Μικράν, μικράν, κατάπτυστον ψυχήν έχουν αι μάζαι, ιδιοτελή καρδίαν και παρειάν αναίσθητον εις τους κολάφους.
Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,/ γλοιώδη στόματα υποκριτικά,/ ανυποψίαστα, μηδενικά πλάσματα/ και γι’ αυτό προνομιούχα.
Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, μπορούνε με χίλιους τρόπους.
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται/ στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,/ θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται/ καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί κι ασήμαντοι δρόμοι,/ με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους,/ ο ελαιώνας γύρω η θάλασσα κι ακόμη/ ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει/ για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,/ θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι/ κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης./ Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα./ Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,/ πρώτη κατάθεσης δραχμαί τριάντα./
Περπατώντας αργά στην προκυμαία,/ «υπάρχω;» λες, κι ύστερα: «δεν υπάρχεις!»/ Φτάνει το πλοίο. Yψωμένη σημαία./ Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης./
Αν τουλάχιστον, μέσα στούς ανθρώπους/ αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία.../ Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,/ θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.