Δ — Παροιμίες και εκφράσεις
241 συνολικά
181
›
182
›
183
›
184
›
185
›
186
›
187
›
188
›
189
›
190
›
191
›
192
›
193
›
194
›
195
›
196
›
197
›
198
›
199
›
200
›
201
›
202
›
203
›
204
›
205
›
206
›
207
›
208
›
209
›
210
›
211
›
212
›
213
›
214
›
215
›
216
›
217
›
218
›
219
›
220
›
221
›
222
›
223
›
224
›
225
›
226
›
227
›
228
›
229
›
230
›
231
›
232
›
233
›
234
›
235
›
236
›
237
›
238
›
239
›
240
›
Διελκυνστίδα
Δίκη δίκην έτικτε και βλάβη βλάβην.
Δικός σου είναι ο φούρνος και ξένα τα καρβέλια.
Δίνε μου και να σ' εύχουμαι.
Δίνει άχυρα στον σκύλο κόκκαλα του γομαριου.
Δίνει του βοσκού γάλα.
Δίνεις πλούτη δίνεις γνώση, δίνεις φτώχια δίνεις τρέλα.
Διόσκουροι
Δις παίδες οι γέροντες.
Δις προς τον αυτόν αισχρόν προσκρούει λίθον.
Διψά το ρούχο για κορμί και το κορμί για ρούχο.
Διώξαμε την αλεπού και μπήκε το λιοντάρι.
Δος μου αέρα και μέτρα μίλια.
Δουλεμένο ζηλεμένο
Δούλευε μου κακορίζικε να μη γενώ σαν εσένα
Δουλεύειν πάθεσι χαλεπώτερον ή τυράννοις.
Δουλευτής περήφανος πάντα πεινασμένος
Δουλευτής περήφανος πάντα πεινασμένος.
Δούλοι γάρ καί δεσπότης ούκ άν ποτε γένοιντο φίλοι.
Δούρειος Ίππος.
Δρακόντεια μέτρα
Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται.
Δυό αδέρφια μάλωναν, δυό τρελλοί εχαίρονταν
Δυό αδέρφια, ένας κορμός.
Δύο αδερφοί έμαχοντο και δυο μωροί το πίστευαν.
Δυό άκρες έχει το μπαστούνι, μια του μουσαφίη, η άλλη του νοικοκύρη.
Δύο γαιδάροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα.
Δυό γαιδάροι σε μια τάβλα δεν τρώνε
Δυό είμαστε και δυό χωριστά κουβεντιάζουμε.
Δυό και δυό κάνουν τέσσερα.
Δυο καρπούζια δεν χωρούν σε μια μασχάλη.
Δυό κεφάλια σε μια σκούφια δεν χωρούν.
Δυό λαγούς σαν κυνηγάς, κι οι δυό θα σου ξεφύγουν.
Δυό μαρτυράνε έναν κρεμάνε
Δυό νομάτοι, τρεις κουβέντες.
Δυο φορές οι γέροντες γίνονται παιδιά.
Δυο ψάρια τηγανίζονται, κι ένα το άλλο δεν πιστεύει.
Δώδέκα Απόστολοι ήτανε και καθένας τον πόνο του έκλαιγε.
Δώδεκα αποστόλοι ήτανε κι ο καθένας τον πόνο του έκλαιγε.
Δώρα Θεούς πείθει και αιδοίους βασιλιάς.
Δως μου όλο το ψωμί σου να στο δίνω λίγο λίγο.
Δως του πέντε να έχει δέκα
Δώσ' κι εμέ και του παιδιού μου, και ο άνδρας μου στην πόρτα στέκει.
Δώσαν θάρρος στον Αλή, κι έκατσε και στο χαλί.
Δώσαν του χωριατή αυγό κι ήθελέ το ρουφηχτό.
Δώσανε τα χέρια
Δώσε εδώ και δώσε εκεί, πώς θα κάνομε βρακί.
Δώσε κρασί να βγει η αλήθεια.
Δώσε μου αγέρα, μέτρα μίλια.
Δώσε μου κυρά το γάιδαρο, και κάτσε με και πάνω.
Δώσε μου την κουλούρα σου, να σου την δίνω λίγη λίγη.
Δώσε μου την τύχη σου και πάρε την προκοπή μου.
Δώσε πλούτη δίνεις γνώση, δώσε φτώχεια δίνεις τρέλα.
Δώσε στην γυναίκα ψίχουλα να πάρεις καρβέλια, δώσε καρβέλια και δεν θα πάρεις τίποτε.
Δώσε στον φτωχό ψωμί και λειτουργιά μην κάνεις.
Δώσε τα πονείς να πάρεις τα ποθείς.
Δώσε τη μασιά για να πιάσω τη φωτιά.
Δώσε το δάχτυλο να σου φάνε το χέρι.
Δώσε τόπο στην οργή.
Δώσε χόρτο στο μουλάρι να σου κάνει το χωράφι.