Ουάϊλντ Όσκαρ

Ουάϊλντ Όσκαρ 1854 έως 1900 (46)

«Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άλλοι άνθρωποι. Γνώμες κάποιου άλλου είναι οι σκέψεις τους, μίμηση οι ζωές τους, αντιγραφή τα πάθη τους.»

Βιογραφία

Ο Όσκαρ Ουάιλντ (16 Οκτωβρίου 1854 – 30 Νοεμβρίου 1900) ήταν Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, ποιητής και δοκιμιογράφος, μία από τις πιο ιδιαίτερες φωνές της ύστερης βικτωριανής εποχής. Πίσω από τα ευφυολογήματα, την εκκεντρική εμφάνιση και την επιμελώς διαμορφωμένη δημόσια εικόνα του βρισκόταν ένας συγγραφέας που διερευνούσε την ομορφιά, την υποκρισία, την επιθυμία και την ελευθερία του ατόμου.

Γεννήθηκε στο Δουβλίνο και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον με έντονη πνευματική ζωή. Ο πατέρας του, Γουίλιαμ Ουάιλντ, ήταν διακεκριμένος χειρουργός, ενώ η μητέρα του, Τζέιν, έγραφε ποιήματα με το ψευδώνυμο Σπεράντσα και υποστήριζε το ιρλανδικό εθνικό κίνημα. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Trinity College του Δουβλίνου και στη συνέχεια στο Magdalen College της Οξφόρδης. Η αρχαία ελληνική γραμματεία και οι συζητήσεις για τη φύση και τον σκοπό της τέχνης διαμόρφωσαν ουσιαστικά τη σκέψη του.

Μετά τις σπουδές του εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και αναδείχθηκε σε έναν από τους γνωστότερους εκπροσώπους του αισθητισμού. Το 1882 πραγματοποίησε περιοδεία διαλέξεων στη Βόρεια Αμερική, αποκτώντας ευρύτερη δημοσιότητα. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος, κριτικός και επιμελητής περιοδικού. Το 1884 παντρεύτηκε την Κόνστανς Λόιντ, με την οποία απέκτησε δύο γιους, τον Σίριλ και τον Βίβιαν. Τα παραμύθια της συλλογής Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλες ιστορίες (1888) ανέδειξαν την τρυφερότητα και την ευαισθησία του απέναντι στον ανθρώπινο πόνο, στοιχεία που συχνά επισκιάζονται από τη φήμη του ως λάτρη της απόλαυσης.

Το μοναδικό του μυθιστόρημα, Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι, δημοσιεύτηκε αρχικά σε περιοδικό το 1890 και κυκλοφόρησε σε διευρυμένη έκδοση βιβλίου το 1891. Η σύνδεση της ομορφιάς με τη διαφθορά και την κρυμμένη επιθυμία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Ακολούθησαν οι μεγάλες θεατρικές επιτυχίες του: Η βεντάλια της λαίδης Γουίντερμιρ (1892), Μια γυναίκα χωρίς σημασία (1893), Ένας ιδανικός σύζυγος (1895) και Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός (1895). Με κομψό διάλογο και ανατρεπτικό χιούμορ, οι κωμωδίες του εξέθεταν τις προκαταλήψεις και τα διπλά μέτρα της καλής κοινωνίας.

Το 1895, στο απόγειο της επιτυχίας του, κινήθηκε δικαστικά για συκοφαντική δυσφήμηση εναντίον του μαρκησίου του Κουίνσμπερι, πατέρα του εραστή του, λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας. Η υπόθεση κατέρρευσε και ακολούθησαν ποινικές δίκες εναντίον του ίδιου. Καταδικάστηκε για πράξεις μεταξύ ανδρών που ο τότε νόμος χαρακτήριζε «βαριά απρέπεια», σε δύο χρόνια φυλάκισης με καταναγκαστική εργασία. Η φυλακή κλόνισε την υγεία του, ενώ η οικονομική καταστροφή και ο αποχωρισμός από την οικογένειά του επιβάρυναν ακόμη περισσότερο τη θέση του.

Στη διάρκεια της κράτησής του έγραψε τη μακροσκελή επιστολή που έγινε γνωστή ως Εκ βαθέων. Μετά την αποφυλάκισή του, το 1897, έφυγε για τη Γαλλία. Στη Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντινγκ (1898), η εμπειρία του εγκλεισμού μετατρέπεται σε στοχασμό για την τιμωρία, τον πόνο και την κοινή ανθρώπινη ευαλωτότητα. Πέθανε στο Παρίσι στις 30 Νοεμβρίου 1900, σε ηλικία σαράντα έξι ετών.