμο που το περιβάλλει.
Μια αντίδραση αποτελεί επομένως μορφή αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο υποκείμενο και το εξωτερικό περιβάλλον. Σε αντίθεση όμως με τις καθαρά φυσιολογικές αλληλεπιδράσεις, οι αντιδράσεις που μελετά η ψυχολογία είναι λειτουργικές και όχι απλώς υλικές. Μπορούν να εκτείνονται σε όλο και μεγαλύτερες αποστάσεις στον χώρο, όπως συμβαίνει με την αντίληψη, και στον χρόνο, όπως συμβαίνει με τη μνήμη. Μπορούν επίσης να ακολουθούν ολοένα πιο σύνθετες διαδρομές, που περιλαμβάνουν αντιστροφές, έμμεσους δρόμους και συνδυασμούς ενεργειών.
Η συμπεριφορά, αν την κατανοήσουμε με αυτόν τον τρόπο, περιλαμβάνει δύο θεμελιώδεις και στενά συνδεδεμένες διαστάσεις: τη συναισθηματική και τη γνωστική.
Η σχέση ανάμεσα στο συναίσθημα και τη νόηση έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων. Ορισμένοι ψυχολόγοι διέκριναν ανάμεσα στη δράση που κατευθύνεται προς ένα αντικείμενο και στη συναισθηματική αντίδραση του ατόμου απέναντι στις ίδιες του τις πράξεις. Από αυτή την άποψη, τα συναισθήματα ρυθμίζουν την ενέργεια της συμπεριφοράς.
Άλλοι υποστήριξαν ότι τα συναισθήματα καθορίζουν τους στόχους της συμπεριφοράς, ενώ η νοημοσύνη παρέχει τα μέσα για την επίτευξή τους. Ωστόσο, ο άνθρωπος έχει επίγνωση όχι μόνο των μέσων που χρησιμοποιεί αλλά και των στόχων του, και αυτή η επίγνωση μεταβάλλει συνεχώς την κατεύθυνση των πράξεών του.
Ίσως λοιπόν είναι ακριβέστερο να πούμε ότι το συναίσθημα παρέχει την ενέργεια που απαιτείται για τη δράση, ενώ η νόηση προσδίδει στη δράση τη δομή της.
Η ψυχολογία Gestalt προσέγγισε το ζήτημα με παρόμοιο τρόπο, θεωρώντας τη συμπεριφορά μέρος ενός συνολικού πεδίου που περιλαμβάνει τόσο το άτομο όσο και τα αντικείμενα της εμπειρίας του. Η δυναμική αυτού του πεδίου συνδέεται με το συναίσθημα, ενώ η οργάνωσή του εξαρτάται από την αντίληψη, τη δράση και τη νοημοσύνη.
Μπορούμε να δεχθούμε μια παρόμοια διατύπωση, αρκεί να αναγνωρίσουμε ότι ούτε τα συναισθήματα ούτε οι γνωστικές δομές εξαρτώνται αποκλειστικά από την άμεση κατάσταση. Διαμορφώνονται επίσης από ολόκληρη την προηγούμενη ιστορία του ατόμου.
Κάθε δράση έχει επομένως τόσο μια συναισθηματική ή ενεργειακή πλευρά όσο και μια γνωστική ή δομική πλευρά. Οι δύο αυτές διαστάσεις δεν μπορούν στην πραγματική συμπεριφορά να διαχωριστούν.
[...]
Η αισθησιοκινητική νοημοσύνη οδηγεί σταδιακά σε μια εμπειρική οργάνωση των κινήσεων του σώματος. Οι κινήσεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν αντιστροφές, παρακάμψεις και συντονισμένες ενέργειες που κατευθύνονται προς πρακτικούς στόχους.
Σε αυτό το πρώιμο στάδιο, ωστόσο, δεν μπορούμε ακόμη να μιλήσουμε για ένα πραγματικό σύστημα νοητικών πράξεων. Η οργάνωση υπάρχει κυρίως στις πράξεις που πραγματοποιούνται στην πραγματικότητα. Οι χωρικές, χρονικές, λογικές, αριθμητικές και πρακτικές σχέσεις παραμένουν στενά συνδεδεμένες και δεν έχουν ακόμη διαφοροποιηθεί σε ανεξάρτητα συστήματα σκέψης.
Με την εμφάνιση της συμβολικής αναπαράστασης συντελείται μια σημαντική αλλαγή. Η πρακτική δράση αρχίζει να διαχωρίζεται από τη νοητική αναπαράσταση. Το παιδί μπορεί πλέον να αναπαριστά αντικείμενα και γεγονότα που δεν βρίσκονται άμεσα μπροστά του.
Στην αρχή, ωστόσο, οι λογικές και αριθμητικές πράξεις εξακολουθούν να συνδέονται στενά με τη χωρική και χρονική εμπειρία. Η σκέψη παραμένει σε μεγάλο βαθμό διαισθητική και προ-λογική.
Γύρω στην ηλικία των επτά ή οκτώ ετών εμφανίζεται μια νέα μορφή οργάνωσης. Οι λογικές και αριθμητικές πράξεις αποκτούν μεγαλύτερη ανεξαρτησία από την άμεση αντίληψη και δράση. Τα παιδιά γίνονται ικανά να κατανοούν με πιο συστηματικό τρόπο τις κατηγορίες, τις σχέσεις, τους αριθμούς και τις αναστρέψιμες νοητικές πράξεις.
Αργότερα, με την ανάπτυξη των τυπικών νοητικών πράξεων, η σκέψη αποκτά τη δυνατότητα να ξεπερνά τις συγκεκριμένες καταστάσεις. Το άτομο μπορεί να συλλογίζεται πάνω σε υποθέσεις, δυνατότητες και προτάσεις χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από την άμεση εμπειρία.
Πρόκειται για μια σημαντική μεταμόρφωση: η νοημοσύνη δεν περιορίζεται πλέον στην οργάνωση πράξεων που εκτελούνται στον πραγματικό κόσμο, αλλά μπορεί να λειτουργεί πάνω σε πιθανές καταστάσεις και αφηρημένες σχέσεις.
[...]
Μια αντίδραση, λοιπόν, αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο άτομο και τον εξωτερικό κόσμο. Σε αντίθεση με τις φυσιολογικές αλληλεπιδράσεις, οι οποίες συνεπάγονται υλικές μεταβολές στον οργανισμό, οι ψυχολογικές αντιδράσεις είναι λειτουργικές. Μπορούν να εκτείνονται στον χώρο μέσω της αντίληψης και στον χρόνο μέσω της μνήμης, ενώ γίνονται ολοένα πιο σύνθετες μέσα από έμμεσες ενέργειες, αντιστροφές και εναλλακτικές διαδρομές.