Από μικρός στους μητρικούς μου λόφουςΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Φόσκολο Ούγκο · Ύμνος στην Ζάκυνθο
ελάτρεψα την θεά Αφροδίτη.
Ζάκυνθος, χαίρε.
Στις ακτές του Αδρία,
στη στερνή κατοικία των Εφεστίων
θεών και των προγόνων μου, θ’ αφήσω
τα τραγούδια μου και τα κόκαλά μου,
και σ’ εσέ μοναχά τους στοχασμούς μου,
γιατί όποιος την πατρίδα του ξεχάσει
μήτε στα θεία δεν ομιλεί με σέβας.
Ζάκυνθος, ιερή χώρα.
Στους λόφους
ήσαν ναοί, και στα ισκιερά της δάση
η λατρεία της Άρτεμις και οι ύμνοι
στον ένοχο Λαομέδοντα, πριν μάθει
ο Ποσειδώνας στο Ίλιο πώς να στήσει
τους φημισμένους πύργους του πολέμου.
Η Ζάκυνθος είν’ όμορφη.
Της δίνουν
θησαυρούς μύριους τ’ αγγλικά καράβια,
κι από ψηλά της στέλνει ο αιώνιος ήλιος
τις ζωογόνες αχτίδες του. Κι ο Δίας
τα διάφανα σύγνεφα της χαρίζει.
Κι έχει τους πυκνοφύτευτους ελαιώνες,
τους αμπελόφυτους του Βάκχου κμπους,
και την υγεία τη ρόδινη σκορπίζει
αύρα γλυκιά που μυρωμένη πνέει
από κήπους ανθών κι αιώνιων κέδρων.
5 ποιήματα για τη νοσταλγία
Ανακάλυψε ποιήματα για τη νοσταλγία μέσα από τη φωνή σημαντικών ποιητών. Στίχοι που προσεγγίζουν το συναίσθημα μέσα από διαφορετικές εποχές και προσωπικές εμπειρίες.
Πάντα λοιπόν θα τρέχομε προς άγνωστο ακρογιάλι,Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Λαμαρτίν · Η λίμνη
θα καταποντιζόμεθα στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτέ έν’ απάνεμο μέσ’ στην ανεμοζάλη,
ούτ’ ένα καταφύγιο στη βαρυχειμωνιά!
Κοίταξε, λίμνη, κοίταξε! Δεν έκλεισ’ ένας χρόνος
πο ‘παιζε με το κύμα σου χαρούμενη, τρελή,
και τώρα, τώρα ο δύστυχος, κάθομαι, λίμνη, μόνος
στην πέτρα εδώ, όπου πάντοτε μας έβλεπες μαζί.
Καθώς και τώρα, εμούγκριζες και τότε αγριεμένη
κι εξέσχιζες τα στήθη σου στου βράχου τα πλευρά,
ανήσυχη παράδερνες στην άκρη, θυμωμένη,
κι εράντιζες τα πόδια της με τον αφρό συχνά.
Θυμάσαι, λίμνη, μόνοι μας μια νύχτα εγώ κι εκείνη
ελάμναμε άφωνοι οι φτωχοί στα κρύα σου νερά•
τ’ αγέρι δεν ανάσαινε, είχες κι εσύ γαλήνη,
στον ύπνο σου δεν άκουες παρά τα δυο κουπιά.
Μεμιάς τραγούδι ουράνιο, πρωτάκουστο, δροσάτο,
το γέρο τον αντίλαλο τριγύρω μας ξυπνά•
έμειν’ ευθύς παράλυτο το κύμα σου το αφράτο
και τέτοια λόγια ακούστηκαν -θυμάσαι; – αρμονικά:
«Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ’ ακούραστα φτερά σου,
ώρες γλυκιές, μην τρέχετε, σταθείτε μια στιγμή,
κι εσύ μη φεύγεις, νύχτα μου, με την αστροφεγγιά σου•
τώρα που ζευγαρώσαμε είν’ εύμορφη η ζωή.»
Του κόσμου αυτού τα βάσανα, την ερημιά, τη φτώχεια
θέλουν να φύγουν άμετροι• γι’ αυτούς γοργά γοργά,
Χρόνε μου, πέτα κι άφησε στου έρωτα τα βρόχια
τα δυο μας να χορτάσομε τόσο γλυκιά σκλαβιά.
Του κάκου! Οι ώρες φεύγουνε. Κανείς δε με προσμένει..,
Κανείς δε μ’ ακουρμαίνεται… Η νύχτα είναι σκληρή…
Αχνίζουν τ’ άστρα, χάνονται… Κρυφά κρυφά προβαίνει
τ’ άσπλαχνο γλυκοχάραμα… Λυπήσου μας, αυγή!…
Του κάκου! Όλα ξεγέλασμα, είν’ όνειρα και πλάνη•
ζωή μας είν’ η αγάπη μας και μοναχή χαρά.
Ας μη ζητούμε ανύπαρκτο στον κόσμο άλλο λιμάνι•
του Χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά.
«Χρόνε ζηλιάρη, δύστροπε! Πε μου, γιατί να σβηώνται,
σαν αστραπή να φεύγουνε οι ώρες της χαράς,
καθώς πετούν και φεύγουνε χωρίς να λησμονιώνται
κι οι μαύρες κι οι ολόπικρες στιγμές της συφοράς;
»Απ’ τη βαθιά την άβυσσον οπού μας καταπίνει,
απ’ την αιωνιότητα οπού μας πλημμυρεί
τίποτε, Χρόνε, τίποτε στο φως δεν αναδίνει,
δεν ξεφυτρώνει τίποτε… όλα τα τρως εσύ.
«Λοιπόν, απ’ όσα εχάρηκα δε θ’ απομείνει τρίμμα,
δεν θε ν’ αφήσω τίποτε σ’ αυτήν τη μαύρη γη!
Απ’ το γοργό μας πέρασμα δεν είναι τάχα κρίμα
να μη σωθεί ένα πάτημα, ω Χρόνε αδικητή;..»
Ω λίμνη, ω βράχοι μου άφωνοι, ω σεις, σπηλιές και δάση,
που βλέπετε τον πόνο μου, μια χάρη σας ζητώ:
εσείς οπού δε σκιάζεσθε κανείς να σας χαλάσει,
ποτέ μη μας ξεχάσετε, στο μνήμ’ αν πάω κι εγώ.
Κι όταν σε δέρνει ο σίφουνας, κι όταν βαθιά κοιμάσαι,
ω λίμνη μου αφροστέφανη, να μη μας λησμονείς•
εσύ είδες την αγάπη μας και μόνη εσύ θυμάσαι
πώς άναφταν τα στήθη μας, και θα μας συμπονείς.
Θέλω τα πεύκα, τα έλατα, οι βράχοι, η ρεματιά σου,
τ’ αφρού σου το μουρμούρισμα, τ’ αντίλαλου η φωνή,
τα δροσερά σου σύγνεφα, τ’ αγέρι, η καταχνιά σου,
η βρύση, ο καλαμιώνας σου, το χόρτο, το πουλί,
τ’ άστρο τ’ ασημομέτωπο, η μυρωδιά που χύνει
το γαλανό το κύμα σου, ω λίμνη μου γλυκιά,
ό,τι στην πλάση έχει αίσθηση, πνοή, νοημοσύνη,
όλα να λένε: «Αγάπησαν, τα μαύρα, φλογερά!»
Μετάφραση: Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Όταν σαράντα χειμωνιές δείρουν το μέτωπο σου,Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Σαίξπηρ · ΣΟΝΕΤΟ 2
Κι αυλάκια σκάψουν στον αγρό,βαθιά, της ομορφιά σου,
Αυτή της νιότης σου η λαμπρή στολή, που βλέπω τώρα,
Τριμμένο ρούχο θα γενεί με λίγη αξία, στοχάσου.
Και τότε, αν σε ρωτήσουν πού πήγε η ομορφιά σου,
Των ανθισμένων σου ημερών όλος ο θησαυρός
Θα δουν μέσα στα μάτια σου,που θα ‘ναι βουλιαγμένα
Του μαρασμού σου τη ντροπή για έπαινό σου.
Μα πόσους επαίνους θα άξιζε της ομορφιάς σου η χρήση,
Αν θα μπορούσες να έλεγες: Το όμορφο αυτό είναι παιδί μου
Την ηλικία μου συγχωρεί, το χρέος μου ξεπληρώνει,
Τα νιάτα κληρονόμησε και την ωραία μορφή μου.
Το νέο πλάσμα αυτό, όταν εσύ παλιώσεις,
Το κρύο αίμα σου, θερμό με αυτό θα νιώσεις.
(από περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ 15 Ιουνιου 1964
Μτφ ΒΑΣΟΣ ΧΑΝΙΩΤΗΣ)
[Μετάφραση με την βοηθεια ΑΙ]Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Απολλιναίρ · Η Γέφυρα Μιραμπό
Κάτω από τη γέφυρα Μιραμπό κυλά ο Σηκουάνας,
παρασύροντας μαζί του τις αγάπες μας.
Πρέπει άραγε να θυμάμαι ακόμη
πως κάθε λύπη άφηνε τη χαρά να ακολουθήσει;
Ας έρθει η νύχτα, ας σημάνει η ώρα·
οι μέρες φεύγουν κι εγώ μένω.
Χέρι με χέρι στεκόμασταν αντικριστά,
ενώ κάτω
από τη γέφυρα των αγκαλιασμένων μας χεριών
περνούσε το κουρασμένο κύμα των ατέλειωτων βλεμμάτων.
Ας έρθει η νύχτα, ας σημάνει η ώρα·
οι μέρες φεύγουν κι εγώ μένω.
Η αγάπη χάνεται σαν το νερό που κυλά.
Η αγάπη φεύγει.
Πόσο αργά προχωρά η ζωή,
και πόσο πεισματικά επιμένει η ελπίδα.
Ας έρθει η νύχτα, ας σημάνει η ώρα·
οι μέρες φεύγουν κι εγώ μένω.
Οι μέρες περνούν, περνούν και οι εβδομάδες.
Ούτε ο χρόνος που έφυγε
ούτε οι αγάπες που χάθηκαν
γυρίζουν πίσω.
Κάτω από τη γέφυρα Μιραμπό ο Σηκουάνας συνεχίζει να κυλά.
Ας έρθει η νύχτα, ας σημάνει η ώρα·
οι μέρες φεύγουν κι εγώ μένω.
1.Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Γέιτς · Πλέοντας προς το Βυζάντιο
Για γέροντες δεν είναι τούτη εδώ η χώρα.
Οι νέοι βρίσκονται σφιχτά αγκαλιασμένοι,
Στα δέντρα τα πουλιά –γενιές θνητές
Δίνονται στο άσμα που τα εμπνέει,
Κοπάδια σολωμοί, πυκνά στις θάλασσες σκουμπριά
Ψάρι, σαρκίο, και πουλί όλο το θέρος
Λέει τι συλαμβάνεται, γεννιέται και πεθαίνει.
Μέσα στην λάγνα τούτη μουσική όλα δείχνουν αδιαφορία
Για της αγέραστης διανόησης τα αιώνια μνημεία.
2.
Ο γερασμένος άνθρωπος δεν έχει πια γιατρειά,
Παλτό κουρέλι στο μπαστούνι στηριγμένο,
Εκτός αν η ψυχή ξεσπάσει σε τρανή λαλιά
Για του θνητού της ρούχου κομμάτι ξεσκισμένο,
Ούτε υπάρχει μουσική σχολή μονάχα μία
Που δεν φροντίζει τα έργα του δικού της μεγαλείου.
Έτσι λοιπόν αρμένισα τις θάλασσες και ήρθα
Στου Βυζαντίου την πόλη, την άγια κολυμπήθρα.
3.
Σοφοί που είσαστε στου Θεού το άγιο πυρ στημένοι,
Σαν στο χρυσό ψηφιδωτό ενός τοίχου
Βγείτε από το ιερό πυρ και, κυκλικά φερμένοι,
Μαέστροι να μου γίνεται του ψυχικού μου ήχου.
Να μου αλώστε την καρδιά. Του πόθου αρρωστημένη,
Δεμένη όντας στο κορμί αγριμιού που πεθαίνει
Τι είναι δεν γνωρίζει. Πάρτε με εσείς μαζί σας
Μέσα στης αιωνιότητας την τέχνη την δική σας.
4.
Σαν από την φύση βγω, τα φρένα μου δεν θα ζητάνε
Για του κορμιού μου μορφή κάτι από την φύση,
Μονάχα Ελλήνων χρυσικών μορφές θ’ αναζητάνε
Σαν που με δουλεμένο μάλαμα και φίλντισι
Ξύπνιο τον νυσταλέο ρήγα του κρατάνε,
Ή που σε χρυσά κλωνιά να ψάλουν έχουν στήσει
Στου Βυζαντίου τα άτομα τα τιμημένα
Για τα μελλούμενα, τα τωρινά, τα περασμένα.
(μτφ Μάριος Ραίζης,
από το περιοδικό ΔΕΝΤΡΟ, τεύχος 33, 3/1983)
Εμφανίζονται 1–5 από 5 καταχωρίσεις