ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΙΛΝΤ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ


Ο Όσκαρ Γουάιλντ είχε καταδικαστεί σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα για ομοφυλοφιλία και ενόσω εξέτιε την ποινή του στη φυλακή του Reading, στις 7 Ιουνίου 1896, κρεμάσανε έναν 30χρονο άνδρα ο οποίος νωρίτερα εκείνο τον χρόνο είχε σφάξει την γυναίκα του. Έγραψε το ποίημα μετά που αποφυλακίστηκε, 3 χρόνια προτού πεθάνει στο Παρίσι.

ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΙΛΝΤ

Η Μπαλάντα Της Φυλακής Του Ρήντινγκ (Reading)

Ι
Δε φορούσε το κόκκινο παλτό του,
γιατί το αίμα και το κρασί είναι κόκκινα
και αίμα και κρασί υπήρχε στα χέρια του,
όταν τον βρήκανε με τη νεκρή,
τη φτωχή νεκρή γυναίκα που αγαπούσε
και δολοφόνησε στο κρεβάτι της.

Περπατούσε ανάμεσα στους καταδίκους
ντυμένος την φθαρμένη γκρίζα στολή.
Ένα κασκέτο του κρίκετ είχε στο κεφάλι.
Και το βήμα του φαινόταν ελαφρύ και χαρούμενο.
Ποτέ μου δεν είδα άνθρωπο
να κοιτά με τόση λαχτάρα την ημέρα.

1
Ποτέ μου δεν είδα άνθρωπο να κοιτά
Με τόσο σκεφτικό μάτι
Αυτό το μικρό γαλάζιο κομμάτι,
Που οι κατάδικοι αποκαλούν ουρανό,
Και κάθε σύννεφο που γλιστρούσε
Φεύγοντας με πανιά από ασήμι.

Περπατούσα με άλλες πονεμένες ψυχές
Σε έναν ακόμη κύκλο
Και αναρωτιόμουν αν ο άνθρωπος αυτός είχε κάνει
Μεγάλο ή μικρό κακό
Όταν μια φωνή πίσω μου ψιθύρισε σιγανά,
«Αυτός ο φιλαράκος πρόκειται να κρεμαστεί»

Χριστέ μου! Οι ίδιοι οι τοίχοι της φυλακής
Ξαφνικά φάνηκαν να ραγίζουν,
Και ο ουρανός πάνω από το κεφάλι μου έγινε
Σαν ένα κράνος πυρακτωμένου χάλυβα
Και παρόλο που ήμουν μια πονεμένη ψυχή
Τον πόνο μου δεν μπορούσα να νιώσω.

Ήξερα μόνο κυνηγημένος από ποια σκέψη
Τάχυνε το βήμα του και γιατί
Κοίταζε την φανταχτερή ημέρα
Με τόσο μελαγχολικό μάτι.
Είχε σκοτώσει ό,τι αγαπούσε
Γι’ αυτό και έπρεπε να πεθάνει.

Κι όμως κάθε άνθρωπος σκοτώνει ό,τι αγαπά
Ας το ακούσουν αυτό όλοι,
Μερικοί το κάνουν με ένα πικρό βλέμμα
Μερικοί με μια κολακευτική λέξη,
Ο δειλός με ένα φιλί,
Ο γενναίος με το σπαθί.

2
Κάποιοι σκοτώνουν την αγάπη τους νέοι,
Άλλοι όταν γερνά,
Ένας τη πνίγει με τα χέρια του πόθου,
Άλλος με τα χέρια του πλούτου:
Οι πιο συμπονετικοί χρησιμοποιούν μαχαίρι
Οι νεκροί τόσο γρήγορα παγώνουν

Μερικοί αγαπάνε πολύ λίγο, άλλοι τόσο πολύ
Μερικοί πουλούν και άλλοι αγοράζουν
Κάποιοι το κάνουν με πολλά δάκρυα,
Άλλοι δίχως στεναγμό,
Γιατί ο καθένας σκοτώνει ό,τι αγαπά.
Κι όμως, δεν πεθαίνει ο καθένας.

Δεν πεθαίνει με ένα θάνατο ατίμωσης
Μια μέρα σκοτεινής ντροπής,
Ούτε μπαίνει θηλιά γύρω από το λαιμό του
Ούτε του φοράνε ένα πανί στο πρόσωπο.
Ούτε πέφτουν τα πόδια του μέσα από το πάτωμα
Μέσα στο άδειο κενό.

Δε βρίσκεται ανάμεσα σε σιωπηλούς φύλακες,
να τον προσέχουνε νύχτα και μέρα,
να τον προσέχουν όταν θέλει να κλάψει
και όταν πασχίζει να προσευχηθεί,
Να τον προσέχουν μην τυχόν κλέψει
Την φυλακή από το θύμα της.

Δεν ξυπνά την αυγή να δει
Φριχτές φιγούρες να γεμίζουν το κελί του,
Τον τρεμάμενο Εφημέριο ντυμένο στα λευκά,
Τον σερίφη με το σοβαρό πρόσωπο
Τον κυβερνήτη με τα επίσημα αστραφτερά μαύρα,
Και το κίτρινο πρόσωπο της τελικής κρίσης.
3
Δε σηκώνεται με αξιολύπητη σπουδή
Για να ντυθεί του κατάδικου τη φορεσιά,
Όσο ο γιατρός τον παρατηρεί
σκοτεινά αμίλητος και γράφει,
Κάθε χειρονομία και κάθε νευρική του σύσπαση,
Κρατώντας ένα ρολόι που κάθε ελαφρύ του τικ
Μοιάζει με το πιο βαρύ χτύπημα σφυριού.

Δε γνωρίζει την αρρωστημένη δίψα
Που κολλά σαν άμμος στο λαιμό, προτού
Ο δήμιος με τα κηπουρικά του γάντια,
Γλιστρήσει από τη σιδερόφραχτη πόρτα
Για να τυλίξει το λαιμό με δερμάτινα λουριά,
Ώστε αυτός ο λαιμός ποτέ να μη διψάσει ξανά.

Δεν σκύβει το κεφάλι ν' ακούσει
Να διαβάζουν την νεκρώσιμη ακολουθία,
Ούτε, ενώ ο φόβος της ψυχής του,
τον διαβεβαιώνει πως δεν είναι πεθαμένος
Διασταυρώνεται με το ίδιο του το φέρετρο,
Καθώς περνάει από τα φριχτά υπόγεια.

Δεν ατενίζει επίμονα τον ουρανό
μέσα από τον μικρό γυάλινο φεγγίτη,
δεν προσεύχεται με πετρωμένα
χείλη ζητώντας το τέλος της αγωνίας του,
ούτε αισθάνεται στο ανατριχιασμένο του μάγουλο,
το φιλί του Καϊάφα.

ΙΙ
4
Έξι βδομάδες έφερνε βόλτες την αυλή
Με τη φθαρμένη γκρίζα του στολή,
Με το κασκέτο στο κεφάλι
Και το βήμα του ελαφρύ και χαρούμενο,
Αλλά ποτέ μου δεν είδα άνθρωπο να κοιτάζει
Με τέτοια λαχτάρα την ημέρα.
Ποτέ δεν είδα άνθρωπο να κοιτάζει με τέτοιο μάτι
γεμάτο λαχτάρα τη μικρή γωνιά του γαλάζιου,
που οι κατάδικοι ονομάζουν ουρανό,
και το καθένα από τα διαβατάρικα σύννεφα,
που περνούσαν σαν πούπουλα φωτεινά.

Δεν στράγγιζε τα χέρια ούτε κι έκλαιγε,
Δεν κρυφοκοιτούσε ούτε μαράζωνε,
Αλλά ρουφούσε τον αέρα λες και περιείχε
Κάτι που θα του γιάτρευε ανώδυνα τον πόνο.
Με ανοιχτό στόμα έπινε τον ήλιο
Λες κι ήτανε κρασί

Κι εμείς οι υπόλοιπες πονεμένες ψυχές
Που αλωνίζαμε στον άλλο κύκλο,
Ξεχνούσαμε αν κι εμείς είχαμε
κάνει Μεγάλο ή μικρό κακό,
Και παρακολουθούσαμε με βλέμμα θαμπής κατάπληξης
Τον άνθρωπο που επρόκειτο να κρεμαστεί.

5
Και παράξενο ήταν να τον βλέπεις να περνάει
Με ένα βήμα τόσο ελαφρύ και χαρούμενο
Και παράξενο ήταν να τον βλέπεις να κοιτάζει
Με τόσο πόθο την ημέρα,
Και παράξενο ήταν να τον σκέφτεσαι ότι αυτός
Είχε ένα τέτοιο χρέος να πληρώσει.

Γιατί οι βελανιδιές και οι φτελιές
έχουν ευχάριστα φύλλα
Τα οποία η Άνοιξη έχει ξεπετάξει
Αλλά είναι ζοφερό να βλέπεις το δέντρο της κρεμάλας
Με τις εχιδνο-φαγωμένες ρίζες
Είτε πράσινο είτε ξερό,
ένας άνθρωπος πρέπει να πεθάνει
Προτού να δώσει τους καρπούς του

Η πιο ψηλή θέση έχει την μεγαλύτερη χάρη
Προς αυτήν κατευθύνονται του κόσμου οι προσπάθειες
Ποιος όμως θα σταθεί με την δερμάτινη ζώνη
Στην υψηλή κρεμάλα,
Και μέσα από του δολοφόνου το περιλαίμιο
Να ρίξει την τελευταία του ματιά στον ουρανό.

Είναι γλυκό με βιολιά να χορεύεις
Όταν ο έρωτας και η ζωή φέρονται δίκαια
Να χορεύεις με φλάουτα,
να χορεύεις με λαγούτα,
Είναι ντελικάτο, είναι σπάνιο:
Αλλά καθόλου δεν είναι όμορφο με ευκίνητα πόδια
Να χορεύεις πάνω στον αέρα!

Έτσι με περίεργα μάτια και αρρωστημένες υποθέσεις,
Τον παρατηρούσαμε, μέρα με τη μέρα
κι αναρωτιόμαστε αν ο καθένας από μας
δεν θα τελείωνε με τον ίδιο τρόπο.
Γιατί κανένας δε ξέρει σε ποια κόκκινη κόλαση
Μπορεί να πλανηθεί η αόμματη ψυχή του.

6
Τελικά, ο νεκρός άνθρωπος δεν περπάτησε ξανά
Ανάμεσα στους δοκιμασμένους άνδρες
Και γνώριζα ότι στεκόταν πια
Στην μαύρης αποβάθρας το φρικτό μαντρί
Και ότι ποτέ δεν θα έβλεπα το πρόσωπο του
Στου Θεού τον γλυκό κόσμο ξανά.

Όπως δύο καταδικασμένα πλοία
που διαβαίνουν καταιγίδα
Είχαν διασταυρωθεί οι δρόμοι μας,
Όμως κανένα νεύμα δεν κάναμε,
καμία λέξη δεν ανταλλάξαμε
Δεν είχαμε καμία λέξη να πούμε
Καθώς δε συναντηθήκαμε σ' αγιασμένη νύχτα,
αλλά στης ντροπής την ημέρα.

Ένας τοίχος φυλακής μας περιτριγύριζε,
Δύο απόβλητοι ήμασταν
Ο κόσμος μας είχε αποβάλει από την καρδιά του
Και ο Θεός από την φροντίδα του:
Κι η σιδερένια παγίδα που περιμένει την αμαρτία,
μας είχε πιάσει στη δαγκάνα της.

ΙΙΙ
7
Στην αυλή της φυλακής, οι πέτρες είναι σκληρές
Και οι μουχλιασμένοι τοίχοι ψηλοί,
Ήταν εδώ που έπαιρνε αέρα
Κάτω από τον μολυβένιο ουρανό
Κι ανάμεσα σε δύο φύλακες
Που τον προσέχανε να μη πεθάνει.

Ή αλλιώς καθόταν με κείνους που παραφύλαγαν
Την αγωνία του, νύχτα και μέρα,
Που τον παραφύλαγαν όταν σηκωνόταν να κλάψει
Κι όταν γονάτιζε να προσευχηθεί,
Που τον παραφύλαγαν να μη κλέψει,
Τον δήμιο από την λεία του.

Ο διευθυντής μας ήτανε αυστηρός
Με τα άρθρα του νόμου:
Ο γιατρός διαβεβαίωνε πως ο θάνατος δεν είναι
Παρά επιστημονικό δεδομένο:
Δυο φορές τη μέρα ο παπάς τον καλούσε
Και του άφηνε ένα μικρό φυλλάδιο

Και δυο φορές τη μέρα κάπνιζε τη πίπα του
κι έπινε το ποτήρι με τη μπύρα:
H ψυχή του ήταν αποφασισμένη και δεν κρατούσε
Σε κάποιο κρυμμένο μέρος φόβο
Έλεγε συχνά πως ήταν ευχαριστημένος
Που ένιωθε τον δήμιο κοντά.

Μα γιατί μιλούσε τόσο παράξενα,
Κανένας φύλακας δε τολμούσε να ρωτήσει,
Γιατί εκείνος που τη μοίρα του φύλακα
Αναλαμβάνει σαν καθήκον του
Πρέπει να βάλει κλειδαριά στα χείλη
Και μάσκα να κάνει το πρόσωπο του.

10
Αλλιώτικα θα μπορούσε
συγκινημένος να προσπαθήσει
Να παρηγορήσει ή να ανακουφίσει
Και τι θα μπορούσε ο ανθρώπινος οίκτος να κάνει
Σ' αυτή τη τρύπα των φονιάδων;
Ποια λόγια στοργικά θα μπορούσαν
σε ένα τέτοιο μέρος να βοηθήσουν μιαν αδελφή ψυχή;

Με βήμα βαρύ και ρυθμικό γύρω από τον κύκλο
Τσαλαπατούσαμε, μια τρελή παρέλαση
Δεν νοιαζόμαστε: ξέραμε πως ήμασταν
Του ίδιου του διαβόλου η ταξιαρχία
Με κεφάλια ξυρισμένα και σιδεροδέσμια πόδια,
Ήμασταν μια χαρωπή μασκαράτα.

Ξαίναμε τρίχα-τρίχα κατραμωμένα σκοινιά
με νύχια ματωμένα και φαγωμένα.
Τρίβαμε τις πόρτες και σφουγγαρίζαμε τα πατώματα
και καθαρίζαμε τα αστραφτερά σίδερά μας
και σε ομάδες, σαπουνίζαμε τα κουφώματα,
άνοντας θόρυβο με τους κουβάδες.

Ράβαμε σακιά και σπάζαμε πέτρες,
Γυρνούσαμε το σκονισμένο τρυπάνι
σκοντάφταμε στους κάδους και φωνάζαμε ύμνους
Άλλοι ιδρώνανε στο μύλο.
Μα στη καρδιά του καθενός
Ο τρόμος απλωνόταν σιωπηλός

Τόσο σιωπηλός παρέμενε που κάθε μέρα
Κύλαγε σαν καλυμμένο με φύκια κύμα
Και ξεχνούσαμε την πικρή μοίρα
Που περιμένει τους τρελούς και τους απατεώνες
Ως τη στιγμή που επιστρέφοντας από τη δουλειά
Περάσαμε από ένα ανοιχτό τάφο.

11
Με στόμα ανοιχτό η κίτρινη τρύπα
Περίμενε τη ζωντανή τροφή,
Ακόμα κι η λάσπη κραύγαζε για αίμα
Προς τον διψασμένο ασφαλτοστρωμένο κύκλο:
Και ξέραμε πως πριν να γίνει η αυγή μέρα
Ένας κρατούμενος έπρεπε να κρεμαστεί.

Μπήκαμε στα κελιά με την ψυχή στραμμένη
Προς τον θάνατο, τη φρίκη και τη μοίρα.
Ο δήμιος με το μικρό του σάκο,
Πέρασε σέρνοντας τα πόδια μέσα στο σκοτάδι
Και κάθε φυλακισμένος
έτρεμε όπως γλιστρούσε
Μέσα στον αριθμημένο τάφο του.

Αυτή τη νύχτα, οι έρημοι διάδρομοι
Ήταν γεμάτοι από μορφές του φόβου
Και πάνω και κάτω στη σιδερένια πολιτεία,
Κλεφτά πόδια δεν μπορούσαμε να ακούσουμε
Κι ανάμεσα στα κάγκελα που κρύβανε τ' άστρα,
Άσπρα πρόσωπα μοιάζανε να προβάλλουν.

Αυτός ξεκουραζόταν
σαν κάποιο που κοιμάται κι ονειρεύεται
Πάνω στο μαλακό χορτάρι ενός λιβαδιού.
Οι φύλακες τον κοίταζαν καθώς κοιμόταν
Και δε μπορούσαν να καταλάβουν
Πως μπορούσε να κοιμάται ήσυχα,
Με τον δήμιο τόσο κοντά του.

Μα δεν υπάρχει ύπνος
όταν οι άνδρες πρέπει να κλάψουν
Αυτοί που ποτέ ως τώρα δε χύσανε δάκρια
Έτσι κι εμείς, οι τρελοί,
οι κατεργάρηδες, οι απατεώνες,
Σε αυτή την ατέλειωτη αγρυπνία,
Και μέσα σε κάθε νου, έφτανε έρποντας
η φρίκη για τον πόνο του άλλου.

12
Αλίμονο, είναι πράγμα φριχτό
Να νιώθεις του άλλου την ενοχή
Γιατί κατευθείαν, το ξίφος του κακού
Βύθιζε την φαρμακωμένη λεπίδα του
Και σαν λιωμένο μολύβι ήταν τα δάκρυα μας
Για το αίμα που δεν χύσαμε

Οι φύλακες με τα μαλακά σανδάλια,
Περνούσαν μπροστά από τις κλειδωμένες πόρτες,
Απ’ τα παράθυρα κοιτούσαν και έβλεπα
με μάτια γεμάτα δέος,
γκρίζες σκιές στο έδαφος,
Κι αναρωτιόντανε γιατί γονάτιζαν
οι άνδρες να προσευχηθούν
Αυτοί που δεν είχανε ποτέ τους προσευχηθεί.

Όλη τη νύχτα γονατισμένοι προσευχόμαστε
Τρελοί πενθούντες ενός πτώματος.
Τα ταραγμένα λοφία του μεσονυχτίου
ήταν σαν λοφία στ' άλογα της νεκροφόρας
και σαν το πικρό κρασί στο σφουγγάρι,
ήταν η σωτηρία της τύψεως.

Ο πετεινός φώναζε, ο κόκκινος πετεινός φώναζε,
αλλά ποτέ δεν έφτασε η μέρα
Και το στραβό σχήμα του τρόμου έσκυψε,
στις γωνιές όπου είχαμε χωθεί
και τα κακά πνεύματα
που τριγυρίζουν στα σκοτάδια,
φαίνονταν να παίζουν τώρα γύρω μας.

Γλιστρούσαν κι έφευγαν, γλιστρούσαν γρήγορα
Σαν διαβάτες στην ομίχλη.
Κορόιδευαν το φεγγάρι με έναν χορό
Από αιθέριες στροφές και γυρίσματα
Και με επίσημο βήμα και με σιχαμερή χάρη
Κράτησαν τα φαντάσματα το ραντεβού τους

13
Με μορφασμούς και αστεισμούς,
τα είδαμε να περνάνε,
ανάλαφρες σκιές, χέρι με χέρι,
γύρω-γύρω, σε μια ρότα φαντασμάτων
Πατώντας πάνω στις μύτες των ποδιών τους
Και το καταραμένο γκροτέσκο έγινε αραβούργημα,
Όπως ο άνεμος πάνω στην άμμο

Με τις πιρουέτες τους οι μαριονέτες
Σκοντάψανε σε μυτερά πλέγματα
Αλλά με τα φλάουτα του φόβου
γεμίσανε τον αέρα
Οδηγώντας την φρικτή τους μασκαράτα Και με θόρυβο τραγουδήσανε,
με θόρυβο τραγουδήσανε
Γιατί τραγουδήσανε να ξυπνήσουνε τον νεκρό.

Ω!... φώναξαν, ο κόσμος είναι πλατύς,
μα τα χωλά άκρα γρήγορα παραλύουν
Και μια και δυο φορές να ρίξεις το ζάρι,
Είναι παιχνίδι για ευγενείς
Όμως δεν το κερδίζει
όποιος παίζει με την αμαρτία
Μέσα στο κρυφό το σπίτι της ντροπής.

Καθόλου αέρινες δεν ήταν οι μορφές αυτές
Που διασκέδαζαν με τόση χάρη
Τους άνδρες με την ζωή την αλυσοδεμένη
Αυτών που τα πόδια δεν μπορούσαν να ελευθερωθούν,
Α οι πληγές του Χριστού:
ήταν ζωντανά πράγματα
Ότι πιο φρικτό μπορείς να δεις.

Γύρω-γύρω χορεύανε,
τρελά και στριφογύριζαν,
Άλλα γυρνούσανε σ' αιωρούμενα ζευγάρια,
με βήματα όλο τσακίσματα,
μερικά ανεβαίνανε τις σκάλες
και με λεπτούς σαρκασμούς και χαϊδευτικές ματιές,
μας βοηθούσαν με τις προσευχές μας.

14
Το πρωινό αγέρι άρχισε να φυσά.
Αλλά ακόμη η νύχτα εξακολουθούσε
Μέσα από τον γιγάντιο αργαλειό
ο ιστός των σκοταδιών γλίστρησε
σπου ύφανε κάθε κλωστή
κι ενώ προσευχόμαστε, γεμίσαμε με φόβο
της δικαιοσύνης του ήλιου.

Ο θλιμμένος άνεμος άρχισε να περιφέρεται
γύρω Από τους κλαίοντες της φυλακής τοίχους
ώσπου σαν ατσαλένια ρόδα που γύριζε,
νιώσαμε τα λεπτά να περνάνε.
Αέρα θλιμμένε, τι έχουμε κάνει
Για να έχουμε τέτοιο φύλακα;

Στο τέλος, είδα τα σκιασμένα κάγκελα
Σαν ένα πλέγμα σφυρηλατημένο σε μόλυβδο
Κινήθηκα κατά μήκος
του ασπρισμένου τοίχου
Απέναντι από το κρεβάτι μου με τις 3 σανίδες
Κι ένιωσα πως κάπου στον κόσμο,
Του Θεού η φοβερή αυγή ήταν κόκκινη.

Στις έξι, ο καθένας μας καθάρισε το κελί του,
Στις επτά ήτανε όλα ήσυχα
Αλλά το βούισμα μιας δυνατής φτερούγας
Φαινόταν να γεμίζει τη φυλακή,
Γιατί ό άρχοντας του θανάτου
με τη παγωμένη πνοή του,
Είχε μπει για να σκοτώσει

Δεν ήρθε ντυμένος με τη μεγαλόπρεπη πορφύρα του,
μήτε καβάλα στο σαν τη λάμψη του φεγγαριού,
άλογό του.
Τρία μέτρα σκοινί και μια σανίδα φτάνουνε
Για ό,τι χρειάζεται η κρεμάλα.
Ώστε με το σκοινί της αισχύνης
μπήκε ο Χάρος
Για το μυστικό του έργο.
15
Ήμασταν σαν τους πεζοπόρους που σ' ένα έλος,
μέσα στο φοβερό σκοτάδι, βαδίζουνε ψηλαφώντας.
Δε τολμούσαμε να ψιθυρίσουμε μια προσευχή,
μήτε να δώσουμε την αγωνία μας ευκαιρία.
Κάτι είχε πεθάνει στον καθένα μας
Και αυτό που είχε πεθάνει ήταν η ελπίδα.

Γιατί ο φοβερός ανθρώπινος νόμος
ακολουθεί δρόμο του
και δεν θα παραμερίσει δίπλα,
χτυπάει τον αδύνατο, χτυπάει τον δυνατό,
Ένα θανάσιμο άλμα.
Με το σιδερένιο τακούνι του συντρίβει
τον δυνατό
Ο φριχτός πατροκτόνος.

Περιμέναμε να χτυπήσει οχτώ
Οι γλώσσες μας ήτανε πηχτές από δίψα.
Γιατί ο χτύπος των οχτώ,
είναι ο χτύπος της μοίρας
Που κάνει τον άνθρωπο καταραμένο
Και η μοίρα έχει πάντα μια θηλιά
για τον καλύτερο άνδρα και για τον χειρότερο.

Δεν είχαμε τίποτε άλλο να κάνουμε
παρά να περιμένουμε το σύνθημα.
Σα λιθάρια ξεμοναχιασμένα σε ερημική κοιλάδα,
Σιωπηλοί καθίσαμε και μουδιασμένοι
Όμως η καρδιά του καθενός
χτυπούσε γρήγορα και δυνατά
Σαν ένας τρελός στα τύμπανα.

Με ένα ξαφνικό σοκ της φυλακής το ρολόι
Ρίγισε τον αέρα,
Και από όλη την φυλακή σηκώθηκε ένας θρήνος
Από αδύναμη απελπισία,
Όπως και ο ήχος που ανατάραζε τα έλη
Από έναν λεπρό στη φωλιά του.

16
Κι όπως βλέπει κανείς τα πιο φριχτά πράγματα
μες στο κρύσταλλο ενός ονείρου,
είδαμε το λαδωμένο καναβένιο σκοινί
κρεμασμένο στο μαυρισμένο δοκάρι
κι ακούσαμε τη προσευχή
της παγίδας του δημίου
που πνίγηκε σε μια κραυγή.

Κι από όλη την θλίψη που τον έφερε έτσι
Ώστε να δώσει την πικρή κραυγή,
Και για τις άγριες τύψεις
και τον ματωμένο ιδρώτα,
Κανείς δεν ήξερε τόσο καλά όσο εγώ
Γιατί κείνος που ζει περισσότερες ζωές από μία,
πεθαίνει περισσότερες θανάτους από έναν.

ΙV
17
Δε γίνεται λειτουργία τη μέρα
Κατά την οποία εκτελείτια κάποιος άνδρας
Είναι άρρωστη η καρδιά του Εφημέριου,
το πρόσωπό του πολύ χλωμό
Και στα μάτια του γραμμένο κάτι
Που κανείς άλλος δεν πρέπει να δει.

Έτσι μας κράτησαν κλεισμένους
ως κοντά το μεσημέρι.
Και τότε χτύπησαν το κουδούνι
Κι οι φύλακες με τα κλειδιά τους να κουδουνίζουν,
ανοίξανε κάθε κελί
και κάτω τις σιδερένιες σκάλες πήραμε, Ο καθένας από την ξεχωριστή του κόλαση

Έξω στον καθαρό του Θεού αέρα βγήκαμε,
μα όχι με το συνηθισμένο τρόπο,
γιατί αυτού του άνδρα το πρόσωπο
ήτανε άσπρο από φόβο και του άλλου γκρίζο
και ποτέ άλλοτε δεν είδα τόσο λυπημένους ανθρώπους
να κυνηγούνε το φως της μέρας με τέτοιο πόθο.

Ποτέ δεν είδα λυπημένους ανθρώπους
να κοιτάζουν με τόσο πόθο
τη μικρή αυτή γωνιά του γαλάζιου,
που εμείς οι φυλακισμένοι ονομάζουμε ουρανό,
και κάθε αδιάφορο σύννεφο
που κυλούσε με μια ευτυχισμένη ελευθερία.

Μα ήτανε μερικοί ανάμεσά μας
Που περπατούσαν με το κεφάλι χαμηλωμένο
και που ξέρανε πως αν καθένας πλήρωνε το χρέος του
θα 'πρεπε κι αυτοί να κρεμαστούν.
Αυτός είχε σκοτώσει κάτι ζωντανό,
Εκείνοι είχαν σκοτώσει το νεκρό.

18
Όποιος για δεύτερη φορά αμαρταίνει,
ξυπνά μια νεκρή ψυχή στον πόνο
Τη βγάζει από το λεκιασμένο σάβανό της,
τη κάνει και πάλι να ματώσει,
Να στάζει μαύρο αίμα
Ανώφελα την κάνει να ματώνει.

Σαν πίθηκοι ή παλιάτσοι σε τερατώδη περίβολο
Με κυρτά βέλη πρωταγωνιστές
σιωπηλοί πηγαίναμε γύρω-
γύρω την ασφαλτοστρωμένη γλιστερή αυλή.
Σιωπηλοί πηγαίναμε γύρω -γύρω.
Κανένας δεν έλεγε λέξη.

Βουβοί περπατούσαμε γύρω-γύρω
και μέσα στο χάος της σκέψης του καθένα μας,
περνούσανε σα φοβερός άνεμος
τρομερά πράγματα
κι η φρίκη ξερνούσε τέρατα.

Οι φύλακες σεργιάνιζαν εδώ κι εκεί
σα να φυλάγανε τα ζωντανά τους,
φορούσαν ολοκαίνουργιες στολές,
ήταν με τα Κυριακάτικα ντυμένοι,
όμως εμείς ξέραμε σε τι είχαν απασχοληθεί,
από τους ασβέστες που 'χαν οι αρβύλες τους.

Γιατί κι αυτός είχε ένα σάβανο ο δυστυχισμένος
Τέτοιο που λιγοστοί άνθρωποι έχουν.
Πολύ βαθιά, στο τέρμα της αυλής
γυμνός για περισσότερη ντροπή,
κείτεται μ' αλυσοδεμένα τα πόδια
τυλιγμένος σ' ένα σεντόνι της φωτιάς.

19
Κι όλη την ώρα ο καυτερός ασβέστης
Του τρώει τις σάρκες και τα κόκαλα.
Τη νύχτα τα κόκαλα
Την μέρα την τρυφερή σάρκα.
Τρώει την σάρκα κι ύστερα τα κόκαλα με τη σειρά
Μα τρώει την καρδιά όλη την ώρα

Για τρία ολόκληρα χρόνια, δε θα σπείρουνε
Τίποτε δε θα ριζώσει ή θα φυτρώσει εκεί.
Τρία ατέλειωτα χρόνια το καταραμένο μέρος
θα μείνει στείρο και γυμνό
Και θα βλέπει τον απορημένο ουρανό
με καρτερικό βλέμμα

Πιστεύουνε πως η καρδιά του δολοφόνου θα σάπιζε
Όποια σπορά κι αν έσπερναν.
Δεν είναι αλήθεια. Η ευγενική του Θεού γη
Είναι πιο γενναιόδωρη απ' όσο πιστεύουν οι άνθρωποι
και το κόκκινο τριαντάφυλλο
θα φυτρώνει πιο κόκκινο
και το άσπρο τριαντάφυλλο
θα ανθίζει λευκότερο.

Μέσα από το στόμα του ένα κόκκινο,
κόκκινο τριαντάφυλλο
Μέσα από την καρδιά του ένα λευκό
Γιατί ποιος μπορεί να πει με ποιον
παράξενο τρόπο Φέρνει
ο Χριστός την θέλησή του στο φως
Από τον καιρό που το ξερό ραβδί του προσκυνητή
φύτρωσε μπροστά στου μεγάλου Πάπα τα μάτια;

Ωστόσο ούτε άσπρα σαν γάλα τριαντάφυλλα
ούτε κόκκινα

Δεν μπορούν να φυτρώσουνε στης φυλακής τον αέρα
Πέτρες, χαλίκια και σπασμένα γυαλιά
είναι ό,τι μας δίνουν εκεί πέρα.
Γιατί τα λουλούδια είναι γνωστό πως μαλακώνουνε
των απλών ανθρώπων την απελπισία.

20
Έτσι ποτέ το κόκκινο
σαν το κρασί τριαντάφυλλο
ή το άσπρο Πέταλο με πέταλο δεν θα μαδήσει
Σε αυτό το κομμάτι λάσπης και άμμου που απλώνεται
Δίπλα στον φρικτό της φυλακής τοίχο
Για να πούνε στους ανθρώπους της αυλής
Πως ο γιος του Θεού, πέθανε για όλους.

Όμως κι αν ο φρικτός τοίχος της φυλακής
Ακόμη τον πλακώνει γύρω γύρω
Και το πνεύμα του ανθρώπου δε τριγυρίζει
τη νύχτα Δεμένο με τις αλυσίδες του
Και ένα πνεύμα δε μπορεί να κλάψει
Σ' ένα τέτοιο ανίερο τόπο.

Βρίσκεται σε ειρήνη αυτό ο άθλιος άνδρας,
Σε ειρήνη, ή θα βρεθεί σύντομα,
Δεν υπάρχει τίποτε να τον κάνει τρελό,
Ούτε ο τρόμος περπατάει το μεσημέρι,
Γιατί η σκοτεινή γη
στην όποια κείτεται,
Ούτε ήλιο έχει ούτε φεγγάρι.

Τον κρέμασαν όπως κρεμάνε ένα θηρίο,
Ούτε καν ψάλανε
Έναν ύμνο που μπορούσε να είχε φέρει
Λίγη ανάπαυση στην τρομαγμένη του ψυχή,
Μόνο γρήγορα τον σύρανε έξω
Και τον κρύψανε μέσα στην τρύπα.

Τον γδύσανε από τα πάνινα ρούχα
και τον αφήσανε στις μύγες,
γελάσανε για τον πρησμένο μωβ λαιμό
αι τα άκαμπτα τα γουρλωτά του μάτια
Και με φωναχτά γέλια τον σκεπάσανε
με το χωμάτινο σάβανο του
που μέσα του ο κατάδικος έχει ξαπλώσει.
21
Ο εφημέριος δεν θα γονάτιζε να προσευχηθεί
Στον ατιμασμένο τάφο
Κανένα σημάδι από τον αγιασμένο σταυρό
Που ο Χριστός έδωσε για τους αμαρτωλούς
Επειδή αυτός ο άνδρας ήταν από αυτούς
Που ο Χριστός κατέβηκε να σώσει

Έστω, όλα είναι καλά!
Αυτός πέρασε πια
Της ζωής το καθορισμένο τέρμα
Και ξένα δάκρυα θα γεμίσουν για αυτόν
Την σπασμένη από καιρό υδρία του οίκτου
Γιατί θα τον θρηνούν οι απόκληροι της ζωής
Κι οι απόκληροι πάντα κλαίνε.

V
22
Δε ξέρω αν είναι σωστοί οι νόμοι
Ή αν οι νόμοι είναι λάθος.
Ό,τι ξέρουμε εμείς οι κατάδικοι
είναι πως ο τοίχος της φυλακής είναι γερός
και κάθε μέρα είναι σαν ένας χρόνος
Ένας χρόνος με ατέλειωτες μέρες.
Mα ξέρω ωστόσο τούτο,
πως κάθε νόμος που κάνανε οι άνθρωποι
για τον άνθρωπο,
από όταν ο πρώτος άνθρωπος
πήρε τη ζωή τ' αδερφού του
και ξεκίνησε ο θλιβερός κόσμος,
κάθε νόμος σκορπίζει τον καθαρό σπόρο
κι αφήνει κατακάθι τα σκύβαλα.

Κι ακόμα ξέρω αυτό -και πόσο φρόνιμο θα ήταν
αν μπορούσε να το ξέρει ο καθένας-
πως κάθε φυλακή που χτίζουν οι άνθρωποι,
χτίζεται με τα τούβλα της ντροπής
και κλείνεται με σίδερα
για να μη δει ο Χριστός
πως οι άνθρωποι τ' αδέρφια τους βασανίζουν.

Με τα σίδερα να παραμορφώνουν το ευγενικό φεγγάρι
και να σκοτεινιάζουνε τον υπέροχο ήλιο.
Σωστά κάνουνε και κρύβουνε τη κόλασή τους,
Γιατί γίνονται πράγματα εκεί μέσα
Που ούτε ο γιος του Θεού
ούτε ο γιος του Ανθρώπου
Θα έπρεπε ποτέ να αντικρύσει.

23
Οι χειρότερες πράξεις σαν τα φαρμακερά χόρτα,
ανθίζουνε στον μολυσμένο της φυλακής αέρα.
Ό,τι καλό είναι μες στον άνθρωπο,
εξαντλείται και μαραίνεται κει μέσα.
Η χλωμή αγωνία φυλάει την βαριά πόρτα
Η απελπισία είναι ο φύλακας.

Γιατί λιμοκτονούν το μικρό τρομαγμένο παιδί,
ώσπου να κλαίει μέρα και νύχτα.
Και δέρνουν τον ανήμπορο,
και μαστιγώνουν τον τρελό
Και περιγελούνε τον ασπρομάλλη γέρο.
Και μερικοί τρελαίνονται, και όλοι γίνονται κακοί
Και κανένας δεν βγάζει λέξη.

Κάθε στενό κελί στο οποίο ζούμε
Είναι γεμάτο και μαύρο αποχωρητήριο,
Και η δύσοσμη ανάσα του ζωντανού θανάτου
Μασάει κάθε φθαρμένο παραβάν
Και όλα, εκτός του πόθου, μετατρέπονται σε σκόνη
Στης ανθρωπότητας τη μηχανή

Το υφάλμυρο νερό που πίνουμε
Γλιστράει μαζί με απεχθή λάσπη
Και το πικρό ψωμί που ζυγίζουν στον ζυγό
Είναι γεμάτο κιμωλία κι ασβέστη
Και ο ύπνος ποτέ δεν πλαγιάζει,
μόνο περπατάει
Με άγρια μάτια κραυγάζοντας στον χρόνο.

Όμως μέσω της ισχνής πείνας και της πράσινης δίψας
Όπως ο κροκόδειλος την οχιά πολεμάει,
Λίγο μας νοιάζει για της φυλακής το ναύλο
Γιατί αυτό που παγώνει και σκοτώνει εντελώς
Είναι ότι για κάθε πέτρα
που σηκώνει κανείς την ημέρα
Κάθεται στην καρδιά του το ίδιο βράδυ.

24
Έχοντας μεσάνυχτα συνεχώς στη καρδιά
και σούρουπο στο κελί,
Γυρίζουμε τη μανιβέλα και ξαίνουμε τα σχοινιά
Ο καθένας στην ξεχωριστή του κόλαση,
Κι είναι η σιωπή μας πιο φριχτή
Κι από τη δυνατότερη βοή της καμπάνας.

Και ποτέ μια ανθρώπινη φωνή δεν πλησιάζει
Να πει έναν καλό λόγο
και το μάτι που εξετάζει
μες από το σίδερο της πόρτας
είναι σκληρό κι ασυγκίνητο.
Ξεχασμένοι απ' όλους,
σαπίζουμε και σαπίζουμε,
Ψυχή και σώμα αμαυρώνεται.

Κι έτσι σκουριάζουν οι αλυσίδες της ζωής μας.
Μόνοι και καταφρονεμένοι,
Άλλοι προφέρουνε κατάρες, άλλοι κλαίνε
Και κάποιοι άλλοι δεν βγάζουν ούτε στεναγμό
Όμως του Θεού οι αιώνιοι νόμοι είναι αγαθοί
Και σπάζουνε τις πέτρινες καρδιές.

Και κάθε ανθρώπινη καρδιά
που σπάζει μες στην αυλή ή στο κελί
μοιάζει με το σπασμένο κουτί
που έδωσε τον θησαυρό του στον Σωτήρα,
και γέμισε το βρώμικο σπίτι του λεπρού
με το άρωμα από πολύτιμα μύρα :
κείνο το σταμνί
που σκόρπισε όλο το θησαυρό του στον Σωτήρα
και γέμισε το σπίτι του λεπρού
με τα πιο πολύτιμα μύρα.

Α! Ευτυχισμένοι εκείνοι των οποίων
οι καρδιές σπάνε
Και την ειρήνη της συγγνώμης κερδίζουν
Πως αλλιώς μπορεί ο άνθρωπος
να ισιώσει τα σχέδια του
Και να καθαρίσει την ψυχή του από την αμαρτία;
Πώς αλλιώς εκτός από την τσακισμένη καρδιά
Μπορεί να εισέλθει
ο κύριος μας ο Χριστός;

25
Κι ο άνθρωπος με τον πρησμένο μωβ λαιμό
και τα καθαρά γυάλινα μάτια,
περιμένει τ' άγια χέρια εκείνου
που πήρε τον ληστή στον Παράδεισο.
Και μια σπασμένη και συντετριμμένη καρδιά
Ο κύριος δεν θα καταφρονήσει

Ο άνθρωπος με τα κόκκινα,
που διαβάζει τον νόμο,
του έδωσε τρεις εβδομάδες ζωή,
τρεις μικρές βδομάδες για να επουλωθεί η ψυχή
από της ψυχής την πάλη
Και να την καθαρίσει από κάθε κηλίδα αίματος
Του χεριού που κράτησε το μαχαίρι

Και με δάκρυα αίματος ξέπλυνε το χέρι του,
το χέρι που κράτησε τ' ατσάλι.
Γιατί μόνο αίμα ξεπλένει αίμα
και μόνο τα δάκρια γιατρεύουνε
Και η άδικη κηλίδα του Κάιν
έγινε του Χριστού η χιονόλευκη σφραγίδα.

26
VI
Μες στη φυλακή του Ρήντινγκ, κοντά στη πόλη,
είναι ένας λάκκος της ντροπής.
Μες σ' αυτόν κείτεται ένας άθλιος άνθρωπος
που τρώγεται από δόντια της φλόγας λυώνει,
ξαπλωμένος σε ένα καιγόμενο ανεμοσέντονο
Ο τάφος του δεν έχει όνομα

Κι εκεί,
μέχρι ο Χριστός να καλέσει τους νεκρούς
Στην σιωπή άσε τον να απλώνεται
Δεν ωφελεί να ξοδέψεις τρελά δάκρυα
Ή να σηκώσεις θυελλώδεις αναστεναγμούς
Ο άνδρας είχε σκοτώσει ότι αγαπούσε
Και γι’ αυτό έπρεπε να πεθάνει.

Κι όμως κάθε άνθρωπος σκοτώνει ό,τι αγαπά
Ας το ακούσουν αυτό όλοι,
Μερικοί το κάνουν με ένα πικρό βλέμμα
Μερικοί με μια κολακευτική λέξη,
Ο δειλός με ένα φιλί,
Ο γενναίος με το σπαθί.

Τ Ε Λ Ο Σ