Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Σιντάρτα (Βούδας) · Οι 4 "Ευγενείς Αλήθειες"
1. Η ύπαρξη είναι πόνος. (Τα πάντα είναι φευγαλέα και μεταβάλλονται όσο
κι αν δίνουν την εντύπωση πως διαρκούν, όλα τα όντα, και ο άνθρωπος,
συναντούν τον πόνο σε διάφορα επίπεδα, στη γέννηση, την φθορά, την
αρρώστια, τον θάνατο).
2. Αιτία του πόνου είναι η επιθυμία.(που δημιουργείται από την άγνοια, η
οποία κάνει να φαίνονται αληθινά τα όσα στην πραγματικότητα είναι
ψεύτικα)
3. Η κατάπαυση του πόνου. (Ονομάζεται νιρβάνα που σημαίνει σβήσιμο και
πετυχαίνεται με την κατάσβεση της άγνοιας, της επιθυμίας και της
απέχθειας).
4. Το μονοπάτι που οδηγεί στην κατάπαυση του πόνου. (Αποτελείται από
οκτώ στάδια που μοιάζουν με την Ινδουϊστική γιόγκα γι' αυτό λέγεται
«οκταπλό μονοπάτι»).
5 αποσπάσματα για τη γαλήνη
Διάβασε επιλεγμένα αποσπάσματα βιβλίων για τη γαλήνη. Λογοτεχνικά και στοχαστικά κείμενα που εξερευνούν διαφορετικές πλευρές του ανθρώπινου συναισθήματος.
«Αυτό είναι το νόημα εκείνης της επιταγής των μυστηρίων. Τίποτα να μην αποκαλύπτεται στους αμύητους. Tο υπέρτατο δεν είναι για να κοινολογείται, τα άγια πράγματα απαγορεύεται να αποκαλυφθούν στον ξένο, σε όποιον δεν έχει καταφέρει ο ίδιος να δει.Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Πλωτίνος · Εννεάδες
Δεν υπήρχαν δύο, (κατά την στιγμή της ένωσης με το θείο) ο ορών ήταν ένα με το ορώμενο, δεν ήταν όραμα αλλά ένωση. Ο άνθρωπος που διαμορφώνεται απ’ αυτή την ανάμειξη με το υπέρτατο πρέπει –εάν και μόνο θυμηθεί- να φέρει το είδωλο του αποτυπωμένο επάνω του. Έχει γίνει η ενότητα, τίποτα δεν υπάρχει μέσα του ή έξω του που να προκαλεί ποικιλία, τώρα καμιά κίνηση, κανένα πάθος, καμιά επιθυμία που να στρέφεται προς τα έξω, από τη στιγμή που επιτυγχάνεται αυτή η άνοδος. Αδρανεί η λογική και κάθε νόηση, ακόμα και για να τολμήσουμε την λέξη, ο ίδιος ο εαυτός: κρατημένος μακριά πλήρης θεού, έχει επιτύχει στην τέλεια ακινησία την απομόνωση. Με ήρεμο όλο του το είναι, δεν στρέφεται ούτε προς αυτή την πλευρά ούτε προς εκείνη, ούτε καν προς τα μέσα προς τον ίδιο του τον εαυτό. Εντελώς ήρεμος, σε στάση, έχει γίνει η ίδια η στάση».
[…]
«Ήταν λοιπόν μέσα και ωστόσο όχι μέσα. Δεν πρέπει να ερωτηθεί από πού ήρθε: δεν υπάρχει ένα «από πού», επειδή ούτε ήρθε ούτε έφυγε, αλλά εμφανίστηκε και εξαφανίστηκε. Για αυτό δεν είναι ανάγκη να το εξαναγκάσει, αλλά πρέπει να περιμένει σιωπηλός έως ότου εμφανιστεί και να προετοιμαστεί για να το δει, όπως το βλέμμα περιμένει την ανατολή του ήλιου».
Ο Ευδαίμων δεν θεωρεί καμιά καλή τύχη ως σπουδαία, όσο σημαντική κι αν είναι, τη βασιλεία για παράδειγμα και την ηγεμονία σε πόλεις και σε έθνη, ούτε τις αποικίες και την ίδρυση πόλεων, ακόμη κι αν τις ίδρυσε ο ίδιος' γιατί λοιπόν να πιστεύει ότι η έκπτωσή του από την εξουσία και η καταστροφή της πόλεώς του είναι κάτι σπουδαίο; Αν πίστευε ότι είναι μεγάλα κακά, ή και απλώς κακά, θα φαινόταν γελοίος για την άποψή του αυτή και δεν θα ήταν ενάρετος αν πίστευε ότι τα ξύλα, οι πέτρες και, μα τον Δία, ο θάνατος των θνητών είναι σημαντικά πράγματα, ο άνθρωπος που, όπως λέμε, θα έπρεπε να πιστεύει ότι ο θάνατος είναι καλύτερος από τη μετά του σώματος ζωή.
Αν ο ίδιος γίνει θυσία, θα θεωρήσει τον θάνατό του κακό επειδή πεθαίνει στον βωμό; Κι αν δεν τον θάψουνε, το σώμα του οπωσδήποτε θα σαπίσει είτε πάνω από τη γη είτε από κάτω. Αν ταραχτεί επειδή δεν θα έχει ακριβή κηδεία, αλλά θα τον θάψουνε ανώνυμα, χωρίς να αξιωθεί μεγαλειώδες μνήμα, τι μικρότητα εκ μέρους του. Αν αιχμαλωτιστεί στον πόλεμο, "ο δρόμος είναι ανοιχτός" να φύγει, αν δεν μπορεί πλέον να ζει ευτυχισμένος. Αν οι συγγενείς του αιχμαλωτιστούν στον πόλεμο, "οι κόρες του και οι νύφες του απαχθούν" -λοιπόν, ας υποθέσουμε ότι πέθανε χωρίς να έχει δει κάτι παρόμοιο' θα αφήσει τον κόσμο με την πίστη όταν θα ήταν κάτι αδύνατο να συμβεί; Αν ναι, είναι ανόητος. Δεν πιστεύει λοιπόν ότι θα ήταν δυνατόν οι συγγενείς του να πέσουν σε τέτοια κακοτυχία; Άραγε, η ιδέα ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί εμποδίζει την ευδαιμονία του; Και όταν το πιστεύει ακόμη, είναι ευτυχισμένος' το ίδιο και αν συμβεί τελικά. Γιατί πιστεύει ότι η φύση του κόσμου είναι τέτοια που φέρνει παρόμοιες ατυχίες και πρέπει να τον ακολουθούμε υπάκουα
Δεν θα δίνονταν σημεία, αν τα πάντα δε συνέβαιναν με ορισμένη τάξη. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι πρόκειται για κάτι που μοιάζει με γράμματα τα οποία γράφονται πάντοτε στον ουρανό ή που είναι ήδη γραμμένα και κινούνται, κάνοντας πότε το ένα έργο και πότε το άλλο' και ότι έρχεται μετά από αυτό η ένδειξη για τα γεγονότα, όπως χάρη στην ενιαία αρχή ενός ζωντανού πλάσματος θα μπορούσαμε από το ένα μέρος να συμπεράνουμε για το άλλο. Άλλωστε βλέποντας τα μάτια ενός ανθρώπου ή κάποιο άλλο μέρος του σώματός του, μπορεί κανείς να συμπεράνει για τον χαρακτήρα του, για τους κινδύνους που τον απειλούν και για την αντιμετώπισή τους. Μέρη εκείνα, μέρη κι εμείς' άρα από το ένα μπορούμε να μάθουμε για το άλλο. Τα πάντα είναι γεμάτα από σημεία, και σοφός αυτός που από το ένα πράγμα μαθαίνει για το άλλο.
[…]
Τα πάντα λοιπόν πρέπει να βρίσκονται σε αμοιβαία συνάρτηση, και δεν πρέπει να υπάρχει σε ένα μόνο από τα επί μέρους αυτό που σωστά λέγεται "μια σύμπνοια", αλλά πολύ περισσότερο και πρωτίστως στο σύμπαν' μια αρχή πρέπει να κάνει το σύμπαν ένα ενιαίο σύνθετο ζωντανό πλάσμα, ένα και μοναδικό, αποτελούμενο από τα πάντα, και όπως στο κάθε πλάσμα τα μέρη του έχουν αναλάβει το καθένα και ένα ξεχωριστό έργο, έτσι και τα μέρη του παντός, το καθένα ξεχωριστά από τα άλλα, έχουν να επιτελέσουν το ξεχωριστό τους έργο, και μάλιστα αυτό έχει για το όλον ακόμα περισσότερη εφαρμογή απ' ό,τι για τα μέρη, στον βαθμό που τα μέρη του δεν είναι απλώς μέρη αλλά σύνολα και σπουδαιότερα από τα μέρη του επί μέρους πράγματος.
Η φτώχεια και οι αρρώστιες για τους ενάρετους ανθρώπους δεν σημαίνουν τίποτα, για τους κακούς όμως είναι συμφέρουσες' και κείνοι που έχουν σώματα κατ' ανάγκην αρρωσταίνουν. Τούτα όμως δεν είναι εντελώς χωρίς χρησιμότητα όσον αφορά τη διάταξη και την ολοκλήρωση του σύμπαντος. Όπως δηλαδή όταν κάποια πράγματα καταστρέφονται, η λογική αρχή του σύμπαντος τα χρησιμοποιεί για τη γένεση άλλων- τίποτα και πουθενά δεν μπορεί να ξεφύγει και να μην πιαστεί από αυτήν- έτσι και όταν το σώμα περιπέσει στην κακία και η ψυχή, υφιστάμενη τέτοιου είδους πράγματα, γίνει μαλθακή, αυτά που καταλαμβάνονται από τις αρρώστιες και την κακία υπόκεινται σε άλλη αλληλουχία και σε άλλη διάταξη. Κάποια από τα πράγματα αυτά, ας πούμε η φτώχεια και οι αρρώστιες, είναι ωφέλιμα για τους ίδιους εκείνους που τα παθαίνουν, και η κακία πετυχαίνει κάτι χρήσιμο για το σύνολο, αποβαίνοντας υπόδειγμα τιμωρίας και προσφέροντας καθαυτήν πολλά χρήσιμα στοιχεία. Πράγματι, οδηγεί τους ανθρώπους σε εγρήγορση και ξυπνάει τον νου και τη σύνεση όσων αντιτάσσονται στις οδούς της πονηριάς, και μας κάνει να μαθαίνουμε πόσο σπουδαίο αγαθό είναι η αρετή τοποθετώντας πλάι της τις κακίες των πονηρών. Τα κακά δεν δημιουργήθηκαν γι' αυτούς τους λόγους, αλλά αφότου δημιουργηθούν, η λογική αρχή τα χρησιμοποιεί κι αυτά για να πετύχει ό,τι πρέπει. Τούτο είναι ίδιον της μέγιστης δύναμης, το να μπορεί να χρησιμοποιήσει ωραία ακόμα και τα κακά, και να είναι ικανή να χρησιμοποιεί πράγματα χωρίς σχήμα για να παραγάγει άλλα σχήματα.
Εδώ στα γεγονότα της ζωής, δεν είναι η εσωτερική ψυχή αλλά η εξωτερική σκιά του ανθρώπου που θρηνεί και οδύρεται και κάνει τα πάντα πάνω στη σκηνή που είναι όλη η γη, καθώς οι άνθρωποι στήνουν σε πολλά σημεία τις σκηνές τους. Τέτοιου είδους έργα δηλαδή αφορούν ανθρώπους που ξέρουν να ζουν μόνο την κατώτερη και εξωτερική ζωή και που αγνοούν ότι τα δάκρυά τους, ακόμα και τα σοβαρά, είναι παιχνίδι.
Η λογική αρχή είναι όχι καθαρός νους, ούτε απόλυτος νους, δεν ανήκει ούτε στο γένος της καθαρής ψυχής αλλά είναι εξαρτημένη από εκείνη, κάτι σαν λάμψη που εκπέμπεται και από τα δύο, ενώ ο νους και η ψυχή -με την ψυχή διακείμενη σύμφωνα με τις επιταγές του νου- γέννησαν τούτη τη λογική αρχή ως ζωή που εν ηρεμία εμπεριέχει τη λογική. Όπως το φως, το οποίο, όταν πια φτάνει στη γη, χωρίζεται στα σπίτια αλλά δεν διαιρείται, παρά εξακολουθεί να είναι ένα. Η ψυχή του παντός διατηρεί πάντοτε την υπερβατική της θέση, διότι δεν σχετίζεται καθόλου με κάθοδο, ακόμα και με το κατώτερο μέρος της, ούτε σχετίζεται με στροφή προς τα πράγματα του εδώ κόσμου, αλλά οι δικές μας ψυχές έρχονται κάτω, επειδή το δικό τους μέρος τούς είναι προσδιορισμένο στην περιοχή αυτή, και με τη στροφή προς αυτές του στοιχείου που χρειάζεται τη φροντίδα τους' η ψυχή του παντός μοιάζει με την ψυχή που υπάρχει σε ένα μεγάλο φυτό, η οποία διοικεί χωρίς κόπο και αθόρυβα το φυτό, ενώ το κατώτερο μέρος μας μοιάζει όπως αν δημιουργούνταν σκουλήκια στο σαπρό μέρος του φυτού' έτσι, πράγματι, μοιάζει το έμψυχο σώμα μέσα στο σύμπαν. Για τους ενάρετους η φτώχεια δεν είναι μειονέκτημα' προκαλεί επίσης τον άδικο φόνο όσων είχαν διαπράξει άδικους φόνους -φόνο άδικο αν θεωρηθεί από τη σκοπιά των αυτουργών, δίκαιο όμως αν θεωρηθεί από τη σκοπιά των θυμάτων τους, και εξισώνει αυτό που πρέπει να τους επιβληθεί με αυτό που είναι το σωστό να γίνει, αυτό που έπρεπε να υποστεί ο άδικος εκείνος δράστης. Δεν υπάρχει βέβαια τίποτα το συμπτωματικό στο να γίνει κάποιος άνθρωπος δούλος ούτε αιχμαλωτίζεται κανείς από τυχαίους λόγους ούτε κάποιος δέχεται σωματική προσβολή χωρίς αιτία, αλλά αυτά που παθαίνει τώρα τα είχε κάνει κάποτε κι ο ίδιος' αυτός που είχε σκοτώσει μια μητέρα θα σκοτωθεί κι ο ίδιος από κάποιο γιο, όταν ο πρώτος θα γίνει γυναίκα, κι αυτός που βίασε μια γυναίκα θα γίνει κάποτε γυναίκα για να βιαστεί με τη σειρά του. Εξ ου και το θεϊκής υποδείξεως όνομα "Αδράστεια"' διότι αυτή η κοσμική τάξη είναι πραγματικά αναπόδραστη, πραγματικά δικαιοσύνη και σοφία θαυμαστή.
Η αλληλοφαγία των ζώων είναι αναγκαία και πρόκειται για αμοιβαία αλλαγή μορφής των ζώων που δεν μπορούν να παραμείνουν πάντοτε στην ίδια κατάσταση, ακόμα κι αν δεν τα σκοτώσει κάποιος. (..) Μοιάζει με αυτό που συμβαίνει στη θεατρική σκηνή, όταν ο ηθοποιός που φονεύεται αλλάζει ρόλο και ενδυμασία και εισέρχεται εκ νέου ως άλλο πρόσωπο. Ο άνθρωπος όμως πεθαίνει σταλήθεια. Αν λοιπόν και ο θάνατος είναι αλλαγή σώματος, όπως στη σκηνή είναι αλλαγή ενδυμασίας, ή αν για μερικούς ανθρώπους είναι απόθεση του σώματος, όπως είναι στο θέατρο η τελική έξοδος από τη σκηνή, στην περίπτωση του ηθοποιού που θα ξαναβγεί αργότερα να παίξει πάλι, τι το φοβερό θα είχε μια τέτοιου είδους αλλαγή, όπου τα ζωντανά πλάσματα μεταβάλλονται το ένα στο άλλο, η οποία άλλωστε είναι πολύ καλύτερη από το να μην είχαν ποτέ λάβει γένεση εξαρχής;
Οι μάχες δείχνουν ότι όλες οι ανθρώπινες ασχολίες είναι παιχνίδια και ότι οι θάνατοι δεν είναι τίποτα το φοβερό, και ότι αυτοί που σκοτώνονται στους πολέμους και τις μάχες απλώς προλαμβάνουν λίγο τον θάνατο που θα έρθει στα γηρατειά, δηλαδή φεύγουν και ξανάρχονται αργότερα. Αλλά αν όσο ζουν τους κλέψουν τα χρήματα, θα μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν ότι αυτά δεν ήταν ούτε και προηγουμένως δικά τους, και ότι η κατοχής τους είναι και για τους κλέφτες μια κοροϊδία, όταν κάποιοι άλλοι θα τα κλέψουν κι από αυτούς' άλλωστε και για κείνους που δεν τους κλέβουν, το να τα έχουν αποβαίνει κάτι χειρότερο από το να τους τα πάρουν.
Όταν κάποιος ζητάει, είπε ο Σιντάρτα, συμβαίνει συχνά να μη βλέπουν ταΔιάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Έσσε Έρμαν · Σιντάρτα
μάτια του παρά μόνο το πράγμα που ζητάει, συμβαίνει να μην είναι
ικανός να βρει τίποτα, να αφεθεί σε τίποτα, επειδή σκέφτεται πάντα μόνο
αυτό που ζητάει, επειδή έχει ένα σκοπό, επειδή κατέχεται από το σκοπό.
Ζητάω θα πει, έχω ένα σκοπό.
Βρίσκω όμως σημαίνει, είμαι ελεύθερος, στέκομαι ανοιχτός, δεν έχω
κανένα σκοπό. Εσύ σεβάσμιε είσαι κατά πάσα πιθανότητα πραγματικά
ένας αναζητητής, αφού, επιδιώκοντας το σκοπό σου, δεν βλέπεις μερικά
πράγματα που είναι μπρος στα μάτια σου.
Τώρα έβλεπε τους ανθρώπους διαφορετικά απ' ότι άλλοτε, λιγότερο
έξυπνα, λιγότερο περήφανα, μα πιο ζεστά, πιο περίεργα, πιο
συμπαθητικά. Όταν περνούσε από το ποτάμι ανθρώπους,
ανθρώπους-παιδιά, εμπόρους, πολεμιστές, γυναίκες δεν τους ένιωθε πια
ξένους όπως άλλοτε : τους καταλάβαινε, τους καταλάβαινε και
συμμεριζόταν τη ζωή τους, που δεν την κυβερνούσαν σκέψεις και ιδέες,
αλλά μόνον ορμές και επιθυμίες, ένιωθε όπως εκείνοι. Παρόλο που ήταν
κοντά στην τελειότητα και άντεχε την τελευταία του πληγή, του φαινόταν
πως αυτοί οι άνθρωποι-παιδιά ήταν αδέλφια του, η ματαιοδοξία, η
απληστία και η γελοιότητά τους έχαναν για εκείνον κάθε κωμικότητα,
γίνονταν κατανοητές, γίνονταν αξιαγάπητες, γίνονταν για κείνον ακόμα
και άξιες σεβασμού. Η τυφλή αγάπη της μητέρας για το παιδί της, η
κουτή τυφλή περηφάνια ενός φαντασμένου πατέρα για το μοναδικό του
γιόκα, η τυφλή, άγριαεπιδίωξη μιας νεαρής, φιλάρεσκης γυναίκας για
στολίδια και θαυμαστικά αντρικά μάτια, όλα αυτά τα παιδιαρίσματα, όλες
αυτές οι απλές, ανόητες αλλά απίστευτα ισχυρές, απέραντα ζωντανές, οι
παθιασμένες ορμές και απληστίες δεν ήταν τώρα πια παιδιάστικες για τον
Σιντάρτα. Έβλεπε τους ανθρώπους να ζουν γι' αυτές, τους έβλεπε να
κατορθώνουν απίστευτα επιτεύγματα χάρη σ' αυτές, να κάνουν ταξίδια,
να διεξάγουν πολέμους, να υποφέρουν απέραντα, να υπομένουν
απέραντα, και τους αγαπούσε γι' αυτό. Έβλεπε τη ζωή, το ζωντανό, το
ακατάστρεπτο, τον Βράχμαν μέσα σ' όλες τις οδύνες τους, μέσα σ' όλες τις
πράξεις τους. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν άξιοι αγάπης και θαυμασμού στην
τυφλή τους πίστη, στην τυφλή τους δύναμη και στην καρτερικότητά τους.
Τίποτα δεν τους έλειπε τίποτα περισσότερο απ' αυτούς δεν είχε ο σοφός
και ο στοχαστής, εκτόςαπό μια μικρή λεπτομέρεια, ένα μοναδικό ελάχιστο
πράγμα : τη συνειδητή γνώση της ενότητας κάθε ζωής.
(αποσπάσματα)Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Θόρω Χένρυ · Walden ή "Η ζωή στο δάσος"
Πήγα στο δάσος γιατί ήθελα να ζήσω συνειδητά, να αντιμετωπίσω μόνο τα ουσιώδη της ζωής και να δω αν μπορούσα να μάθω όσα είχε να μου διδάξει· ώστε, όταν θα ερχόταν η ώρα να πεθάνω, να μη διαπιστώσω πως τελικά δεν είχα ζήσει ποτέ. Δεν ήθελα να ζήσω κάτι που δεν ήταν πραγματικά ζωή – γιατί η ζωή είναι πολύτιμη πέρα από κάθε μέτρο – ούτε να συμβιβαστώ, εκτός κι αν αυτό ήταν απολύτως αναπόφευκτο. Ήθελα να ζήσω βαθιά και ολοκληρωμένα, να ρουφήξω όλο το μεδούλι της ζωής, να ζήσω τόσο αυστηρά και λιτά ώστε να εκδιώξω καθετί που δεν ήταν ζωή, να τη στριμώξω σε μια γωνιά και να τη φέρω στα έσχατά της· κι αν τότε αποδεικνυόταν ευτελής, να γνωρίσω όλη την αλήθεια της ευτέλειάς της και να τη φανερώσω στον κόσμο. Αν όμως ήταν εξαίσια, να τη γνωρίσω από πρώτο χέρι και να μπορώ, στο επόμενο ταξίδι μου, να δώσω γι' αυτήν μια αληθινή μαρτυρία.
[…]
Έχουμε ανάγκη από το τονωτικό της άγριας φύσης· να τσαλαβουτάμε πότε-πότε σε βάλτους όπου παραμονεύουν ο νυχτοκόρακας και η αγριόκοτα, να ακούμε το βροντερό κάλεσμα της βαλτομπεκάτσας, να ανασαίνουμε το άρωμα του σπαθόχορτου που θροΐζει στον άνεμο, σε μέρη όπου μονάχα τα πιο άγρια και μοναχικά πουλιά χτίζουν τις φωλιές τους και το κουνάβι σέρνεται με την κοιλιά στο χώμα. Κι ενώ με όλη μας την ψυχή λαχταρούμε να εξερευνήσουμε και να γνωρίσουμε τα πάντα, ταυτόχρονα θέλουμε όλα να παραμένουν μυστηριώδη και ανεξερεύνητα· θέλουμε η στεριά και η θάλασσα να διατηρούν την άγρια, απέραντη φύση τους, αχαρτογράφητες και ανεξιχνίαστες, γιατί ποτέ δεν θα μπορέσουμε να τις κατανοήσουμε ολοκληρωτικά. Τη φύση δεν τη χορταίνουμε ποτέ."
Εγκαταστάθηκα στο σπίτι μου στις 4 Ιουλίου, μόλις ολοκληρώθηκε η τοποθέτηση των σανιδιών και της στέγης. Τα είχα εφαρμόσει τόσο προσεκτικά μεταξύ τους, ώστε το σπίτι να μην αφήνει ούτε σταγόνα βροχής να περάσει. Προτού όμως τα τοποθετήσω, είχα αρχίσει να χτίζω την καμινάδα, την οποία ολοκλήρωσα ύστερα από το φθινοπωρινό τσάπισμα, πριν ο καιρός κρυώσει αρκετά ώστε να γίνει αναγκαία η φωτιά. Ως τότε μαγείρευα έξω, καταγής, νωρίς το πρωί. Αυτός ο τρόπος μαγειρέματος εξακολουθεί να μου φαίνεται πιο ευχάριστος και πιο φυσικός από τον συνηθισμένο. Αν τύχαινε να πιάσει βροχή πριν προλάβω να ψήσω το ψωμί μου, έστηνα ένα πρόχειρο σκέπαστρο από σανίδια πάνω από τη φωτιά και καθόμουν από κάτω, παρακολουθώντας το καρβέλι μου να ψήνεται.
[…]
Ο άνθρωπος που χτίζει το δικό του σπίτι έχει πολλά κοινά με το πουλί που φτιάχνει τη φωλιά του. Ποιος ξέρει; Αν οι άνθρωποι έχτιζαν τις κατοικίες τους με τα ίδια τους τα χέρια και εξασφάλιζαν με απλούς και τίμιους τρόπους την τροφή για τους ίδιους και τις οικογένειές τους, ίσως η ποιητική τους φύση να άνθιζε παντού, όπως συμβαίνει με τα πουλιά, που όλα τραγουδούν καθώς χτίζουν τις φωλιές τους και αναζητούν την τροφή τους.
[…]
Κάποιες φορές, τα καλοκαιρινά πρωινά, ύστερα από το συνηθισμένο μου μπάνιο, καθόμουν στο ηλιόλουστο κατώφλι του σπιτιού μου από την αυγή ως το μεσημέρι, βυθισμένος στην έκσταση της ονειροπόλησης, ανάμεσα στα πεύκα, τις καρυδιές και τα σουμάκια, μέσα σε μια μοναξιά και μια γαλήνη που τίποτε δεν τάραζε, ενώ γύρω μου τα πουλιά τραγουδούσαν ή περνούσαν αθόρυβα μέσα από το σπίτι φτερουγίζοντας. Ώσπου ο ήλιος, που άρχιζε να γέρνει και να φωτίζει από το δυτικό παράθυρο, ή ο θόρυβος από το κάρο κάποιου ταξιδιώτη στον μακρινό δρόμο μού θύμιζαν το πέρασμα του χρόνου.
Τις ώρες εκείνες ένιωθα να μεγαλώνω, όπως μεγαλώνει το καλαμπόκι μέσα στη νύχτα· κι αυτό μου ήταν πολύ πιο ωφέλιμο από οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία. Δεν ήταν χρόνος χαμένος από τη ζωή μου· ήταν χρόνος που προστεθείτο σε εκείνον που μου είχε ορίσει η μοίρα. Τότε κατάλαβα τι εννοούν οι Ανατολίτες όταν μιλούν για τον διαλογισμό και την εγκατάλειψη των εργασιών.
Τον περισσότερο καιρό δεν με απασχολούσε το πώς περνούσαν οι ώρες. Η ημέρα κυλούσε σαν να είχε μοναδικό σκοπό να φωτίσει το έργο μου. Τη μια στιγμή ήταν πρωί και, πριν το καταλάβω, είχε κιόλας βραδιάσει, χωρίς να έχω κάνει τίποτε το αξιοσημείωτο. Αντί να τραγουδώ σαν τα πουλιά, χαμογελούσα σιωπηλά για την αδιάκοπη καλή μου τύχη. Όπως εγώ άκουγα το τιτίβισμα του σπουργιτιού που καθόταν στην καρυδιά μπροστά στην πόρτα μου, έτσι κι εκείνο ίσως άκουγε να βγαίνουν από τη φωλιά μου το πνιχτό μου γελάκι και το χαμηλό μου τραγούδι.
Τον περισσότερο καιρό δεν με απασχολούσε το πώς περνούσαν οι ώρες. Η ημέρα κυλούσε σαν να είχε μοναδικό σκοπό να φωτίσει το έργο μου. Τη μια στιγμή ήταν πρωί και, πριν το καταλάβω, είχε κιόλας βραδιάσει, χωρίς να έχω κάνει τίποτε το αξιοσημείωτο. Αντί να τραγουδώ σαν τα πουλιά, χαμογελούσα σιωπηλά για την αδιάκοπη καλή μου τύχη. Όπως εγώ άκουγα το τιτίβισμα του σπουργιτιού που καθόταν στην καρυδιά μπροστά στην πόρτα μου, έτσι κι εκείνο ίσως άκουγε να βγαίνουν από τη φωλιά μου το πνιχτό μου γελάκι και το χαμηλό μου τραγούδι.
Για τους συγχωριανούς μου δεν ήμουν παρά ένας αργόσχολος. Αν όμως με έκριναν τα πουλιά και τα λουλούδια με τα δικά τους μέτρα και σταθμά, δεν θα με έβρισκαν κατώτερό τους. Οι μέρες μου δεν ήταν οι μέρες της εβδομάδας· δεν έπαιρναν το όνομά τους από παγανιστικές θεότητες, δεν τεμαχίζονταν σε ώρες ούτε τις καταβρόχθιζαν οι χτύποι του ρολογιού. Ζούσα όπως οι Ινδιάνοι Πούρι, για τους οποίους λένε πως «για το χθες, το σήμερα και το αύριο έχουν μία μόνο λέξη και τη διαφορά την εκφράζουν δείχνοντας πίσω για το χθες, μπροστά για το αύριο και προς τα πάνω για το σήμερα». Για τους συγχωριανούς μου ίσως να ήμουν ένας αργόσχολος· όμως, αν με έκριναν τα πουλιά και τα λουλούδια, δεν θα με έβρισκαν κατώτερό τους.
Είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος πρέπει να αναζητά τα ενδιαφέροντά του μέσα του. Η ημέρα από τη φύση της είναι πολύ ήρεμη και δεν πρόκειται να τον κακολογήσει για την οκνηρία του. Αυτός ο τρόπος ζωής είχε τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα σε σύγκριση με τις ζωές όσων ήταν υποχρεωμένοι να ψάχνουν αλλού για ψυχαγωγία, στις παρέες και στα θέατρα: η ίδια η ζωή μου είχε γίνει η ψυχαγωγία μου και ποτέ δεν έπαυε να μου χαρίζει κι από κάτι καινούργιο. Ήταν ένα θεατρικό έργο με πολλές πράξεις και χωρίς τέλος. Αν ζούσαμε πάντοτε πραγματικά και αν ρυθμίζαμε τις ζωές μας σύμφωνα με τον καλύτερο τρόπο που είχαμε μάθει, ποτέ δε θα υποφέραμε από ανία. Αν ακολουθείς το πνεύμα σου προσεκτικά, δε θα πάψει να σου δείχνει κι από μια νέα προοπτική κάθε ώρα που περνά.
Όταν βγήκα για πρώτη φορά με τη βάρκα μου στη λίμνη Ουόλντεν, ήταν ολόγυρα περικυκλωμένη από πυκνά και πανύψηλα πεύκα και δρυς. Σε μερικούς από τους όρμους της, άγριες κληματσίδες είχαν τυλίξει τα δέντρα που φύτρωναν στην όχθη, σχηματίζοντας φυσικές κρεβατίνες κάτω από τις οποίες μπορούσε να περάσει η βάρκα. Οι λόφοι που υψώνονται στις όχθες της ήταν τότε τόσο απόκρημνοι και τόσο πυκνοδασωμένοι, ώστε, κοιτάζοντας από τη δυτική της άκρη, είχες μπροστά σου την εικόνα ενός αμφιθεάτρου, όπου θαρρείς πως επρόκειτο να δοθεί μια παράσταση με σκηνικό το ίδιο το δάσος.
Πέρασα πολλά καλοκαιρινά πρωινά των νεανικών μου χρόνων ξαπλωμένος ανάσκελα στα καθίσματα της βάρκας μου, αφού πρώτα είχα κωπηλατήσει ως τη μέση της λίμνης, αφήνοντάς την έπειτα να παρασύρεται όπου την οδηγούσε ο Ζέφυρος, βυθισμένος στην ονειροπόληση, ώσπου το ελαφρό τράνταγμα καθώς άγγιζε την άμμο με ξυπνούσε και σηκωνόμουν για να δω σε ποια όχθη με είχε οδηγήσει η μοίρα.
Οι ζωές μας σπαταλιούνται στις λεπτομέρειες. Ένας τίμιος άνθρωπος δεν χρειάζεται να μετράει πέρα από τα δέκα δάχτυλα των χεριών του. Το πολύ, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ας προσθέσει και τα δέκα των ποδιών του· κι αυτά του αρκούν. Απλότητα, απλότητα, απλότητα! Οι υποθέσεις σας ας είναι δύο ή τρεις, όχι εκατό ούτε χίλιες. Αντί για ένα εκατομμύριο, μετρήστε μισή ντουζίνα και κρατήστε τους λογαριασμούς σας λιτούς.
Μέσα σ' αυτό το φουρτουνιασμένο πέλαγος της πολιτισμένης ζωής, τόσα είναι τα σύννεφα, οι καταιγίδες, οι ξέρες και οι αμέτρητες έγνοιες, ώστε, αν θέλει κανείς να μη βουλιάξει και να φτάσει στο λιμάνι, είναι αναγκασμένος να υπολογίζει διαρκώς· κι εκείνος που τελικά τα καταφέρνει δεν μπορεί παρά να είναι επιδέξιος λογιστής.
Απλουστεύετε, απλουστεύετε. Αντί για τρία γεύματα τη μέρα, αν μπορείτε, αρκεστείτε σ' ένα· αντί για εκατό πιάτα, πέντε· και περιορίστε ανάλογα όλα τα υπόλοιπα. Γιατί να ζούμε τόσο βιαστικά και τόσο σπάταλα; Είναι σαν να είμαστε αποφασισμένοι να λιμοκτονήσουμε πριν ακόμη πεινάσουμε. Η παροιμία λέει πως μια βελονιά στην ώρα της γλιτώνει εννιά· όμως εμείς κάνουμε χίλιες βελονιές σήμερα για να γλιτώσουμε εννιά αύριο.
Επιλεγμένα ΑποσπάσματαΔιάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Αυρήλιος Μάρκος · Τα εις εαυτόν
ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
1. Αυτό που κυριαρχεί μέσα μας, όταν βρίσκεται σε συμφωνία με τη φύση, τοποθετείται απέναντι στα συμβαίνοντα έτσι ώστε να προσαρμόζεται κάθε φορά με ευκολία προς ό,τι είναι δυνατό και ό,τι μας δίνεται. Δεν συνδυάζεται δηλαδή με κάποια ορισμένη ύλη αλλά κατευθυνόμενο προς τα πράγματα που υπερέχουν λειτουργεί με επιφύλαξη και μετατρέπει σε δική του ύλη ό,τι του αντιτάσσεται, όπως συμβαίνει με την φωτιά που κυριαρχεί πάνω στα πράγματα που πέφτουν μέσα της, πράγματα όμως που θα έσβηναν ένα μικρό λυχνάρι. Η μεγάλη φωτιά ωστόσο κάνει γρήγορα δικά της ότι πέφτει μέσα της και μάλιστα σηκώνεται ψηλότερα καταναλώνοντάς τα.
2. Καμιά ενέργεια να μην κάνεις άσκοπα ή με άλλο τρόπο, παρά μόνο σύμφωνα με τις αρχές που ολοκληρώνουν την τέχνη.
3. Οι άνθρωποι επιδιώκουν να καταφεύγουν στην ύπαιθρο, στις παραλίες, στα βουνά, και συνήθισες και συ να επιθυμείς πολύ όλα τούτα. Η τάση αυτή είναι στο σύνολό της πολύ αφελής, αφού έχεις τη δυνατότητα όποια στιγμή θελήσεις να καταφύγεις στον εαυτό σου. Πράγματι, πουθενά ο άνθρωπος δεν καταφεύγει με περισσότερη ηρεμία και αταραξία απ' ό,τι στην ψυχή του, ιδίως όποιος έχει μέσα του στοιχεία τέτοια, που αν εισδύσει σε αυτά βρίσκεται μεμιάς σε γαλήνη. Και με γαλήνη δεν εννοώ άλλο από αρμονία. Να προσφέρεις λοιπόν πάντα στον εαυτό σου την καταφυγή αυτή και να τον ανανεώνεις”.
37. Σε λίγο πεθαίνεις κι ακόμη να γίνεις απλός, ατάραχος, ακόμα να απαλλαγείς από την υποψία ότι μπορεί να βλαφτείς από κάτι εξωτερικό, ακόμα να γίνεις ευμενής προς όλους και να αποδώσεις τη σημασία της φρόνησης μόνο στην δικαιοπραγία.
48. Να σκέφτεσαι συνεχώς πόσοι γιατροί πέθαναν, που πολλές φορές συνοφρυώθηκαν πάνω απ' τους ασθενείς τους. Πόσοι επίσης φιλόσοφοι που είχαν αναπτύξει χιλιάδες σκέψεις περί θανάτου ή αθανασίας. Πόσοι ανδρείοι που σκότωσαν πολλούς. Πόσοι τύραννοι που εξουσίασαν τις ζωές των άλλων με φοβερή έπαρση σαν οι ίδιοι να ήταν αθάνατοι. .. Πόσες επίσης ολόκληρες πόλεις, ας το πώς έτσι, πέθαναν, η Ελίκη, η Πομπηία το Ερκουλάνο και άλλες αναρίθμητες. Σκέψου επίσης όσους γνώρισες, τον ένα μετά τον άλλο, τούτος που κήδεψε τον άλλον ξαπλώθηκε κι ο ίδιος, και ομοίως αυτός που κήδεψε τον τελευταίο –και όλα μέσα σε λίγο χρόνο. Πρέπει εν γένει να αντιμετωπίζουμε τα ανθρώπινα ως εφήμερα και ευτελή –χθες μωρό, αύριο μούμια ή στάχτη. Την ακαριαία τούτη στιγμή του χρόνου να την περάσεις σύμφωνα με τη φύση, όπως η ελιά που ωριμάζει και πέφτει δοξολογώντας το δέντρο που τη γέννησε.
Εμφανίζονται 1–5 από 5 καταχωρίσεις