ΑΡΧΑΙΑ

Εκδεδαρμένον δέρεις.

ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΙΑ

σημαίνει

Γδέρνεις κάποιον που έχει ήδη γδαρθεί.

Κάνεις κάτι άσκοπο, που έχει ήδη γίνει.