8 αποσπάσματα για τη λύπη

Διάβασε επιλεγμένα αποσπάσματα βιβλίων για τη λύπη. Λογοτεχνικά και στοχαστικά κείμενα που εξερευνούν διαφορετικές πλευρές του ανθρώπινου συναισθήματος.

Απόσπασμα
The Ballad of Reading Gaol — 1898

Επιμελημένη απόδοση της ελληνικής μετάφρασης που δόθηκε, με αντιπαραβολή προς το αγγλικό πρωτότυπο. Διατηρούνται οι έξι ενότητες και οι εξάστιχες στροφές, χωρίς επιβολή ομοιοκαταληξίας.



Στη μνήμη του C. T. W.,
άλλοτε στρατιώτη της Βασιλικής Έφιππης Φρουράς,
που πέθανε στη φυλακή του Ρέντινγκ, στο Μπέρκσιρ,
στις 7 Ιουλίου 1896.


I

Δεν φορούσε το κόκκινο χιτώνιό του,
γιατί το αίμα και το κρασί είναι κόκκινα,
κι αίμα και κρασί είχε στα χέρια του
όταν τον βρήκαν πλάι στη νεκρή,
τη δύστυχη νεκρή γυναίκα που αγαπούσε
και δολοφόνησε στο κρεβάτι της.

Περπατούσε ανάμεσα στους υπόδικους,
με μια φθαρμένη γκρίζα φορεσιά·
ένα κασκέτο του κρίκετ είχε στο κεφάλι
και το βήμα του φαινόταν ανάλαφρο, χαρούμενο·
μα ποτέ μου δεν είδα άνθρωπο
να κοιτά με τόση λαχτάρα την ημέρα.

Ποτέ μου δεν είδα άνθρωπο να κοιτά
με βλέμμα τόσο λαχταρισμένο
εκείνη τη μικρή γαλάζια τέντα
που οι φυλακισμένοι λένε ουρανό,
και κάθε σύννεφο που περνούσε
αρμενίζοντας με ασημένια πανιά.

Περπατούσα με άλλες πονεμένες ψυχές
σ’ έναν άλλο κύκλο,
κι αναρωτιόμουν αν εκείνος ο άνθρωπος
είχε κάνει μεγάλο ή μικρό κακό,
όταν μια φωνή πίσω μου ψιθύρισε:
«Αυτόν εδώ θα τον κρεμάσουν».

Χριστέ μου! Οι ίδιοι οι τοίχοι της φυλακής
ξάφνου φάνηκαν να παραπατούν,
κι ο ουρανός πάνω απ’ το κεφάλι μου έγινε
σαν κράνος από πυρακτωμένο ατσάλι·
κι ας ήμουν κι εγώ μια πονεμένη ψυχή,
τον πόνο μου δεν μπορούσα να νιώσω.

Ήξερα μόνο ποια σκέψη τον στοίχειωνε
και του τάχυνε το βήμα, και γιατί
κοιτούσε την εκτυφλωτική ημέρα
με τόση λαχτάρα μες στα μάτια·
είχε σκοτώσει ό,τι αγαπούσε
κι έπρεπε γι’ αυτό να πεθάνει.

Κι όμως κάθε άνθρωπος σκοτώνει ό,τι αγαπά·
ας το ακούσουν αυτό όλοι:
μερικοί το κάνουν με ένα πικρό βλέμμα,
μερικοί με μια κολακευτική λέξη·
ο δειλός με ένα φιλί,
ο γενναίος με το σπαθί.

Κάποιοι σκοτώνουν την αγάπη τους στα νιάτα,
κι άλλοι όταν πια γεράσουν·
κάποιοι την πνίγουν με τα χέρια του Πόθου,
κι άλλοι με τα χέρια του Χρυσού·
οι πιο σπλαχνικοί χρησιμοποιούν μαχαίρι,
γιατί οι νεκροί τόσο γρήγορα παγώνουν.

Μερικοί αγαπούν πολύ λίγο, άλλοι για υπερβολικά πολύ καιρό·
μερικοί πουλούν κι άλλοι αγοράζουν·
κάποιοι το κάνουν με πολλά δάκρυα,
κι άλλοι δίχως στεναγμό·
γιατί ο καθένας σκοτώνει ό,τι αγαπά,
μα δεν πεθαίνουν όλοι γι’ αυτό.

Δεν πεθαίνει ο καθένας θάνατο ατίμωσης
μια μέρα σκοτεινής ντροπής,
ούτε του περνούν θηλιά στον λαιμό,
ούτε του σκεπάζουν το πρόσωπο με πανί,
ούτε πέφτει με τα πόδια πρώτα
απ’ το άνοιγμα του δαπέδου στο κενό.

Δεν κάθεται ανάμεσα σε σιωπηλούς ανθρώπους
που τον φυλάνε νύχτα και μέρα·
που τον φυλάνε όταν πασχίζει να κλάψει
κι όταν πασχίζει να προσευχηθεί·
που τον φυλάνε μήπως ο ίδιος στερήσει
απ’ τη φυλακή τη λεία της.

Δεν ξυπνά την αυγή για να δει
τρομαχτικές μορφές να γεμίζουν το κελί:
τον τρεμάμενο ιερέα ντυμένο στα λευκά,
τον σερίφη σκυθρωπό κι αυστηρό,
και τον διευθυντή με τα γυαλιστερά του μαύρα,
με το κίτρινο πρόσωπο της Καταδίκης.

Δεν σηκώνεται με αξιολύπητη βιασύνη
να φορέσει τα ρούχα του καταδίκου,
ενώ κάποιος χυδαιόστομος γιατρός χαιρεκακεί
και σημειώνει κάθε νευρικό του τίναγμα,
ψηλαφώντας ένα ρολόι που τα μικρά του τικ
μοιάζουν με φριχτά χτυπήματα σφυριού.

Δεν νιώθει εκείνη την αρρωστημένη δίψα
που κάνει τον λαιμό άμμο, προτού
ο δήμιος με τα γάντια του κηπουρού
περάσει την πόρτα με τη μαλακή επένδυση
και τον δέσει με τρία δερμάτινα λουριά,
για να μη διψάσει ο λαιμός ποτέ ξανά.

Δεν σκύβει το κεφάλι για ν’ ακούσει
τη νεκρώσιμη ακολουθία·
ούτε, ενώ η αγωνία της ψυχής του
του λέει πως είναι ακόμη ζωντανός,
περνά μπροστά απ’ το ίδιο του το φέρετρο,
μπαίνοντας στο φριχτό υπόστεγο.

Δεν ατενίζει τον ουρανό
μέσα από μια μικρή γυάλινη στέγη·
δεν προσεύχεται με χείλη σαν από πηλό
να τελειώσει η αγωνία του·
ούτε νιώθει στο μάγουλό του που τρέμει
το φιλί του Καϊάφα.


II

Έξι βδομάδες ο στρατιώτης γύριζε την αυλή
με τη φθαρμένη γκρίζα φορεσιά·
το κασκέτο του κρίκετ είχε στο κεφάλι
και το βήμα του ήταν ανάλαφρο, χαρούμενο·
μα ποτέ μου δεν είδα άνθρωπο
να κοιτά με τόση λαχτάρα την ημέρα.

Ποτέ μου δεν είδα άνθρωπο να κοιτά
με βλέμμα τόσο λαχταρισμένο
εκείνη τη μικρή γαλάζια τέντα
που οι φυλακισμένοι λένε ουρανό,
και κάθε διαβατάρικο σύννεφο που έσερνε
τα ξασμένα του μαλλιά.

Δεν έσφιγγε τα χέρια του, όπως κάνουν
οι άμυαλοι που τολμούν
να μεγαλώσουν το ξένο βρέφος, την Ελπίδα,
μες στη σπηλιά της μαύρης Απελπισίας·
μονάχα κοίταζε τον ήλιο
κι έπινε τον πρωινό αέρα.

Δεν έσφιγγε τα χέρια του ούτε έκλαιγε,
δεν μαράζωνε ούτε έλιωνε απ’ τον καημό·
ρουφούσε όμως τον αέρα σαν να έκρυβε
ένα γιατρικό που απάλυνε τον πόνο·
με ανοιχτό στόμα έπινε τον ήλιο
λες κι ήτανε κρασί.

Κι εγώ κι όλες οι πονεμένες ψυχές
που βαδίζαμε στον άλλο κύκλο,
ξεχνούσαμε αν κι εμείς οι ίδιοι
είχαμε κάνει μεγάλο ή μικρό κακό,
και κοιτούσαμε με βλέμμα αποσβολωμένο
τον άνθρωπο που θα κρεμούσαν.

Και παράξενο ήταν να τον βλέπεις να περνά
με βήμα τόσο ανάλαφρο, χαρούμενο·
και παράξενο να τον βλέπεις να κοιτά
με τόση λαχτάρα την ημέρα·
και παράξενο να σκέφτεσαι πως είχε
ένα τέτοιο χρέος να πληρώσει.

Γιατί όμορφα είναι τα φύλλα της βελανιδιάς
και της φτελιάς όταν πετούν την άνοιξη·
μα ζοφερό το δέντρο της κρεμάλας,
με τη ρίζα του δαγκωμένη από οχιά·
χλωρό ή ξερό, πρέπει ένας άνθρωπος να πεθάνει
προτού εκείνο δώσει τον καρπό του.

Την πιο ψηλή θέση, τον θρόνο της εύνοιας,
ποθούν όσοι γυρεύουν τα εγκόσμια·
μα ποιος θα στεκόταν δεμένος με σκοινί
επάνω σε ψηλό ικρίωμα,
για να κοιτάξει μέσα απ’ του φονιά το περιλαίμιο
τον ουρανό για τελευταία φορά;

Είναι γλυκό να χορεύεις με βιολιά
όταν ο Έρωτας κι η Ζωή είναι όμορφοι·
να χορεύεις με φλάουτα, να χορεύεις με λαούτα,
είναι φίνο και σπάνιο·
μα δεν είναι γλυκό με ανάλαφρα πόδια
να χορεύεις μετέωρος στον αέρα.

Έτσι, με μάτια περίεργα και σκέψεις ζοφερές,
τον κοιτούσαμε μέρα με τη μέρα,
κι αναρωτιόμασταν αν ο καθένας μας
θα είχε το ίδιο τέλος·
γιατί κανείς δεν ξέρει σε ποια κόκκινη Κόλαση
μπορεί η τυφλή ψυχή του να χαθεί.

Στο τέλος ο νεκρός δεν περπατούσε πια
ανάμεσα στους υπόδικους·
κι ήξερα πως στεκόταν τώρα
στο φριχτό περίφραγμα του σκοτεινού εδωλίου,
και πως ποτέ δεν θα ’βλεπα το πρόσωπό του
ξανά, μήτε σε χαρά μήτε σε λύπη.

Σαν δυο καταδικασμένα πλοία μες στην καταιγίδα,
είχαν διασταυρωθεί οι δρόμοι μας·
μα κανένα νεύμα δεν κάναμε, λέξη δεν είπαμε,
καμιά λέξη δεν είχαμε να πούμε·
γιατί δεν ανταμώσαμε σε νύχτα αγιασμένη,
μα στη μέρα της ντροπής.

Ένας τοίχος φυλακής μάς έκλεινε και τους δυο·
δυο απόκληροι ήμασταν·
ο κόσμος μάς είχε διώξει απ’ την καρδιά του,
κι ο Θεός από τη φροντίδα Του·
και το σιδερένιο δόκανο που καρτερεί την Αμαρτία
μάς είχε πιάσει στη δαγκάνα του.


III

Στων χρεοφειλετών την αυλή οι πέτρες είναι σκληρές
κι ο τοίχος, που στάζει, είναι ψηλός·
εκεί λοιπόν έβγαινε να πάρει αέρα
κάτω απ’ τον μολυβένιο ουρανό,
μ’ έναν φύλακα να βαδίζει από κάθε του πλευρά,
μήπως κι ο άνθρωπος πεθάνει.

Ή καθόταν μαζί μ’ εκείνους που παραφύλαγαν
την αγωνία του νύχτα και μέρα·
που τον φύλαγαν όταν σηκωνόταν να κλάψει
κι όταν γονάτιζε να προσευχηθεί·
που τον φύλαγαν μήπως ο ίδιος στερήσει
απ’ την κρεμάλα τους τη λεία της.

Ο διευθυντής επέμενε αυστηρά
στην τήρηση του κανονισμού·
ο γιατρός έλεγε πως ο Θάνατος δεν είναι
παρά ένα επιστημονικό γεγονός·
και δυο φορές τη μέρα ο ιερέας ερχόταν
κι άφηνε ένα μικρό θρησκευτικό φυλλάδιο.

Και δυο φορές τη μέρα κάπνιζε την πίπα του
κι έπινε το μερίδιό του από μπίρα·
η ψυχή του ήταν αποφασισμένη και δεν είχε
καμιά κρυψώνα για τον φόβο·
έλεγε συχνά πως χαιρόταν
που του δημίου η μέρα ήταν κοντά.

Μα γιατί έλεγε κάτι τόσο παράξενο,
κανένας φύλακας δεν τολμούσε να ρωτήσει·
γιατί όποιος έχει για καθήκον του
τη μοίρα του φρουρού,
πρέπει να βάζει κλειδαριά στα χείλη
και μάσκα να κάνει το πρόσωπό του.

Αλλιώς μπορεί να συγκινηθεί και να θελήσει
να παρηγορήσει, ν’ ανακουφίσει·
μα τι θα έκανε η ανθρώπινη συμπόνια
κλεισμένη μες στων φονιάδων την τρύπα;
ποιος λόγος καλοσύνης, σ’ έναν τέτοιο τόπο,
θα μπορούσε να βοηθήσει μια αδελφή ψυχή;

Σκυφτοί, με βήμα που λικνιζόταν, κάναμε τον κύκλο
στην Παρέλαση των Τρελών·
δεν μας ένοιαζε· ξέραμε πως ήμασταν
η Ταξιαρχία του ίδιου του Διαβόλου·
και τα ξυρισμένα κεφάλια, τα πόδια σαν μολύβι,
φτιάχνουν μια χαρωπή μασκαράτα.

Ξαίναμε τα κατραμωμένα σκοινιά
με νύχια φαγωμένα και ματωμένα·
τρίβαμε τις πόρτες, σφουγγαρίζαμε τα πατώματα
και καθαρίζαμε τα γυαλιστερά κάγκελα·
σειρά σειρά σαπουνίζαμε τις σανίδες
και κάναμε τους κουβάδες να βροντούν.

Ράβαμε σακιά και σπάζαμε πέτρες,
γυρίζαμε το σκονισμένο τρυπάνι·
χτυπούσαμε τα τενεκεδένια σκεύη, φωνάζαμε ύμνους
και ιδρώναμε στον μύλο·
μα μες στην καρδιά του καθενός
ο Τρόμος έμενε ακίνητος.

Τόσο ακίνητος, που η κάθε μέρα
σερνόταν σαν κύμα πνιγμένο στα φύκια·
και ξεχνούσαμε την πικρή μοίρα
που καρτερεί τρελούς και κατεργάρηδες,
ώσπου μια φορά, γυρίζοντας απ’ τη δουλειά,
περάσαμε μπροστά από ανοιχτό τάφο.

Με ορθάνοιχτο στόμα ο φριχτός λάκκος
περίμενε ένα ζωντανό κορμί·
κι η ίδια η λάσπη γύρευε αίμα
απ’ τον διψασμένο ασφάλτινο κύκλο·
και ξέραμε πως, πριν φωτίσει μιαν αυγή,
εκείνον τον άνθρωπο θα τον κρεμούσαν.

Μπήκαμε μέσα, με την ψυχή στραμμένη
στον Θάνατο, στον Φόβο, στην Καταδίκη·
ο δήμιος, με το μικρό σακούλι του,
έσερνε τα πόδια μες στο σκοτάδι·
κι εγώ έτρεμα καθώς ψηλαφώντας έμπαινα
μέσα στον αριθμημένο τάφο μου.

Εκείνη τη νύχτα οι άδειοι διάδρομοι
ήταν γεμάτοι από μορφές του Φόβου·
κι απ’ άκρη σ’ άκρη της σιδερένιας πολιτείας
γλιστρούσαν βήματα που δεν ακούγαμε·
και μέσα απ’ τα κάγκελα που κρύβουν τ’ άστρα
λευκά πρόσωπα έμοιαζαν να μας κοιτούν.

Εκείνος ξάπλωνε σαν άνθρωπος που ονειρεύεται
σ’ ένα όμορφο λιβάδι·
οι φύλακες τον κοίταζαν καθώς κοιμόταν
και δεν μπορούσαν να καταλάβουν
πώς γίνεται να κοιμάται κανείς τόσο γλυκά,
με τον δήμιο τόσο κοντά του.

Μα ύπνος δεν υπάρχει όταν πρέπει να κλάψουν
άνθρωποι που ποτέ δεν έχουν κλάψει·
κι έτσι εμείς —ο τρελός, ο απατεώνας, ο κατεργάρης—
κρατήσαμε την ατέλειωτη αγρύπνια·
και μες στον νου του καθενός, στα χέρια του πόνου,
σερνόταν ο τρόμος ενός άλλου.

Αλίμονο, είναι πράγμα φοβερό
να νιώθεις την ενοχή του άλλου·
γιατί βαθιά μας το σπαθί της Αμαρτίας
μπήχτηκε ως τη φαρμακωμένη του λαβή·
και σαν λιωμένο μολύβι ήταν τα δάκρυά μας
για το αίμα που δεν είχαμε χύσει.

Οι φύλακες, με τα παπούτσια από τσόχα,
γλιστρούσαν πλάι στις κλειδαμπαρωμένες πόρτες·
κρυφοκοίταζαν κι έβλεπαν με μάτια γεμάτα δέος
γκρίζες μορφές στο πάτωμα,
κι απορούσαν γιατί γονάτιζαν να προσευχηθούν
άνθρωποι που δεν είχαν προσευχηθεί ποτέ.

Όλη τη νύχτα γονατίζαμε και προσευχόμασταν,
τρελοί θρηνωδοί ενός πτώματος·
τα ταραγμένα λοφία του μεσονυχτίου σάλευαν
σαν τα λοφία μιας νεκροφόρας·
και σαν πικρό κρασί πάνω σε σφουγγάρι
ήταν η γεύση της Μεταμέλειας.

Λάλησε ο γκρίζος πετεινός, λάλησε ο κόκκινος,
μα η μέρα δεν ερχόταν·
και στρεβλές μορφές του Τρόμου ζάρωναν
στις γωνιές όπου ήμασταν πλαγιασμένοι·
και κάθε κακό πνεύμα που περπατά τη νύχτα
έμοιαζε να παίζει μπροστά μας.

Γλιστρούσαν πλάι μας, γλιστρούσαν γρήγορα,
σαν ταξιδιώτες μες στην ομίχλη·
περιγελούσαν το φεγγάρι χορεύοντας ριγκοντόν,
μ’ ανάλαφρες στροφές και γυρίσματα·
και με βήμα τελετουργικό και χάρη σιχαμερή
τα φαντάσματα έσμιγαν στο ραντεβού τους.

Με γκριμάτσες και μορφασμούς τα βλέπαμε να περνούν,
λιγνές σκιές, χέρι με χέρι·
γύρω γύρω, σ’ ένα φασματικό ξεφάντωμα,
χόρευαν σαραμπάντα·
κι οι καταραμένες αλλόκοτες μορφές έγραφαν αραβουργήματα,
όπως ο άνεμος πάνω στην άμμο.

Με πιρουέτες μαριονέτας
χοροπηδούσαν στις μύτες των ποδιών·
μα με του Φόβου τα φλάουτα γέμιζαν τ’ αυτιά,
οδηγώντας τη φριχτή μασκαράτα τους·
και δυνατά τραγουδούσαν, κι ατέλειωτα τραγουδούσαν,
γιατί τραγουδούσαν να ξυπνήσουν τους νεκρούς.

«Ωχό!» φώναζαν, «ο κόσμος είναι πλατύς,
μα τ’ αλυσοδεμένα μέλη παραλύουν·
και μια ή δυο φορές να ρίξεις τα ζάρια,
είναι παιχνίδι για ευγενείς·
μα δεν κερδίζει όποιος παίζει με την Αμαρτία
στο κρυφό Σπίτι της Ντροπής».

Δεν ήταν αέρινες υπάρξεις εκείνες οι μορφές
που ξεφάντωναν με τόση χαρά·
για ανθρώπους που η ζωή τους ήταν αλυσοδεμένη
και τα πόδια τους δεν μπορούσαν να λυθούν,
ω, πληγές του Χριστού! ήταν πράγματα ζωντανά,
φριχτά να τ’ αντικρίζεις.

Γύρω γύρω χόρευαν βαλς και στριφογύριζαν·
κάποια γυρνούσαν ανά ζεύγη, μ’ ένα πονηρό χαμόγελο·
με βήμα επιτηδευμένο, σαν ξεπεσμένη κοκέτα,
κάποια ανέβαιναν λοξά τις σκάλες·
και με λεπτό σαρκασμό και γλοιώδες βλέμμα
μας «βοηθούσαν» στις προσευχές μας.

Ο πρωινός άνεμος άρχισε να βογκά,
μα η νύχτα συνεχιζόταν·
στον γιγάντιο αργαλειό της προχωρούσε
το υφαντό του σκότους, ώσπου πλέχτηκε κάθε κλωστή·
κι ενώ προσευχόμασταν, μας κυρίευε ο φόβος
για τη Δικαιοσύνη του Ήλιου.

Ο άνεμος, βογκώντας, γύριζε
γύρω απ’ τον τοίχο της φυλακής που έκλαιγε·
και νιώθαμε τα λεπτά να σέρνονται
σαν ατσαλένιος τροχός που γύριζε·
ω άνεμε που βογκάς, τι είχαμε κάνει
για να ’χουμε έναν τέτοιο δεσμοφύλακα;

Στο τέλος είδα τις σκιές των κάγκελων,
σαν πλέγμα δουλεμένο σε μολύβι,
να μετακινούνται στον ασβεστωμένο τοίχο
απέναντι απ’ το κρεβάτι μου με τις τρεις σανίδες·
και ήξερα πως κάπου μες στον κόσμο
του Θεού η φοβερή αυγή ήταν κόκκινη.

Στις έξι καθαρίσαμε τα κελιά μας,
στις εφτά όλα ήταν ήσυχα·
μα ο συριγμός κι ο παλμός μιας τεράστιας φτερούγας
έμοιαζαν να γεμίζουν τη φυλακή·
γιατί ο Άρχοντας του Θανάτου, με παγωμένη ανάσα,
είχε μπει για να σκοτώσει.

Δεν πέρασε με πορφυρή μεγαλοπρέπεια,
ούτε καβάλα σ’ άλογο λευκό σαν το φεγγάρι·
τρεις γιάρδες σκοινί και μια σανίδα που γλιστρά
είναι όσα χρειάζεται η κρεμάλα·
έτσι, με το σκοινί της ντροπής, ήρθε ο Μαντατοφόρος
να κάνει τη μυστική του πράξη.

Ήμασταν σαν ανθρώπους που μες σε βάλτο
από βρόμικο σκοτάδι προχωρούν ψηλαφώντας·
δεν τολμούσαμε ούτε προσευχή να ψιθυρίσουμε
ούτε στην αγωνία μας διέξοδο να δώσουμε·
κάτι είχε πεθάνει μέσα στον καθένα μας,
κι αυτό που είχε πεθάνει ήταν η Ελπίδα.

Γιατί η ζοφερή Δικαιοσύνη των ανθρώπων προχωρά
και δεν λοξοδρομεί·
σκοτώνει τον αδύναμο, σκοτώνει τον δυνατό,
το βήμα της σκορπά τον θάνατο·
με τη σιδερένια φτέρνα της σκοτώνει τον δυνατό,
αυτή η τερατώδης πατροκτόνος!

Περιμέναμε να σημάνει οχτώ·
η γλώσσα του καθενός είχε πρηστεί απ’ τη δίψα·
γιατί το χτύπημα των οχτώ είναι της Μοίρας το χτύπημα
που κάνει τον άνθρωπο καταραμένο·
και η Μοίρα θα χρησιμοποιήσει μια θηλιά που σφίγγει,
για τον καλύτερο άνθρωπο και για τον χειρότερο.

Τίποτε άλλο δεν είχαμε να κάνουμε,
μόνο να περιμένουμε το σημάδι·
έτσι, σαν πέτρινα πράγματα σε έρημη κοιλάδα,
καθόμασταν ήσυχοι και βουβοί·
μα η καρδιά του καθενός χτυπούσε γρήγορα, βαριά,
σαν τρελός που δέρνει ένα τύμπανο.

Με ξαφνικό τρανταγμό το ρολόι της φυλακής
χτύπησε τον αέρα που έτρεμε·
κι απ’ όλη τη φυλακή υψώθηκε ένας θρήνος
ανήμπορης απελπισίας,
σαν τη φωνή που ακούν τα φοβισμένα έλη
από έναν λεπρό στο καταφύγιό του.

Κι όπως βλέπει κανείς τα πιο φριχτά πράγματα
μες στο κρύσταλλο ενός ονείρου,
είδαμε το λιπαρό κανναβένιο σκοινί
στερεωμένο στο μαυρισμένο δοκάρι,
κι ακούσαμε την προσευχή που του δημίου η θηλιά
έπνιξε, κάνοντάς την κραυγή.

Κι όλη την οδύνη που τον τάραξε τόσο,
ώστε να βγάλει εκείνη την πικρή κραυγή,
και τις άγριες τύψεις και τον ματωμένο ιδρώτα,
κανείς δεν τα γνώριζε τόσο καλά όσο εγώ·
γιατί όποιος ζει περισσότερες ζωές από μία,
περισσότερους θανάτους από έναν πρέπει να πεθάνει.


IV

Δεν γίνεται λειτουργία τη μέρα
που κρεμούν έναν άνθρωπο·
η καρδιά του ιερέα πονά υπερβολικά,
ή το πρόσωπό του είναι πολύ χλωμό,
ή κάτι είναι γραμμένο μες στα μάτια του
που κανείς δεν πρέπει ν’ αντικρίσει.

Έτσι μας κράτησαν κλεισμένους ως κοντά το μεσημέρι
κι ύστερα χτύπησαν το κουδούνι·
κι οι φύλακες, με τα κλειδιά να κουδουνίζουν,
άνοιξαν κάθε κελί που αφουγκραζόταν·
και κατεβήκαμε βαριά τη σιδερένια σκάλα,
ο καθένας απ’ τη χωριστή του Κόλαση.

Βγήκαμε έξω, στον γλυκό αέρα του Θεού,
μα όχι όπως συνήθως·
γιατί του ενός το πρόσωπο ήταν άσπρο απ’ τον φόβο,
και του άλλου γκρίζο·
και ποτέ δεν είδα θλιμμένους ανθρώπους
να κοιτούν με τόση λαχτάρα την ημέρα.

Ποτέ δεν είδα θλιμμένους ανθρώπους να κοιτούν
με βλέμμα τόσο λαχταρισμένο
εκείνη τη μικρή γαλάζια τέντα
που εμείς οι φυλακισμένοι λέγαμε ουρανό,
και κάθε χαρούμενο σύννεφο που περνούσε
με μια τόσο παράξενη ελευθερία.

Μα υπήρχαν κάποιοι ανάμεσά μας
που περπατούσαν με σκυμμένο το κεφάλι,
κι ήξεραν πως, αν ο καθένας έπαιρνε ό,τι του άξιζε,
θα έπρεπε εκείνοι να πεθάνουν στη θέση του·
αυτός είχε σκοτώσει κάτι που ζούσε,
ενώ εκείνοι είχαν σκοτώσει το νεκρό.

Γιατί όποιος αμαρταίνει δεύτερη φορά
ξυπνά μια νεκρή ψυχή στον πόνο,
τη βγάζει από το λεκιασμένο σάβανό της
και την κάνει να ματώσει πάλι,
την κάνει να χύνει άφθονο αίμα,
και την κάνει να ματώνει μάταια.

Σαν πίθηκοι ή παλιάτσοι, με τερατώδεις φορεσιές
κατάστικτες από στραβά βέλη,
σιωπηλοί γυρίζαμε γύρω γύρω
στη γλιστερή ασφάλτινη αυλή·
σιωπηλοί γυρίζαμε γύρω γύρω,
και κανείς δεν έλεγε λέξη.

Σιωπηλοί γυρίζαμε γύρω γύρω,
και μέσα στον άδειο νου του καθενός
η Μνήμη φοβερών πραγμάτων
ορμούσε σαν φοβερός άνεμος·
κι η Φρίκη βάδιζε μπροστά από κάθε άνθρωπο,
κι ο Τρόμος σερνόταν πίσω του.

Οι φύλακες σεργιάνιζαν καμαρωτοί
και πρόσεχαν το κοπάδι των κτηνών τους·
οι στολές τους ήταν άψογες, πεντακάθαρες,
είχαν φορέσει τα κυριακάτικά τους·
μα ξέραμε τι δουλειά είχαν κάνει
απ’ τον άσβεστο ασβέστη στις αρβύλες τους.

Γιατί εκεί όπου είχε ανοίξει ένας τάφος,
τάφος πια δεν υπήρχε·
μόνο μια λωρίδα λάσπης και άμμου
πλάι στον φριχτό τοίχο της φυλακής,
κι ένας μικρός σωρός καυστικού ασβέστη,
για να ’χει κι ο άνθρωπος το σάβανό του.

Γιατί έχει σάβανο αυτός ο δύστυχος,
τέτοιο που λίγοι άνθρωποι έχουν·
βαθιά κάτω απ’ την αυλή της φυλακής,
γυμνός, για μεγαλύτερη ντροπή,
κείτεται, με δεσμά στο κάθε πόδι,
τυλιγμένος σ’ ένα σεντόνι φλόγας.

Κι όλη την ώρα ο καυστικός ασβέστης
του τρώει σάρκα και κόκαλα·
τρώει τα εύθραυστα κόκαλα τη νύχτα
και την απαλή σάρκα τη μέρα·
τρώει τη σάρκα και τα κόκαλα με τη σειρά,
μα την καρδιά την τρώει όλη την ώρα.

Για τρία ολόκληρα χρόνια δεν θα φυτέψουν
ρίζα ούτε βλαστάρι εκεί·
για τρία ολόκληρα χρόνια ο τόπος ο ανευλόγητος
θα μείνει άγονος και γυμνός,
και θα κοιτά τον ουρανό που απορεί
με βλέμμα δίχως μομφή.

Νομίζουν πως η καρδιά ενός φονιά θα μόλυνε
κάθε μικρό σπόρο που θα έσπερναν·
δεν είναι αλήθεια! Η καλή γη του Θεού
είναι πιο καλή απ’ όσο ξέρουν οι άνθρωποι·
και το κόκκινο τριαντάφυλλο θα έλαμπε πιο κόκκινο,
το άσπρο θα άνθιζε λευκότερο.

Απ’ το στόμα του ένα κόκκινο, κόκκινο τριαντάφυλλο!
Απ’ την καρδιά του ένα λευκό!
Γιατί ποιος μπορεί να πει με ποιον παράξενο τρόπο
φανερώνει ο Χριστός το θέλημά Του,
αφού το ξερό ραβδί που κρατούσε ο προσκυνητής
άνθισε μπροστά στα μάτια του μεγάλου Πάπα;

Μα ούτε τριαντάφυλλο λευκό σαν γάλα ούτε κόκκινο
μπορεί ν’ ανθίσει στον αέρα της φυλακής·
το θραύσμα, το βότσαλο κι η τσακμακόπετρα
είναι όσα μας δίνουν εκεί·
γιατί είναι γνωστό πως τα λουλούδια γιατρεύουν
ενός απλού ανθρώπου την απελπισία.

Έτσι ποτέ τριαντάφυλλο κόκκινο σαν το κρασί ή άσπρο
δεν θα σκορπίσει πέταλο το πέταλο
σ’ εκείνη τη λωρίδα λάσπης και άμμου
πλάι στον φριχτό τοίχο της φυλακής,
για να πει στους ανθρώπους που γυρίζουν την αυλή
πως ο Γιος του Θεού πέθανε για όλους.

Κι όμως, αν κι ο φριχτός τοίχος της φυλακής
ακόμη τον περικλείει ολόγυρα,
κι ένα πνεύμα δεν μπορεί τη νύχτα να περπατήσει
όταν είναι δεμένο με αλυσίδες,
κι ένα πνεύμα μόνο να κλαίει μπορεί
όταν κείτεται σε γη τόσο ανίερη,

έχει γαλήνη αυτός ο δύστυχος·
έχει γαλήνη ή σύντομα θα βρει·
τίποτε δεν υπάρχει να τον τρελάνει,
ούτε ο Τρόμος περπατά το μεσημέρι·
γιατί η αφώτιστη Γη όπου κείτεται
δεν έχει Ήλιο ούτε Σελήνη.

Τον κρέμασαν όπως κρεμούν ένα ζώο·
ούτε πένθιμα δεν χτύπησαν
οι καμπάνες, που ίσως θα έφερναν
ανάπαυση στην τρομαγμένη του ψυχή·
μα βιαστικά τον έβγαλαν έξω
και τον έκρυψαν σε μια τρύπα.

Οι φύλακες του έβγαλαν τα ρούχα
και τον παρέδωσαν στις μύγες·
περιγέλασαν τον πρησμένο μωβ λαιμό
και τα ακίνητα, ορθάνοιχτα μάτια·
και με δυνατά γέλια σώριασαν το σάβανο
που μέσα του κείτεται ο κατάδικος.

Ο ιερέας δεν θέλησε να γονατίσει για προσευχή
πλάι στον ατιμασμένο τάφο του,
ούτε να τον σημαδέψει με τον ευλογημένο Σταυρό
που ο Χριστός έδωσε για τους αμαρτωλούς,
γιατί ο άνθρωπος ήταν ένας απ’ εκείνους
που ο Χριστός κατέβηκε να σώσει.

Κι όμως, όλα καλά· απλώς έφτασε
στο καθορισμένο τέρμα της Ζωής·
και δάκρυα ξένων θα γεμίσουν γι’ αυτόν
του Οίκτου την από καιρό σπασμένη υδρία·
γιατί θα τον θρηνούν οι απόκληροι,
κι οι απόκληροι πάντα θρηνούν.


V

Δεν ξέρω αν οι Νόμοι είναι σωστοί
ή αν οι Νόμοι είναι λάθος·
το μόνο που ξέρουμε εμείς οι φυλακισμένοι
είναι πως ο τοίχος είναι γερός·
και πως η κάθε μέρα είναι σαν χρόνος,
ένας χρόνος με ατέλειωτες μέρες.

Μα ξέρω τούτο: κάθε Νόμος
που έφτιαξαν οι άνθρωποι για τον Άνθρωπο,
από τότε που ο πρώτος πήρε τη ζωή του αδελφού του
κι άρχισε ο θλιβερός κόσμος,
με το πιο κακό λιχνιστήρι
σκορπά το στάρι και κρατά το άχυρο.

Κι ακόμη ξέρω τούτο —και σοφό θα ήταν
να μπορούσε ο καθένας να το ξέρει—:
πως κάθε φυλακή που χτίζουν οι άνθρωποι
είναι χτισμένη με τούβλα ντροπής,
και φραγμένη με κάγκελα, για να μη βλέπει ο Χριστός
πώς σακατεύουν οι άνθρωποι τους αδελφούς τους.

Με κάγκελα θαμπώνουν το γλυκό φεγγάρι
και τυφλώνουν τον όμορφο ήλιο·
και καλά κάνουν που κρύβουν την Κόλασή τους,
γιατί εκεί μέσα γίνονται πράγματα
που ούτε ο Γιος του Θεού ούτε γιος ανθρώπου
θα έπρεπε ποτέ ν’ αντικρίσει.

Οι πιο άθλιες πράξεις, σαν φαρμακερά χόρτα,
ανθίζουν στον αέρα της φυλακής·
μονάχα ό,τι καλό υπάρχει στον Άνθρωπο
εκεί εξαντλείται και μαραίνεται·
η χλωμή Οδύνη φυλάει τη βαριά πύλη,
κι ο δεσμοφύλακας είναι η Απελπισία.

Γιατί αφήνουν να λιμοκτονεί το μικρό φοβισμένο παιδί,
ώσπου να κλαίει νύχτα και μέρα·
δέρνουν τον αδύναμο, μαστιγώνουν τον σαλεμένο
και περιγελούν τον ασπρομάλλη γέρο·
και μερικοί τρελαίνονται κι όλοι γίνονται κακοί,
και κανείς δεν επιτρέπεται να πει λέξη.

Κάθε στενό κελί όπου ζούμε
είναι βρόμικο και σκοτεινό αποχωρητήριο·
κι η δύσοσμη ανάσα του ζωντανού Θανάτου
πνίγει κάθε καγκελόφραχτο άνοιγμα·
κι όλα, εκτός από τον Πόθο, γίνονται σκόνη
στη μηχανή της Ανθρωπότητας.

Το υφάλμυρο νερό που πίνουμε
είναι γεμάτο γλίτσα που σαλεύει·
και το πικρό ψωμί που μας ζυγίζουν
είναι γεμάτο κιμωλία κι ασβέστη·
κι ο Ύπνος δεν ξαπλώνει, μόνο περπατά
μ’ άγρια μάτια και φωνάζει στον Χρόνο.

Μα κι αν η ισχνή Πείνα κι η πράσινη Δίψα
παλεύουν σαν ασπίδα με οχιά,
λίγο μας νοιάζει το φαΐ της φυλακής·
γιατί εκείνο που παγώνει και σκοτώνει μονομιάς
είναι πως κάθε πέτρα που σηκώνει κανείς τη μέρα
γίνεται η καρδιά του τη νύχτα.

Με μεσάνυχτα πάντα στην καρδιά
και σούρουπο μες στο κελί,
γυρίζουμε τη μανιβέλα ή ξαίνουμε το σκοινί,
ο καθένας στη χωριστή του Κόλαση·
κι η σιωπή είναι πολύ πιο φοβερή
απ’ τον ήχο μιας χάλκινης καμπάνας.

Και ποτέ δεν πλησιάζει ανθρώπινη φωνή
να πει έναν λόγο τρυφερό·
και το μάτι που κοιτά απ’ την πόρτα
είναι άσπλαχνο και σκληρό·
κι απ’ όλους ξεχασμένοι, σαπίζουμε και σαπίζουμε,
με ψυχή και σώμα ρημαγμένα.

Κι έτσι σκουριάζουμε τη σιδερένια αλυσίδα της Ζωής,
ταπεινωμένοι και μόνοι·
μερικοί καταριούνται, μερικοί κλαίνε,
και μερικοί δεν βγάζουν στεναγμό·
μα οι αιώνιοι Νόμοι του Θεού είναι σπλαχνικοί
και σπάζουν την πέτρινη καρδιά.

Και κάθε ανθρώπινη καρδιά που σπάζει
μες στο κελί ή στην αυλή
μοιάζει με το σπασμένο μυροδοχείο
που πρόσφερε τον θησαυρό του στον Κύριο
και γέμισε το ακάθαρτο σπίτι του λεπρού
με το άρωμα του πιο ακριβού νάρδου.

Αχ, ευτυχισμένοι όσοι μπορούν να ραγίσουν την καρδιά τους
και να κερδίσουν τη γαλήνη της συγχώρεσης!
Πώς αλλιώς να ισιώσει ο άνθρωπος τον δρόμο του
και να καθαρίσει την ψυχή του από την Αμαρτία;
πώς αλλιώς, παρά από μια ραγισμένη καρδιά,
μπορεί να μπει ο Κύριός μας ο Χριστός;

Κι εκείνος με τον πρησμένο μωβ λαιμό
και τα ακίνητα, ορθάνοιχτα μάτια
περιμένει τ’ άγια χέρια που πήραν
τον Ληστή στον Παράδεισο·
και μια καρδιά ραγισμένη και συντετριμμένη
ο Κύριος δεν θα την καταφρονήσει.

Ο άνθρωπος με τα κόκκινα, που διαβάζει τον Νόμο,
του έδωσε τρεις εβδομάδες ζωής·
τρεις μικρές βδομάδες για να γιατρέψει
την ψυχή του απ’ τη δική της πάλη
και να καθαρίσει από κάθε κηλίδα αίματος
το χέρι που κρατούσε το μαχαίρι.

Και με δάκρυα αίματος καθάρισε το χέρι,
το χέρι που κρατούσε τ’ ατσάλι·
γιατί μόνο αίμα ξεπλένει αίμα
και μόνο τα δάκρυα γιατρεύουν·
κι η κατακόκκινη κηλίδα του Κάιν
έγινε η χιονόλευκη σφραγίδα του Χριστού.


VI

Στη φυλακή του Ρέντινγκ, πλάι στην πόλη,
υπάρχει ένας λάκκος ντροπής·
κι εκεί μέσα κείτεται ένας δύστυχος άνθρωπος
που τον τρώνε δόντια φλόγας·
μέσα σε φλεγόμενο σάβανο κείτεται,
κι ο τάφος του δεν έχει όνομα.

Κι εκεί, ώσπου ο Χριστός να καλέσει τους νεκρούς,
αφήστε τον στη σιωπή να κείτεται·
δεν χρειάζονται τα μάταια δάκρυα
ούτε οι βαριοί αναστεναγμοί·
ο άνθρωπος είχε σκοτώσει ό,τι αγαπούσε
κι έπρεπε γι’ αυτό να πεθάνει.

Κι όλοι οι άνθρωποι σκοτώνουν ό,τι αγαπούν·
ας το ακούσουν αυτό όλοι:
μερικοί το κάνουν με ένα πικρό βλέμμα,
μερικοί με μια κολακευτική λέξη·
ο δειλός με ένα φιλί,
ο γενναίος με το σπαθί.


ΤΕΛΟΣ


ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Το κόκκινο χιτώνιο παραπέμπει στη στρατιωτική στολή του Γούλντριτζ. Οι «υπόδικοι» αποδίδουν το Trial Men, δηλαδή τους κρατουμένους που περιμένουν δίκη.

2. Το «ξένο βρέφος» αποδίδει την εικόνα του changeling: του παιδιού που, κατά τη λαϊκή παράδοση, υπερφυσικά πλάσματα αφήνουν στη θέση ενός άλλου. Ο Ουάιλντ παρουσιάζει έτσι την Ελπίδα ως παράταιρο παιδί μέσα στην Απελπισία.

3. Τα βέλη στις φορεσιές είναι τα διακριτικά σημάδια των βρετανικών στολών των καταδίκων. Ο μύλος και η μανιβέλα ανήκουν στον κόσμο της καταναγκαστικής εργασίας της φυλακής.

4. Το φλεγόμενο σάβανο συνδέεται με τον καυστικό ασβέστη που αναφέρει το ποίημα. Διατηρείται η ποιητική εικόνα του πρωτοτύπου, χωρίς να προστίθεται κυριολεκτική φωτιά στην ταφή.

5. Η ασπίδα, στη φράση «ασπίδα με οχιά», είναι το δηλητηριώδες φίδι, όχι το αμυντικό όπλο. Οι χοροί ριγκοντόν και σαραμπάντα ανήκουν στη μακάβρια σκηνή των φαντασμάτων.

6. Το ραβδί που ανθίζει παραπέμπει στον θρύλο του Τανχόιζερ και στη δυνατότητα της θείας συγχώρεσης πέρα από την ανθρώπινη καταδίκη. Το μυροδοχείο και η νάρδος παραπέμπουν στην ευαγγελική σκηνή του αλείμματος του Ιησού με πολύτιμο μύρο.

ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Η αντιπαραβολή έγινε με το αγγλικό κείμενο που παρατίθεται ως «Version Two» στην έκδοση του Project Gutenberg, με έλεγχο και της πρώτης παραλλαγής για εμφανή τυπογραφικά του αγγλικού κειμένου. Αποκαταστάθηκαν στροφές που έλειπαν από το δοσμένο ελληνικό κείμενο, αφαιρέθηκαν η διπλή απόδοση της στροφής με το μυροδοχείο και οι ενδιάμεσοι αριθμοί σελίδων, και διορθώθηκαν η ημερομηνία της εκτέλεσης, οι παρανοήσεις και τα τυπογραφικά. Ορισμένοι στίχοι αναδιατυπώθηκαν εκτενέστερα για ακρίβεια και φυσικότερη ελληνική σύνταξη.

Αγγλικό πρωτότυπο:
Oscar Wilde, The Ballad of Reading Gaol, Project Gutenberg, eBook 301.
https://www.gutenberg.org/files/301/301-h/301-h.htm


Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Ουάϊλντ Όσκαρ · Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ ΤΟΥ ΡΕΝΤΙΝΓΚ
Απόσπασμα
Εκείνο που τον βασάνιζε περισσότερο ήταν η υποκρισία, το ψέμα, που για κάποιο λόγο είχαν δεχθεί όλοι, να προσποιούνται ότι δεν πεθαίνει, αλλά είναι απλώς άρρωστος, κι έπρεπε μόνο να μη μιλά και να κάνει τη θεραπεία και τότε θα γινόταν κάτι πολύ καλό. Αυτός όμως ήξερε πως ό,τι κι αν έκανε δεν θα υπήρχε τίποτα άλλο πέρα από αγωνία, πόνο και θάνατο. Αυτή η υποκρισία τον βασάνιζε. Το γεγονός ότι δεν ήθελαν να παραδεχτούν αυτό που ήξεραν όλοι και ήξερε κι αυτός, αλλά ήθελαν να του λένε ψέματα για την τρομερή του κατάσταση και να τον αναγκάζουν να συμμετέχει κι αυτός στο ψέμα.
 
Αυτά τα ψέματα -ψέματα που του επέβαλαν τις παραμονές του θανάτου του και υποβάθμιζαν αυτή την τρομερή και ιερή πράξη στο ίδιο επίπεδο με τις επισκέψεις τους, τις κουρτίνες τους, το ψάρι που είχαν για δείπνο- ήταν μια τρομερή αγωνία για τον Ιβάν Ίλιτς. Και περιέργως, πολλές φορές, όταν έκαναν τα καμώματά τους μπροστά του, μόλις που κρατιόταν για να μην τους φωνάξει: «Πάψτε τα ψέματα! Το ξέρετε και το ξέρω ότι πεθαίνω. Σταματήστε τότε τουλάχιστον να λέτε ψέματα!».
 
Αλλά δεν είχε ποτέ το κουράγιο να το κάνει. Έβλεπε ότι η απαίσια και τρομερή πράξη του θανάτου του είχε υποβιβαστεί από τους γύρω του στο επίπεδο ενός τυχαίου, δυσάρεστου και σχεδόν άπρεπου περιστατικού (όπως περίπου θα αντιμετώπιζαν κάποιον που μπαίνει σε ένα σαλόνι αναδίνοντας μια δυσάρεστη μυρωδιά), και αυτό γινόταν από την ίδια εκείνη ευπρέπεια που υπηρετούσε σε όλη του τη ζωή. Έβλεπε ότι κανείς δεν τον λυπόταν, γιατί κανείς δεν ήθελε καν να συνειδητοποιήσει τη θέση του.

-------------------

«…Πέρασαν ακόμη δύο βδομάδες. Ο Ιβάν Ιλιτς δεν σηκωνόταν από τον καναπέ. Δεν ήθελε να ξαπλώσει στο κρεβάτι – προτιμούσε τον καναπέ. Μόνος, κατάμονος, με το πρόσωπο γυρισμένο σχεδόν συνέχεια κατά τον τοίχο βασανιζόταν από τους ίδιους αξεδιάλυτους φόβους, και τον τυραννούσαν οι ίδιες, χωρίς διέξοδο σκέψεις. Τι είναι αυτό; Αλήθεια, είναι ο θάνατος; Και η εσωτερική φωνή του απαντούσε: ναι, αλήθεια. Γιατί αυτό το μαρτύριο; Και η φωνή απαντούσε: έτσι, για τίποτα. Ως εδώ, και πάρα πέρα τίποτα.

Από την αρχή-αρχή της αρρώστιας του, από τη μέρα που ο Ιβάν Ιλίτς πρωτοπήγε στο γιατρό, η ζωή του μοιράστηκε σε δύο αντίθετα ρεύματα, και το ένα αντικαθιστούσε το άλλο, από τη μια μεριά ήταν η απελπισία και η προσμονή του ακατανόητου και τρομερού θανάτου, από την άλλη – η ελπίδα και η στενή παρακολούθηση της λειτουργίας του οργανισμού του. Άλλοτε έβλεπε τα νεφρά του ή την απόφυση που είχαν αρνηθεί να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, κι άλλοτε ήταν μόνο ο ακατανόητος τρομερός θάνατος που από αυτόν δεν ήταν δυνατόν με τίποτα να γλυτώσει.

Αυτά τα δύο ρεύματα από την αρχή της αρρώστιας διαδεχόντουσαν το ένα το άλλο. Μα όσο πιο πολύ προχωρούσε η αρρώστια, τόσο πιο αμφίβολες και φανταστικές γινόντουσαν οι σκέψεις για το νεφρό και τόσο πραγματική η συναίσθηση του επερχόμενου θανάτου…»
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Τολστόι Λέων · Ο θάνατος του Ιβαν Ίλιτς
Απόσπασμα
(επιλεγμένα αποσπάσματα)

Κεφάλαιο 1

Η κυρία Ντάλογουεϊ είπε πως θα αγόραζε η ίδια τα λουλούδια. Γιατί η Λούσι είχε πολλή δουλειά να κάνει. Οι πόρτες θα έβγαιναν από τους μεντεσέδες τους· οι άνθρωποι του Ράμπελμάγιερ έρχονταν. Και τότε, σκέφτηκε η Κλαρίσα Ντάλογουεϊ, τι πρωινό — φρέσκο σαν να το είχαν προσφέρει σε παιδιά σε μια παραλία.

Τι χαρά! Τι βουτιά! Έτσι της φαινόταν πάντα, όταν, μ’ ένα μικρό τρίξιμο των μεντεσέδων, που μπορούσε τώρα ακόμη να το ακούσει, άνοιγε ορθάνοιχτα τα γαλλικά παράθυρα και βυθιζόταν, στο Μπόρτον, στον ανοιχτό αέρα. Πόσο φρέσκος, πόσο γαλήνιος, πολύ πιο ήσυχος απ’ ό,τι τώρα βέβαια, ήταν ο αέρας νωρίς το πρωί· σαν το χτύπημα ενός κύματος· σαν το φιλί ενός κύματος· ψυχρός και κοφτερός κι όμως —για ένα κορίτσι δεκαοχτώ χρονών, όπως ήταν τότε— επίσημος, καθώς στεκόταν στο ανοιχτό παράθυρο, νιώθοντας πως κάτι φοβερό επρόκειτο να συμβεί· κοιτάζοντας τα λουλούδια, τα δέντρα με τον καπνό να στριφογυρίζει πάνω τους και τα κοράκια να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν· στεκόταν και κοιτούσε ώσπου ο Πίτερ Γουόλς είπε: «Στοχάζεσαι ανάμεσα στα λαχανικά;» — έτσι δεν ήταν; — «Προτιμώ τους άντρες από τα κουνουπίδια» — έτσι δεν ήταν; Πρέπει να το είχε πει ένα πρωί στο πρόγευμα, όταν εκείνη είχε βγει στη βεράντα — ο Πίτερ Γουόλς.

Θα επέστρεφε από την Ινδία κάποια από αυτές τις μέρες, τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο, δεν θυμόταν ποιον μήνα, γιατί τα γράμματά του ήταν φοβερά ανιαρά· αυτό που θυμόταν κανείς ήταν τα λόγια του· τα μάτια του, το σουγιαδάκι του, το χαμόγελό του, η γκρίνια του και, όταν εκατομμύρια πράγματα είχαν χαθεί ολοκληρωτικά — πόσο παράξενο ήταν! — λίγα λόγια σαν κι αυτό για τα λάχανα. Σφίχτηκε λίγο στην άκρη του πεζοδρομίου, περιμένοντας να περάσει το φορτηγάκι του Ντάρνταλ. Μια γοητευτική γυναίκα, σκέφτηκε ο Σκροπ Πέρβις (γνωρίζοντάς την όπως γνωρίζει κανείς τους ανθρώπους που ζουν δίπλα του στο Γουέστμινστερ)· κάτι από πουλί πάνω της, από κίσσα, γαλαζοπράσινη, ανάλαφρη, ζωηρή, παρόλο που ήταν πάνω από πενήντα και είχε ασπρίσει πολύ από τότε που είχε αρρωστήσει. Εκεί στεκόταν, σαν πουλί κουρνιασμένο, χωρίς να τον βλέπει, περιμένοντας να περάσει απέναντι, πολύ όρθια.

Γιατί, έχοντας ζήσει στο Γουέστμινστερ —πόσα χρόνια πια; πάνω από είκοσι— ένιωθε κανείς ακόμη και μέσα στην κίνηση, ή ξυπνώντας τη νύχτα, η Κλαρίσα ήταν βέβαιη, μια ιδιαίτερη σιωπή, μια επισημότητα· μια απερίγραπτη παύση· μια προσμονή (αλλά ίσως να έφταιγε η καρδιά της, επηρεασμένη, όπως έλεγαν, από τη γρίπη) πριν χτυπήσει το Μπιγκ Μπεν.

[…]

«Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πως εκείνη η μέρα, η μέρα του Λονδίνου, μόλις άρχιζε. Σαν μια γυναίκα που είχε βγάλει το εμπριμέ φόρεμα και τη λευκή ποδιά της για να ντυθεί στα μπλε και στα μαργαριτάρια, έτσι άλλαζε η μέρα, έβγαζε τα καθημερινά της ρούχα, φορούσε γάζα, μεταμορφωνόταν σε βράδυ και, με τον ίδιο αναστεναγμό έξαψης που αφήνει μια γυναίκα όταν πετά τις μεσοφόρες της στο πάτωμα, κι εκείνη άφηνε να πέσουν η σκόνη, η ζέστη, το χρώμα· η κίνηση αραίωνε· τα αυτοκίνητα, κουδουνίζοντας και πετώντας μπροστά, διαδέχονταν τον βαρύ συρμό των φορτηγών· και εδώ κι εκεί, ανάμεσα στο πυκνό φύλλωμα των πλατειών, κρεμόταν ένα έντονο φως. “Παραίτηση”, έμοιαζε να λέει το βράδυ, καθώς χλόμιαζε και έσβηνε πάνω από τις επάλξεις και τις προεξοχές, τις σμιλεμένες, τις μυτερές, των ξενοδοχείων, των διαμερισμάτων και των οικοδομικών τετραγώνων. “Σβήνω”, άρχιζε να λέει. “Εξαφανίζομαι”. Αλλά το Λονδίνο δεν ήθελε να ακούσει τίποτε απ’ αυτά και εκτόξευε τις λόγχες του στον ουρανό, την κάρφωνε, την έδενε αναγκαστικά στη δική του γιορτή.»

[…]

«Μια προσφορά για χάρη της ίδιας της προσφοράς, ίσως. Όπως και να ’χε, αυτό ήταν το δώρο της. Τίποτε άλλο δεν είχε την παραμικρή σημασία για εκείνη· δεν μπορούσε να σκεφτεί, να γράψει, ούτε καν να παίξει πιάνο. Μπέρδευε τους Αρμένιους με τους Τούρκους· αγαπούσε την επιτυχία, μισούσε την ταλαιπωρία, ήθελε να την αγαπούν· μιλούσε ακατάπαυστα για ένα σωρό ανοησίες· και μέχρι σήμερα, αν τη ρωτούσες τι ήταν ο Ισημερινός, δεν θα ήξερε να σου πει.

Κι όμως, το ότι η μία μέρα διαδεχόταν την άλλη· Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο· το ότι ξυπνούσε το πρωί, έβλεπε τον ουρανό, περπατούσε στο πάρκο, συναντούσε τον Χιου Γουίτμπρεντ· κι ύστερα, ξαφνικά, εμφανιζόταν ο Πίτερ· κι έπειτα αυτά τα τριαντάφυλλα· ήταν αρκετό. Ύστερα απ’ όλα αυτά, πόσο απίστευτος της φαινόταν ο θάνατος! — ότι όλα αυτά έπρεπε να τελειώσουν· και κανείς σε ολόκληρο τον κόσμο δεν θα γνώριζε πόσο πολύ είχε αγαπήσει όλα αυτά· πόσο, κάθε στιγμή…»

[…]

«Η Κλαρίσα είχε τότε μια θεωρία — είχαν σωρό από θεωρίες, όπως πάντα έχουν οι νέοι. Ήταν μια προσπάθεια να εξηγήσει το αίσθημα της δυσαρέσκειας που ένιωθαν· το ότι δεν γνώριζαν τους ανθρώπους, το ότι δεν τους γνώριζαν οι άλλοι. Γιατί πώς θα μπορούσαν να γνωρίζουν πραγματικά ο ένας τον άλλον; Συναντούσες κάποιον κάθε μέρα· κι ύστερα όχι για έξι μήνες ή για χρόνια. Ήταν απογοητευτικό, συμφωνούσαν, το πόσο λίγο γνώριζε κανείς τους ανθρώπους.

Αλλά εκείνη, καθισμένη στο λεωφορείο που ανέβαινε τη Σάφτσμπερι Άβενιου, έλεγε πως ένιωθε ότι υπήρχε παντού· όχι “εδώ, εδώ, εδώ” — και χτυπούσε την πλάτη του καθίσματος — αλλά παντού. Κούναγε το χέρι της καθώς ανέβαινε τη Σάφτσμπερι Άβενιου. Ήταν όλα αυτά. Κι έτσι, για να γνωρίσει κανείς εκείνην ή οποιονδήποτε άλλον, έπρεπε να αναζητήσει τους ανθρώπους που τον συμπλήρωναν· ακόμη και τους τόπους.

Ένιωθε παράξενες συγγένειες με ανθρώπους στους οποίους δεν είχε μιλήσει ποτέ, με κάποιες γυναίκες στον δρόμο, με κάποιον άντρα πίσω από έναν πάγκο — ακόμη και με δέντρα ή αχυρώνες. Όλα αυτά κατέληγαν σε μια υπερβατική θεωρία που, μαζί με τον τρόμο της για τον θάνατο, της επέτρεπε να πιστεύει — ή να λέει πως πίστευε, παρ’ όλο τον σκεπτικισμό της — ότι, αφού οι παρουσίες μας, το μέρος εκείνο του εαυτού μας που φαίνεται, είναι τόσο εφήμερες σε σύγκριση με το άλλο, το αόρατο μέρος του εαυτού μας που απλώνεται παντού, ίσως αυτό το αόρατο μέρος να επιβιώνει· ίσως να ανακτάται, κατά κάποιον τρόπο, δεμένο με αυτόν ή εκείνον τον άνθρωπο, ή ακόμη και να στοιχειώνει ορισμένους τόπους, μετά τον θάνατο.

Ίσως — ίσως.»
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Γουλφ Βιρτζίνια · Η κυρία Ντάλογουεϊ
Απόσπασμα
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εσείς που ζείτε ασφαλείς
στα ζεστά σας σπίτια,
εσείς που βρίσκετε ζεστό φαγητό
και πρόσωπα αγαπημένα
όταν γυρίζετε στο σπίτι,

αναρωτηθείτε αν αυτός είναι άνθρωπος·
εκείνος που μοχθεί μέσα στη λάσπη,
που δεν γνώρισε ποτέ την ειρήνη,
που παλεύει για μια μπουκιά ψωμί,
που πεθαίνει από ένα «ναι» ή από ένα «όχι».

Αναρωτηθείτε αν αυτή είναι γυναίκα·
χωρίς μαλλιά, χωρίς όνομα,
χωρίς τη δύναμη να θυμάται,
με μάτια άδεια,
με μήτρα παγωμένη,
σαν βάτραχος τον χειμώνα.

Μην ξεχνάτε ποτέ πως αυτά συνέβησαν.

Χαράξτε αυτά τα λόγια στην καρδιά σας,
όταν βρίσκεστε στο σπίτι ή στον δρόμο,
όταν ξαπλώνετε, όταν σηκώνεστε.

Επαναλάβετέ τα στα παιδιά σας.

Αλλιώς, ας γκρεμιστούν τα σπίτια σας,
ας σας καταβάλει η αρρώστια,
κι ας αποστραφούν τα παιδιά σας το πρόσωπό σας.

(Αποσπάσματα)

Στις μέρες μας, η κόλαση πρέπει να είναι αυτό, ένας άδειος θάλαμος, εμείς κατάκοποι να στεκόμαστε όρθιοι, με μια βρύση που στάζει και να μην μπορείς να πιεις, να περιμένουμε κάτι, σίγουρα τρομερό, και να μη συμβαίνει τίποτα, και οι ώρες να περνούν και να μη συμβαίνει τίποτα. Πώς να σκεφτούμε; Δεν μπορούμε πια να σκεφτούμε, είμαστε σχεδόν νεκροί. Κάποιος κάθεται στο πάτωμα. Ο χρόνος περνά, σταγόνα, σταγόνα .. Μεταμορφωθήκαμε ήδη σε φαντάσματα.

[…]

Τότε, για πρώτη φορά συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβριν, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένοι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. Πιό κάτω δεν γίνεται να πάμε: δεν μπορούμε να σκεφτούμε αθλιότερη ύπαρξη από τη δική μας. Τίποτα πιά δεν μας ανήκει: μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας, εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν μας άκουγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα μας στερήσουν και τ΄ ονομά μας, κι αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρούμε τη δύναμη μέσα μας, τη δύναμη να το σώσουμε και μαζί μ΄ αυτό να σώσουμε κάτι από μάς, απ΄ αυτό που υπήρξαμε.

[…]

Haftling (φυλακισμένος): έμαθα ότι είμαι ένας Haftling. Το όνομά μου είναι 174517. Μάς βάφτισαν, για όλη την υπόλοιπη ζωή μας θα έχουμε το νούμερο χαραγμένο στο αριστερό μας μπράτσο». (σελ. 30-31). ...γιατί σε πέντε λεπτά θα αρχίσει η διανομή του ψωμιού-pane-brot-broitchleb - pain-lechem-kenyer, της ιερής γκρίζας μάζας που φαντάζει τόσο τεράστια στα χέρια των άλλων και τόσο μικρή, που σού 'ρχεται να κλάψεις, όταν είναι στα δικά σου. (σελ. 45)

…αγνοούμε την πολύπλοκη φύση της απόλυτης δυστυχίας και επομένως στις αιτίες που την προκαλούν, πολυάριθμες και ιεραρχικά διατεταγμένες, δίνουμε ένα μόνο όνομα, αυτό της πιό σοβαρής αιτίας, και όταν η αιτία αυτή πάψει να υφίσταται, τότε με οδυνηρή έκπληξη βλέπουμε ότι πίσω της υπάρχει κάποια άλλη, στην πραγματικότητα μια σειρά από άλλες. Και γι΄ αυτό μόλις σταμάτησε το κρύο, το κρύο που σ΄ όλη τη διάρκεια του χειμώνα βλέπαμε σαν τον μοναδικό μας εχθρό, αντιληφθήκαμε ότι πεινάμε, και επαναλαμβάνοντας το ίδιο λάθος λέμε: «Αν δεν πεινούσαμε…» Αλλά πώς είναι δυνατόν να σκεφτείς να μην πεινάς; Το στρατόπεδο είναι η πείνα: εμείς είμαστε η πείνα, η ενσάρκωσή της» (σ. 88).

Εδώ περιφέρονται κατά δεκάδες, με μισόκλειστα χείλη και μάτια που γυαλίζουν, οι απελπισμένοι της πείνας, σπρωγμένοι από ένα απατηλό ένστικτο εκεί όπου τα εμπορεύματα κάνουν πιο διαπεραστικό το βάσανο του στομαχιού και πιο επίμονη την έκκριση του σάλιου. Εφοδιασμένοι, στην καλύτερη περίπτωση, με τη μίζερη μισή μερίδα ψωμιού που γλίτωσαν με βασανιστική προσπάθεια, ελπίζοντας παράλογα ότι θα παρουσιαστεί η ευκαιρία μιας συμφέρουσας ανταλλαγής, με κάποιον αφελή και απληροφόρητο γύρω από τις τρέχουσες τιμές. Μερικοί από αυτούς που διαθέτουν άγρια υπομονή αγοράζουν με τη μισή μερίδα ψωμιού ένα λίτρο σούπα την οποία, παράμερα, θα υποβάλουν σε μεθοδική αφαίρεση των ελάχιστων κομματιών πατάτας που βρίσκονται στον πάτο, μετά θα την ανταλλάξουν με ψωμί και το ψωμί ξανά με ένα λίτρο σούπα, η οποία κι αυτή με τη σειρά της θα υποστεί κατεργασία, και αυτό μέχρι την εξάντληση των νεύρων ή μέχρις ότου κάποιος εξαπατηθείς, που θα τους συλλάβει επ΄ αυτοφώρω, θα τους δώσει ένα σοβαρό μάθημα, παραδίνοντάς τους στον δημόσιο χλευασμό. (σελ. 94-95).

Η ζωή τους είναι σύντομη αλλά το πλήθος τους αμέτρητο, αυτοί οι Muselmanner, αυτοί που βούλιαξαν, είναι η ψυχή του στρατοπέδου, αυτοί, η ανώνυμη μάζα, ακατάπαυστα ανανεούμενη και πάντα η ίδια, η μάζα των μή ανθρώπων που βαδίζουν και εξαντλούνται μες στη σιωπή, με σβησμένη μέσα τους τη θεία φλόγα, άδειοι μέσα τους για να υποφέρουν πραγματικά. Διστάζει κανείς να τους ονομάσει ζωντανούς: διστάζει κανείς να τους ονομάσει ζωντανούς: διστάζει να ονομάσει το θάνατό τους, που δεν φοβούνται καν γιατί είναι πολύ κουρασμένοι ακόμα και να τον αισθανθούν. (σελ. 109)

Να εκμηδενίσεις τον άνθρωπο είναι δύσκολο, όσο και να τον δημιουργήσεις: δεν ήταν απλό, πήρε χρόνο, αλλά τα καταφέρατε, Γερμανοί. Είμαστε υπάκουοι κάτω από το βλέμμα σας, δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα από μας: καμιά πράξη αντίστασης, καμιά λέξη πρόκλησης, κανένα κριτικό βλέμμα. (σελ. 181)

26 Ιανουαρίου 1945: Ο κόσμος μας ήταν ένας κόσμος νεκρών και φαντασμάτων. Το τελευταίο ίχνος πολιτισμού έσβησε μέσα μας και γύρω μας. Το έργο της αποκτήνωσης που άρχισαν οι θριαμβευτές Γερμανοί, το ολοκλήρωσαν οι ηττημένοι Γερμανοί. (σελ. 206) Ο φασισμός ήταν ακόμα παρών, αλλά κρυμμένος μέσα στο κουκούλι του. Προετοίμαζε την αλλαγή του για να εμφανιστεί ξανά με καινούργιο πρόσωπο, μη αναγνωρίσιμο, πιο αξιοσέβαστο, προσαρμοσμένος στις καινούργιες συνθήκες ενός κόσμου ο οποίος έβγαινε από την καταστροφή που ο ίδιος ο φασισμός είχε προκαλέσει. (σελ. 213) ανήθικες ή ανόητες ή βάρβαρες, ωστόσο εκατομμύρια πιστοί τους εξύμνησαν και τους ακολούθησαν μέχρι το θάνατό τους. Πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτοί οι πιστοί και οι ανάμεσά τους πρόθυμοι εκτελεστές απάνθρωπων διαταγών δεν ήταν γεννημένοι δήμιοι, δεν ήταν (εκτός από λίγες εξαιρέσεις) τέρατα: ήταν συνηθισμένοι άνθρωποι. Τέρατα υπάρχουν αλλά είναι πολύ λίγα για να βλάψουν πραγματικά, πιό επικίνδυνοι είναι οι συνηθισμένοι άνθρωποι, οι αξιωματικοί, πρόθυμοι να πιστέψουν και να υπακούσουν χωρίς συζήτηση, όπως ο Αϊχμαν, όπως ο Ος, διοικητής του Αουσβιτς, όπως ο Στάνγκλ, διοικητής στην Τρεμπλίνκα, όπως οι Γάλλοι στρατιωτικοί, είκοσι χρόνια μετά, σφαγείς στην Αλγερία, όπως οι Αμερικανοί στρατιωτικοί, τριάντα χρόνια μετά, σφαγείς στο Βιετνάμ.(σελ 237)
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Λέβι Πρίμο
Απόσπασμα
(αποσπάσματα)
Γίναμε μανιασμένα θηρία. Δεν πολεμάμε, διαφεντεύουμε τον εαυτό μας από την εκμηδένιση. Δε ρίχνουμε τις χειροβομβίδες μας σε ανθρώπους, τί μας ενδιαφέρουν οι άνθρωποι αυτή τη στιγμή, που ο θάνατος με χέρια και κράνη μάς κυνηγάει και μας ξαπλώνει στη γη; Τώρα για πρώτη φορά μέσα σε τρεις μέρες μπορούμε ν' αντικρύζουμε τα πρόσωπά τους, τώρα, που για πρώτη φορά, ύστερα από τρεις μέρες, μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε, να τους αντισταθούμε, νιώθουμε μια αλόγιστη μανία. Δεν τους προσμένουμε πια απελπισμένοι, μπορούμε να αφανίζουμε, να σκοτώνουμε, ν' αμυνθούμε, να σωθούμε και να πάρουμε εκδίκηση.

Το μέτωπο είναι ένα κλουβί όπου είσαι υποχρεωμένος να περιμένεις τι θα γίνει. Ζούμε με την αγωνία του άγνωστου. Πάνω μας κρεμιέται η τύχη. Σαν έρχεται μια οβίδα, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σκύψω για να περάσει. Δεν ξέρω πού θα σκάσει. Η τύχη είναι που μας κάνει αδιάφορους. Πριν από λίγους μήνες καθόμουν σ' ένα αμπρί κ' έπαιζα χαρτιά. Κάποια στιγμή σηκώθηκα και πήγα να δω κάποιους γνωστούς μου σε κάποιο άλλο αμπρί. Σαν γύρισα δε βρήκα κανέναν από δαύτους. Εσκασε πάνω τους μια μπόμπα. Ξαναγύρισα πάλι στ' άλλο αμπρί κ' έφτασα πάλι στην ώρα για να βοηθήσω να τους ξεχώσουν γιατί χτυπήθηκαν κι αυτοί με τη σειρά τους. Το πώς ζω είναι από τύχη. Οπως μπορεί να με βρει μια σφαίρα, έτσι μπορώ το ίδιο και να ζω. Στο πιο σίγουρο αμπρί μπορείς να γίνεις χίλια κομμάτια και στ' ανοιχτό πεδίο να μην πάθεις τίποτα ύστερα από δέκα ωρών αδιάκοπο σφυροκόπημα. Ο κάθε φαντάρος χρωστά τη ζωή του σε χίλιες δυο συμπτώσεις. Γι' αυτό και κάθε φαντάρος πιστεύει κ' εμπιστεύεται τον εαυτό του στην τύχη».

«Τα τανκς έγιναν φοβερά όπλα. Κυλάνε σε μακριές γραμμές και σκορπάνε γύρω τους το θάνατο. Τα πυροβόλα που μας στέλνουν τα πυρά τους δεν τα βλέπουμε, οι επιτιθέμενες γραμμές του εχθρού (μέχρι τώρα) αποτελούνταν από ανθρώπους σαν κι εμάς. Μα τούτα είναι μηχανές… κυλάνε ανέπαφα μέσα σε λάκκους και ξαναβγαίνουν από κει ασυγκράτητα. Κι αναγκαζόμαστε να υποχωρούμε μπροστά στην ασυγκράτητη ορμή τους. Τα χέρια μας γίνονται καλαμάκια, οι χειροβομβίδες ακίνδυνα σπίρτα» «Στο κάτω πάτωμα έχουν όσους είναι πληγωμένοι στην κοιλιά, στη ραχοκοκαλιά, στο κεφάλι κι όσους έχουν κομμένα πόδια. Στη δεξιά πτέρυγα έχουν τους πληγωμένους στο σαγόνι, όσους έπαθαν από τα ασφυξιογόνα κι όσους χτυπήθηκαν στη μύτη στα αυτιά και στο λαιμό. Στην αριστερή πτέρυγα είναι οι τυφλοί, οι λαβωμένοι στα πνευμόνια, στη λεκάνη στα γεννητικά όργανα και στο στομάχι … Δυο φαντάροι πεθαίνουν από τέτανο. Το πετσί τους μελανιάζει και μόνο τα μάτια τους είναι ζωντανά. Βλέπω πληγές στα έντερα, που είναι διαρκώς γεμάτες ακαθαρσίες … και τούτο δω είναι ένας νοσοκομειακός σταθμός. Υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες σαν κι αυτό στη Γερμανία, εκατοντάδες χιλιάδες στη Γαλλία, εκατοντάδες χιλιάδες στη Ρωσία…Μόνο σαν βρεθείς σε νοσοκομείο, μπορείς να καταλάβεις τι πάει να πει πόλεμος»

«έχει απομείνει μόνος με τη σύντομη ζωή του, των δεκαεννιά χρόνων και κλαίει καταλαβαίνοντας πως (η ζωή) τον αφήνει»μουσκεύοντας το πρόσωπο του με ένα βουβό κλάμα που ματώνει τις καρδιές των φίλων του, που ικετεύουν σιωπηλά «δεν θέλει να πεθάνει, μην τον αφήσετε να πεθάνει».

«κανείς δεν θέλει τον πόλεμο, κι όμως ξεσπά… θα γινόταν πόλεμος αν έλεγε όχι ο αυτοκράτορας; Ή ας πούμε είκοσι με τριάντα άλλοι σαν και δαύτον σ’ ολόκληρο τον κόσμο; Τι λόγο έχει ένας Γάλλος κλειδαράς ή ένας Γάλλος παπουτσής να επιτεθεί εναντίον μας; Τελικά υπάρχουν άνθρωποι που τους συμφέρει ο πόλεμος… κι ένας σπουδαίος αυτοκράτορας χρειάζεται τουλάχιστον έναν πόλεμο για να γίνει διάσημος, το ίδιο και οι στρατηγοί. Διάβασε τα σχολικά βιβλία και θα δεις»

«ο πόλεμος σμπαράλιασε το καθετί για μας. Δεν είμαστε πια νέοι. Δεν θέλουμε να κατακτήσουμε τον κόσμο … είμαστε 18 χρονών, ότι αρχίσαμε να αγαπάμε τη ζωή και τον κόσμο και μας ανάγκασαν να πυροβολούμε εναντίον τους. Η πρώτη οβίδα που έπεσε βρήκε την καρδιά μας. …» Είμαι νέος είκοσι χρονών.

Κι όμως από τη ζωή μου δεν γνώρισα παρά μόνο την απόγνωση, το θάνατο, το φόβο και μια ατέλειωτη αλυσίδα από παράλογες επιπολαιότητες και απύθμενο πόνο. Βλέπω τους λαούς να σέρνονται στους πολέμους και να σκοτώνονται σιωπηλοί, χωρίς να λένε τίποτα … υπακούοντας στους αρχηγούς τους. Βλέπω τα πιο μεγάλα πνεύματα του κόσμου να σχεδιάζουν όπλα και λόγια και να τα ρίχνουν στη μάχη για να εμψυχώσουν τους φαντάρους. Κι μαζί με εμένα τα βλέπουν όλα αυτά όλοι οι νέοι της ηλικίας μου, εδώ κι απέναντι (εννοώντας τις δυο αντίπαλες παρατάξεις), τα βλέπει μια ολόκληρη γενιά …Χρόνια τώρα δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να σκοτώνουμε. Αυτό ήταν το πρώτο μας επάγγελμα. Από τη ζωή δεν μάθαμε παρά μόνο πως να σκοτώνουμε. Τι θα γίνει ύστερα από αυτά; Τι θα απογίνουμε;» ή «όλα όσα γράφτηκαν κι ειπώθηκαν, όλα σίγουρα θα είναι ψέματα και χωρίς αξία, αφού ο πολιτισμός τόσων χιλιάδων χρόνων δεν μπόρεσε να εμποδίσει τούτον τον ποταμό αίματος»

Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο, μτφ. Στέλλα Βουρδουμπά, Δωρικός, Αθήνα 1983,
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Ρεμάρκ · Ουδέν νεότερον από το Δυτικό Μέτωπο
Απόσπασμα
Οι πρώτες σελίδες του βιβλίου:

Γεννήθηκε εκεί όπου οι λίγοι άλλοι άνθρωποι που γνώριζε ζούσαν σε καλύβες από κορμούς ξεχειλισμένες παιδιά σαν κι αυτή που ’χε γεννηθεί κι ο ίδιος – άντρες και μεγάλα αγόρια που κυνηγούσαν ή ξάπλωναν μπρος στη φωτιά στο πάτωμα ενώ οι γυναίκες και τα μεγαλύτερα κορίτσια περνούσαν και ξαναπερνούσαν από πάνω τους για να φτάσουν στη φωτιά να μαγειρέψουν, όπου οι μόνοι έγχρωμοι ήταν ινδιάνοι κι αυτούς τους κοίταζες αφ’ υψηλού μονάχα μέσα απ’ το στόχαστρο της καραμπίνας σου, όπου δεν είχες ποτέ ακούσει να μιλάνε για, δεν είχες ποτέ φανταστεί, κάποιο τόπο, κάποια γη χωρισμένη παστρικά και που ν’ αποτελεί ιδιοκτησία ανθρώπων που δεν έκαναν άλλο απ’ το να τη διασχίζουν πάνω σ’ ωραία άλογα ή να κάθονται φορώντας ωραία ρούχα στις βεράντες μεγάλων σπιτιών ενώ άλλοι άνθρωποι δουλεύανε γι’ αυτούς ούτε που φανταζόταν τότε ότι υπήρχε τέτοιος τρόπος να ζει ή να θέλει να ζει κανένας, ή πως υπήρχαν για να τα επιθυμήσει όλα τα πράγματα που υπήρχαν, ή πως όσοι είχαν πράγματα όχι μόνο μπορούσαν να περιφρονούν όσους δεν τα ’χαν, αλλά και να ενισχύονται στην περιφρόνησή τους όχι μόνο απ’ όσους είχαν κι εκείνοι πράγματα μα κι από κείνους ακριβώς που αποτελούσαν τ' αντικείμενα της περιφρόνησης που δεν είχαν πράγματα κι ήξεραν ότι ποτέ δε θα ’χαν.

Γιατί εκεί που ζούσε αυτός η γη ανήκε στον καθένα και σε όλους κι έτσι ο άνθρωπος που θα ’μπαινε στη φασαρία και στον κόπο να περιφράξει ένα κομμάτι της και να πει «Αυτό είναι δικό μου» ήταν τρελός κι όσο για πράγματα, κανείς δεν είχε περισσότερα από σένα γιατί καθένας είχε όσα είχε τη δύναμη και την ενέργεια να πάρει και να διατηρήσει, και μόνο εκείνος ο τρελός θα ’μπαινε στη φασαρία να πάρει ή να θελήσει έστω περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να φάει ή ν’ ανταλλάξει με μπαρούτι κι ουίσκυ. Έτσι δεν ήξερε καν πως υπήρχε μια χώρα όλη χωρισμένη και κανονισμένη και παστρικιά μ’ ένα κόσμο που ζούσε εκεί όλος χωρισμένος και κανονισμένος και παστρικός σύμφωνα με το χρώμα που τύχαινε να ’χει το πετσί τους ή το τι τύχαινε να τους ανήκει, κι όπου ορισμένοι λίγοι όχι μόνο είχαν εξουσία ζωής και θανάτου κι ανταλλαγής και πώλησης πάνω σε άλλους, μα είχαν ζωντανούς ανθρώπους που τους παρείχαν τις ατελείωτες επαναλαμβανόμενες προσωπικές υπηρεσίες, όπως το να τους σερβίρουν και το ουίσκυ απ’ το κανάτι και να τους βάζουν το ποτήρι στο χέρι ή να τους βγάζουν τις μπότες για να πλαγιάσουν, που όλοι οι άνθρωποι έπρεπε να τα κάνουν από μόνοι τους απ’ την αρχή του καιρού και θα ’πρεπε να τα κάνουν από μόνοι τους ώσπου να πεθάνουν και που σε κανέναν άνθρωπο ποτέ δεν άρεσε ούτε πρόκειται ν’ αρέσει να κάνει, μα που κανένας άνθρωπος που γνώριζε εκείνος δεν είχε ποτέ σκεφτεί ν’ αποφύγει όπως δεν είχε σκεφτεί ν’ αποφύγει τον κόπο του να μασάει και να καταπίνει και ν’ ανασαίνει.

Όταν ήταν παιδάκι δεν πρόσεχε τις αόριστες και συγκεχυμένες αφηγήσεις για τα μεγαλεία του Τάιντγουώτερ που ’φταναν ακόμα και μέχρι τα βουνά του γιατί τότε δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσαν οι άνθρωποι που μιλούσαν γι’ αυτά, κι όταν έγινε πιο μεγάλο αγόρι δεν τις πρόσεχε γιατί δεν υπήρχε τίποτα γύρω του για να συγκρίνει μ’ αυτό και να μετρήσει τις αφηγήσεις και να δώσει έτσι ζωή και νόημα στις λέξεις, και καμιά περίπτωση να καταλάβει ποτέ τι σήμαιναν γιατί ήταν πολύ απασχολημένος κάνοντας τα όσα κάνουν τ’ αγόρια κι όταν έγινε έφηβος κι η περιέργεια ξέθαψε εκείνη τις ιστορίες που αυτός δεν ήξερε πως είχε ακούσει και σκεφτεί, ενδιαφέρθηκε και θα ’θελε κάποτε να δει τους τόπους, αλλά χωρίς φθόνο ή στενοχώρια, γιατί πίστευε απλά πως μερικοί γεννιούνται πλούσιοι (τυχεροί, ίσως να ’λεγε) κι άλλοι όχι, και πως (έτσι είπε του Παππού) οι ίδιοι οι άνθρωποι δε μπορούν να διαλέξουν και πολύ λιγότερο να στενοχωριούνται γιατί ούτε μια φορά δεν του ’χε περάσει απ’ το μυαλό η ιδέα πως κάποιος θα ’παιρνε ένα τέτοιο τυχαίο γεγονός σαν εξουσιοδότηση ή άδεια να περιφρονεί τους άλλους, τους όποιους άλλους. Έτσι σχεδόν δεν είχε ακούσει για ένα τέτοιο κόσμο μέχρι που έπεσε σ’ αυτόν.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Φώκνερ Γουίλιαμ · Καθώς Ψυχορραγώ
Απόσπασμα
Κι αν η θλίψη και η στοργή μέσα στο στήθος μου επαναστατούν,
όταν ο αδικημένος Θαλής αποχαιρετά την πόλη,
οι πιο γαλήνιες σκέψεις μου εγκρίνουν την επιλογή του·
επαινώ τον ερημίτη, μα λυπάμαι τον φίλο.

Αποφασισμένος επιτέλους να φύγει μακριά
από την κακία και το Λονδίνο,
να αναπνεύσει σε μακρινούς αγρούς καθαρότερο αέρα
και, εγκατεστημένος στις μοναχικές ακτές της Καμβρίας,
να χαρίσει στον Άγιο Δαβίδ ακόμη έναν αληθινό Βρετανό.

[…]

Πολλά ακόμη θα μπορούσα να προσθέσω —
μα κοίτα, το πλοιάριο έφτασε·
η παλίρροια που υποχωρεί με καλεί να φύγω από τη στεριά.

Αντίο!

Όταν η νιότη, η υγεία και η περιουσία σου θα έχουν πια εξαντληθεί
και θα καταφύγεις στις ερημιές του Κεντ·
κι όταν, κουρασμένος όπως εγώ από τις ανοησίες και τα εγκλήματα,
με οργισμένους στίχους θα προειδοποιείς τις επόμενες γενιές,

τότε ο φίλος σου, πάντα εχθρός της κακίας,
θα αφήσει τη σκιά της Καμβρίας —
κι εσύ μην αρνηθείς τη βοήθειά του.
Για χάρη της αρετής θα ξεσπάσει ακόμη μια φορά·
θα ακονίσει τη σάτιρά σου
και θα δώσει πνοή στη σελίδα σου.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Τζόνσον Σάμουελ · Λονδίνο
Απόσπασμα
Άρθουρ Σοπενχάουερ

επιλεγμένα αποσπάσματα

1.

Εάν ο άμεσος και πραγματικός σκοπός της ζωής ενός ανθρώπου δεν είναι να υποφέρει τα δεινά του κόσμου, τότε η ύπαρξή του δεν έχει επ' ουδενί προσαρμοστεί στον προορισμό της. Θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε πως τα ατελείωτα δεινά που πλήττουν τους ανθρώπους και που προκύπτουν από ανάγκες και συμφορές συνυφασμένες ουσιαστικά με την ίδια τη ζωή, είναι άσκοπα και καθαρά συμπτωματικά. Δίχως αμφιβολία, κάθε προσωπική περίπτωση δυστυχίας μοιάζει με μεμονωμένο περιστατικό, όμως η δυστυχία γενικότερα είναι που αποτελεί τον κανόνα.

2.

Όπως ένα ρυάκι κυλά ομαλά όσο δεν συναντά κανένα εμπόδιο, έτσι κι η φύση των ανθρώπων και των ζώων είναι τέτοια που δεν μας βοηθάει ούτε να αντιλαμβανόμαστε στ' αλήθεια ούτε να συνειδητοποιούμε ποτέ τι συντάσσεται με τη βούλησή μας. Τα πράγματα υποπίπτουν στην αντίληψή μας μόνο εφόσον ματαιώνουν τη βούλησή μας ή ανατρέπουν τα σχέδιά μας. Από την άλλη, ό,τι αντιτίθεται στους στόχους μας, ή ματαιώνει και εμποδίζει τις επιθυμίες μας, με άλλα λόγια, ό,τι είναι δυσάρεστο και οδυνηρό, αφήνει ακαριαία και άμεσα πάνω μας ένα σαφές στίγμα. Ακριβώς όπως δεν διατηρούμε διαρκώς συναίσθηση της γενικότερης υγιούς σωματικής μας κατάστασης, αλλά επικεντρωνόμαστε μόνο στο μικρό σημείο όπου μας χτυπάει το παπούτσι, έτσι δεν αναλογιζόμαστε το σύνολο των δραστηριοτήτων μας που βαίνουν επιτυχώς, αλλά αναλώνουμε την προσοχή μας σε ασήμαντα συμβάντα και μικροπράγματα που επιμένουν να μας εκνευρίζουν. Σε αυτό το δεδομένο βασίζεται μια θέση που έχω υπογραμμίσει επανειλημμένα: ο αρνητικός χαρακτήρας της καλοπέρασης και της ευτυχίας, σε αντίθεση με τον θετικό χαρακτήρα του πόνου.

Επομένως κανένας παραλογισμός δεν είναι μεγαλύτερος από τον παραλογισμό που χαρακτηρίζει σχεδόν όλα τα μεταφυσικά συστήματα: την ερμηνεία του κακού ως κάτι το αρνητικό. Διότι το κακό, και μόνο το κακό, έχει θετικό πρόσημο, αφού μόνο αυτό είναι απτό στον αντίποδα το καλό, δηλαδή όλες οι εκφάνσεις της ευτυχίας και της ικανοποίησης, διαθέτει αρνητικό πρόσημο, καθώς συνδέεται είτε με την καταστολή μιας επιθυμίας (μέσω της ικανοποίησής της) είτε με την εξάλειψη ενός πόνου. Η θέση αυτή συνάδει και με την τάση να υποτιμάμε την ικανοποίηση που αντλούμε από μια ευχάριστη κατάσταση, ενώ αντίθετα μια οδυνηρή περίσταση μας προξενεί περισσότερο πόνο απ' ό,τι φανταζόμασταν.

Μια γρήγορη διάψευση της θέσης που υποστηρίζει ότι η ευχαρίστηση βαραίνει περισσότερο στη ζωή από τον πόνο, ή ότι υπάρχει έστω κάποια ισορροπία ανάμεσα στα δύο, προκύπτει αν συγκρίνει κανείς τα αισθήματα ενός ζώου που κατασπαράζεται από κάποιο άλλο με αυτά εκείνου που το κατασπαράζει.
[…]
5.

Κι ωστόσο, όπως ακριβώς το σώμα μας θα εκρήγνυται σε χίλια κομμάτια ελλείψει ατμοσφαιρικής πίεσης, έτσι και η αλαζονεία του ανθρώπου, χωρίς τη διαρκή πίεση της ανέχειας, του μόχθου, της συμφοράς και του εκνευρισμού, θα άγγιζε τέτοια όρια, που, ακόμα κι αν δεν οδηγούσε τον άνθρωπο σε «έκρηξη», σίγουρα θα τον παρέδιδε στην πλέον αχαλίνωτη απερισκεψία, ακόμη και στην τρέλα. Θα μπορούσαμε ακόμα και να ισχυριστούμε πως ο άνθρωπος έχει ανάγκη σε κάποιον βαθμό τις σκοτούρες, τη δυστυχία ή την ανέχεια, όπως ένα πλοίο χρειάζεται ένα έρμα προκειμένου να μπορεί να ακολουθήσει ευθυγραμμισμένη πορεία.

Η δουλειά, ο μόχθος και οι δυσκολίες είναι το ριζικό σχεδόν όλων των ανθρώπων σε όλη τη διάρκεια του βίου τους. Ας υποθέσουμε, ωστόσο, μια κατάσταση όπου κάθε επιθυμία μας θα ικανοποιούνταν αυτόματα με τη γέννησή της: με τι θα ασχολούνταν τότε οι άνθρωποι στη ζωή τους, πώς θα περνούσαν τον χρόνο τους; Φανταστείτε τι θα γινόταν εάν η φυλή των ανθρώπων μεταφερόταν σε μια ουτοπική χώρα, όπου πάντα θα αναπτύσσονταν αυτοβούλως και οι γαλοπούλες θα πετούσαν δεξιά κι αριστερά ήδη ψημένες σε μια χώρα όπου οι εραστές θα ζούσαν τον έρωτά τους χωρίς καμία καθυστέρηση και θα έμεναν μαζί χωρίς κανένα εμπόδιο. Σε ένα τέτοιο μέρος, κάποιοι άνθρωποι θα πέθαιναν από ανία ή θα αυτοκτονούσαν, κάποιοι θα τσακώνονταν και θα αλληλοσκοτώνονταν, επιφέροντας έτσι στη ζωή τους περισσότερα δεινά απ' όσα θα τους είχε επιβάλει η φύση. Συνεπώς, σε μια φυλή σαν των ανθρώπων, κανένα άλλο πεδίο, καμία άλλη μορφή ύπαρξης δεν αρμόζει περισσότερο από αυτήν που ήδη κατέχουν οι άνθρωποι.

8.

Στην πρώτη μας νιότη, στεκόμαστε μπροστά στη ζωή που θα ξετυλιχτεί μπροστά μας σαν παιδιά που κάθονται στο θέατρο και περιμένουν με χαρά και αγωνία να ανοίξει η κουρτίνα και να εμφανιστεί ό,τι είναι να εμφανιστεί. Ευτυχώς, δεν γνωρίζουμε τι πρόκειται να εμφανιστεί. Διότι όποιος γνωρίζει βλέπει καμιά φορά τα παιδιά σαν αφελείς εγκληματίες, καταδικασμένους όχι να πεθάνουν, αλλά να ζήσουν, χωρίς να έχουν ανακαλύψει ακόμη τι ακριβώς σημαίνει η ποινή τους. Παρ' όλ' αυτά, όλοι επιθυμούμε να φτάσουμε μέχρι τα βαθιά γεράματα, σε μια κατάσταση, δηλαδή, όπου θα μπορούμε να λέμε: «Σήμερα τα πράγματα είναι άσχημα και μέρα με τη μέρα θα γίνονται όλο και χειρότερα – ώσπου να με βρει το ύστατο κακό».

9

Εάν αναλογιστούμε το σύνολο της θλίψης, του πόνου και των διαφόρων δεινών της ζωής, πηγή της οποίας είναι ο ήλιος, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως θα ήταν πολύ καλύτερα εάν ο ήλιος επηρέαζε τη γη όσο επηρεάζει και το φεγγάρι, και εάν η επιφάνεια της γης βρισκόταν ακόμη σε κρυσταλλική κατάσταση, όπως στο φεγγάρι. Μπορούμε ακόμη να δούμε τη ζωή μας σαν ένα μεμονωμένο συμβάν που διαταράσσει ανώφελα τη μακάρια ηρεμία της ανυπαρξίας. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι εκείνος που θεωρεί τη ζωή του σχετικά υποφερτή, καθώς μεγαλώνει αποκομίζει όλο και πιο ξεκάθαρα την αίσθηση πως η ζωή δεν είναι παρά μια απογοήτευση, ή, ακόμη χειρότερα, μια απάτη. Εάν δύο άντρες που υπήρξαν φίλοι στα νιάτα τους συναντηθούν ξανά στα γεράματα, μετά την παρέλευση μιας ολόκληρης γενιάς, το βασικό συναίσθημα που θα βιώσουν μόλις αντικρίσουν ο ένας τον άλλον, διατηρώντας στο μυαλό την εικόνα που είχαν στα χρόνια της νεότητάς τους, θα είναι ένα συναίσθημα απόλυτης απογοήτευσης για το σύνολο της ζωής˙ κάποτε, στη ρόδινη αυγή της νιότης τους, απλωνόταν ευοίωνη μπροστά τους, υποσχόμενη τόσο πολλά και εκπληρώνοντας τελικά τόσο λίγα. Θα νιώσουν και οι δύο σε τέτοιο βαθμό κυριευμένοι από το συγκεκριμένο συναίσθημα, ώστε δεν θα χρειάζεται καν να το αναφέρουν – θα το αποδεχτούν σιωπηρά ως βάση της κουβέντας τους.

Εάν η πράξη της αναπαραγωγής δεν εμφανιζόταν ως το αποτέλεσμα μιας επιθυμίας, ούτε συνοδευόταν από αισθήματα ηδονής, αλλά αποτελούσε μια ψυχρή απόφαση, στηριζόμενη σε ορθολογιστικούς υπολογισμούς, άραγε θα υπήρχε ακόμη το ανθρώπινο είδος; Άραγε, ο οίκτος που θα ένιωθε τότε ο καθένας μας για τις επόμενες γενιές δεν θα του υπαγόρευε να τις απαλλάξει από το άχθος της ύπαρξης, ή τουλάχιστον να μην είναι εκείνος που θα τους επιβάλει το άχθος αυτό, έτσι εν ψυχρώ.

Κι αυτό γιατί ο κόσμος είναι μια κόλαση, και οι άνθρωποι μέσα στην κόλαση αυτή είναι συνάμα και βασανιζόμενες ψυχές και δαίμονες.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Σοπενχάουερ · Για τη δυστυχία του κόσμου

Εμφανίζονται 1–8 από 8 καταχωρίσεις