4 αποσπάσματα για την αγάπη

Διάβασε επιλεγμένα αποσπάσματα βιβλίων για την αγάπη. Λογοτεχνικά και στοχαστικά κείμενα που εξερευνούν διαφορετικές πλευρές του ανθρώπινου συναισθήματος.

Απόσπασμα
Εμείς, ασυνήθιστοι στο θάρρος
εξόριστοι από την απόλαυση
ζώντας μαζεμένοι σε κουκούλια μοναξιάς
μέχρι ν’ αφήσει η αγάπη τον ιερό ναό της
και να εμφανιστεί λυτρωτική μπροστά μας
Να μας σπρώξει στη ζωή.
Η αγάπη φτάνει
και την ακολουθεί η έκσταση
με παλιές αναμνήσεις ευχαρίστησης
αρχαίες ιστορίες πόνου.
Αν είμαστε τολμηροί,
η αγάπη σπάει τα δεσμά του φόβου
απ’ τις ψυχές μας.
Αποκοβόμαστε απ’ την ντροπή μας
Και κάτω απ’ τη λάμψη τους φωτός της
Τολμούμε να φανούμε γενναίοι
Ώσπου ξαφνικά βλέπουμε
ότι η αγάπη κοστίζει
ό,τι είμαστε και ό,τι θα γίνομε.
Ωστόσο, είναι μόνο η αγάπη,
Που μπορεί να μας απελευθερώσει.

ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΣΑΙ
(WHEN YOU COME)
Όταν έρχεσαι σε μένα, απρόσκλητος,
Νεύοντάς μου
Σε αλλοτινά δωμάτια,
Όπου στέκονται οι αναμνήσεις,
Προσφέροντάς μου, όπως σε παιδί, μια σοφίτα
με συναντήσεις λιγοστών ημερών,
Μπιχλιμπίδια κλεμμένων φιλιών,
Ψεύτικα κοσμήματα από δανεικές αγάπες,
Μπαούλα μυστικών λέξεων,
Εγώ κλαίω.
ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΟΞΟΛΟΓΗΜΑ
(A CONCEIT)
Δώσε μου το χέρι σου
Κάνε χώρο και για μένα
Για να οδηγήσω και να σ’ ακολουθήσω
Πέρα απ’ αυτή τη λύσσα της ποίησης.
Άσε τους άλλους να ’χουν
Την ιδιωτικότητα
Των συγκινησιακών λέξεων
Και την αγάπη
Για την απώλεια της αγάπης.
Για μένα,
Δώσε μου το χέρι σου.

ΑYΠΝΗ
(INSOMNIAC)
Είναι κι αυτές οι νύχτες
που ο ύπνος με περιγελά
ακατάδεχτος, απόμακρος.
Κι ό,τι πονηριά κι αν σκεφτώ
προσδοκώντας
τη συντροφιά του και μόνο,
πέφτει θαρρείς στο κενό
σαν τον πληγωμένο μου εγωισμό
αφήνοντας πίσω τόσο πόνο.

ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ
(PASSING TIME)
Το δέρμα σου σαν αυγή
Το δικό μου σαν μοσχοκάρυδο
Ο ένας ζωγραφίζει την αρχή
Ενός βέβαιου τέλους
Ο άλλος, το τέλος
Μιας σίγουρης αρχής

Γνωρίζω γιατί τραγουδούν τα πουλιά στα κλουβιά
(I know why the caged bird sings)
Το ελεύθερο πουλί χοροπηδάει
Πάνω στου ανέμου τη πλάτη
Κι απ’ την ορμή του παρασύρεται
Ώσπου το ρεύμα του να τελειώσει
Και βυθίζει τα φτερά του
στις πορτοκαλιές ηλιαχτίδες
τολμώντας να ζητήσει
τον ουρανό δικό του.
Μα ένα πουλί που νευρικά βαδίζει
Μες στο στενό κλουβί του
Σπάνια μπορεί να δει παραπέρα
Απ’ της οργής του τα κάγκελα
Τα φτερά του είναι κομμένα και
Τα πόδια του δεμένα
Οπότε ανοίγει το λαιμό του
Να κελαηδήσει.
Στο κλουβί, το πουλί κελαηδάει
Μ’ ένα τιτίβισμα φοβισμένο
Για κείνα, τ’ άγνωστα
Που ακόμα τόσο λαχταρά.
Κι η μελωδία του ακούγεται
Στο μακρινό το λόφο
Γιατί το πουλί στο κλουβί
τραγουδάει για την ελευθερία.
Το ελεύθερο πουλί συλλογίζεται
Το επόμενο αεράκι που θα φτάσει
Και τους ανέμους να γλυκαίνουν
Μέσα από την ανάσα των δέντρων
Και τα παχιά σκουλήκια να καρτερούν
Πάνω στο φωτεινό της αυγής γρασίδι
Και αποκαλεί πια
όλον τον ουρανό
Δικό του.
Μα στο κλουβί, ένα πουλί στέκει
πάνω στον τάφο των ονείρων
Η σκιά του φωνάζει σε ένα εφιαλτικό ρεύμα
Τα φτερά του είναι κομμένα και τα πόδια του δεμένα
Οπότε ανοίγει το λαιμό του
Να κελαηδήσει.
Στο κλουβί, το πουλί κελαηδάει
Μ’ ένα τιτίβισμα φοβισμένο
Για κείνα, τ’ άγνωστα
Που ακόμα τόσο λαχταρά.
Κι η μελωδία του ακούγεται
Στο μακρινό το λόφο
Γιατί το πουλί στο κλουβί
τραγουδάει για την ελευθερία.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Αγγέλου Μάγια · Αγγιγμένοι από έναν Άγγελο
Απόσπασμα
«Μα σκέψου, στα δώδεκά μου χρόνια να με ξεριζώσουν από το Σπίτι των Ανεμοδαρμένων, από όλα όσα γνώριζα κι αγαπούσα, και να με κάνουν κυρία Λίντον, σύζυγο ενός ξένου, αποκομμένη για πάντα από τον παλιό μου κόσμο! Βλέπεις πόσο τρομερό ήταν... Κι ας κουνάς το κεφάλι σου, Νέλλυ· κι εσύ έχεις το μερίδιο της ευθύνης σου. Έπρεπε να είχες μιλήσει στον Έντγκαρ, να τον είχες πείσει να μ' αφήσει ήσυχη... Ω, είμαι ολόκληρη ένα κλάμα! Μακάρι να βρισκόμουν έξω τώρα! Να ήμουν πάλι ένα μικρό κορίτσι, άγριο, ατρόμητο και ελεύθερο, που γελούσε με τις προσβολές και τα πειράγματα αντί να τρελαίνεται απ' αυτά! Γιατί άλλαξα τόσο; Γιατί δυο λόγια είναι αρκετά για να βάλουν φωτιά στο αίμα μου; Ω, είμαι βέβαιη πως θα ξανάβρισκα τον παλιό μου εαυτό, αν βρισκόμουν πάλι ανάμεσα στα ρείκια των βουνών μου! Άνοιξε το παράθυρο... ορθάνοιχτο! Κράτησέ το έτσι! Γρήγορα! Γιατί στέκεσαι ακίνητη;»

«Γιατί δεν σκοπεύω να σας αφήσω να παγώσετε», αποκρίθηκα.

«Δηλαδή μου αρνείσαι τον αέρα που με κρατά στη ζωή; Δεν είμαι ακόμη τόσο αδύναμη! Θα το ανοίξω μόνη μου!»

Ξεγλίστρησε από το κρεβάτι προτού προλάβω να τη συγκρατήσω, έφτασε ως το παράθυρο, το άνοιξε με ορμή και γέρνοντας προς τα έξω άφησε τον παγωμένο άνεμο να τη χτυπά αλύπητα στους ώμους. Όσα κι αν της είπα, δεν δεχόταν να απομακρυνθεί· ώσπου στο τέλος αναγκάστηκα να προσπαθήσω να την τραβήξω με τη βία.

[...]

Κάθριν

«Αν όλα τ' άλλα χάνονταν κι εκείνος έμενε, θα συνέχιζα να υπάρχω. Κι αν όλα τ' άλλα έμεναν κι εκείνος χανόταν, τότε ολόκληρο το σύμπαν θα γινόταν για μένα ένας απέραντος ξένος τόπος.»

Χήθκλιφ

«Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τη ζωή μου! Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την ψυχή μου!»

Κάθριν

«Ποιο νόημα θα είχε η ύπαρξή μου, αν περιοριζόταν μονάχα στον εαυτό μου; Οι μεγάλες μου δυστυχίες σ' αυτόν τον κόσμο ήταν οι δυστυχίες του Χήθκλιφ· τις είδα όλες, τις έζησα όλες από την πρώτη στιγμή. Η μεγάλη μου σκέψη στη ζωή είναι εκείνος. Αν όλα χάνονταν κι εκείνος έμενε, θα συνέχιζα να υπάρχω. Κι αν όλα έμεναν κι εκείνος χανόταν, τότε το σύμπαν θα γινόταν για μένα ένας ξένος και τρομακτικός τόπος. Δεν θα είχα πια θέση μέσα του.

Η αγάπη μου για τον Λίντον μοιάζει με το φύλλωμα του δάσους· ξέρω πως ο χρόνος θα την αλλάξει, όπως ο χειμώνας αλλάζει τα δέντρα. Η αγάπη μου για τον Χήθκλιφ μοιάζει με τους αιώνιους βράχους που βρίσκονται από κάτω· δεν προσφέρει πολλή χαρά, μα είναι αναγκαία όσο η ίδια η γη.

Νέλλυ, εγώ ΕΙΜΑΙ ο Χήθκλιφ. Είναι πάντοτε, πάντοτε μέσα στη σκέψη μου. Όχι σαν πηγή ευτυχίας — όπως ούτε ο ίδιος μου ο εαυτός είναι πάντα πηγή ευτυχίας — αλλά σαν την ίδια μου την ύπαρξη. Είναι ο ίδιος μου ο εαυτός.»
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Μπροντέ · Έμιλυ Μπροντέ, Ανεμοδαρμένα ύψη
Απόσπασμα
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ «ΥΨΙΚΑΜΙΝΟ»
Εκδότης ΑΓΡΑ, Νοέμβριος 2011

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια.
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα
και απʼ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία
του περασμένου έπους.
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη.
Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας.
Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας
και της κάθε μας ευχής
εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν
εις κάθε ένθερμον
αναμόχλευσιν των υπαρχόντων.
Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον
δέρας της υπάρξεώς μας.

ΑΠΟ ΤΗΝ «ΕΝΔΟΧΩΡΑ»
(Εκδότης ΑΓΡΑ, Μάρτιος 2008)
ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΡΦΥΡΑΣ
Kαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο
Στα κάγκελα του κήπου
ανοίγουν τα φτερά τους τα πουλιά
H γειτνίασις του ποταμού τα προσελκύει
Tο πάθος του γυπαετού για το άσπρο περιστέρι
Eίναι αποκορύφωμα βουνού με χιονισμένη κορυφή
Όταν λυώνουν οι πάγοι τραγουδάμε στις κοιλάδες
Tα νερά μάς μεθούν
Oι κόρες των ματιών μας πλένουν τους θησαυρούς των
Άλλες ξανθές και άλλες μελαχροινές
Έχουν στην όψι τους την ανταύγεια των ελπίδων μας
Έχουν στο στήθος τους το γάλα της ζωής μας
K' εμείς στεκόμαστε τριγύρω τους
Παντοτινά κελεύσματα μας περιβάλλουν
Oι θρόμβοι των βουνών πάλλονται και διαλύονται
Tα χιόνια τους είναι τραγούδια
της ελεύσεως των νέων χρόνων
Tα χρόνια αυτά είναι η ζωή μας
Mέσ' στις κουφάλες τους αναπαύονται το μεσημέρι τα πουλιά
Kαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο της διευρύνσεως
Kαμιά φορά γινόμαστε κλεψύδρες
K' οι σπόγγοι σφαδάζουν για την κάθε μας σταγόνα.

(από την Oκτάνα, Ίκαρος 1980)
Εις την Οδόν των Φιλελλήνων
Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ' τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ' στην καρδιά των Aθηνών, μέσ' στην καρδιά του θέρους. Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Aίφνης μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ' στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.

Ήτο Iούλιος. Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο ― από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί - ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.

Nαι, ήτο Iούλιος· και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Nτάπια του Mεσολογγιού και ο Mαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Mεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Aζτέκων.

Tο θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη - η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι. Kαι όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ' όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Kάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ' στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα - οι άνθρωποι και τα κτίσματα - τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως. Tότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:

"Θεέ ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως ! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου".
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Εμπειρίκος · Υψικάμινος
Απόσπασμα
(απόσπασμα)

Η Τζέιν στάθηκε απέναντί του και είπε:

«Νομίζετε πως είμαι ένα άψυχο ον; Μια μηχανή χωρίς αισθήματα; Πως μπορώ να βλέπω να μου αρπάζουν την μπουκιά από τα χείλη και τη σταγόνα του νερού που με κρατά στη ζωή, χωρίς να νιώθω τίποτα; Νομίζετε πως, επειδή είμαι φτωχή, άγνωστη, ασήμαντη στην όψη και μικρόσωμη, δεν έχω ψυχή και καρδιά; Κάνετε μεγάλο λάθος! Έχω ψυχή όση κι εσείς και καρδιά το ίδιο μεγάλη. Κι αν ο Θεός μού είχε χαρίσει ομορφιά και πλούτη, θα σας ήταν τόσο δύσκολο να με αποχωριστείτε όσο είναι τώρα για μένα να φύγω από κοντά σας.

Δεν σας μιλώ τώρα μέσα από τους κανόνες της κοινωνίας, τις συμβάσεις ή ακόμη και την ανθρώπινη σάρκα. Είναι το πνεύμα μου που απευθύνεται στο δικό σας πνεύμα, σαν να είχαμε και οι δύο περάσει το κατώφλι του θανάτου και να στεκόμασταν μπροστά στον Θεό, ίσοι — όπως πραγματικά είμαστε.»

«Ίσοι, όπως πραγματικά είμαστε!» επανέλαβε ο κύριος Ρότσεστερ. Ύστερα με τύλιξε στην αγκαλιά του και είπε:

«Γι' αυτό, Τζέιν, σ' αγαπώ. Εσένα — φτωχή, άγνωστη, μικρόσωμη και χωρίς ιδιαίτερη ομορφιά όπως είσαι — σου ζητώ να γίνεις γυναίκα μου.»

«Τι;» αναφώνησα. «Εγώ; Να γίνω σύζυγος του κυρίου Ρότσεστερ;»

«Ναι, εσύ. Εσύ, το παράξενο, σχεδόν εξωπραγματικό πλάσμα. Σε αγαπώ σαν να είσαι κομμάτι του ίδιου μου του εαυτού. Και σε παρακαλώ να με παντρευτείς.»

Έμεινα σιωπηλή. Πίστεψα πως με περιγελούσε.

«Η μέλλουσα γυναίκα μου βρίσκεται εδώ», είπε ξανά, τραβώντας με κοντά του, «γιατί εδώ βρίσκεται η ίση μου και η αληθινή μου ομότιμη. Τζέιν, θα με παντρευτείς;»

Εξακολουθούσα να μην απαντώ. Εκείνος με κοιτούσε με μια ένταση που έμοιαζε να διαβάζει τα πιο μύχια της ψυχής μου.

«Με αμφιβάλλεις, Τζέιν;»

«Απόλυτα.»

«Δεν έχεις καμία εμπιστοσύνη σε μένα;»

«Όχι ακόμη.»

«Με θεωρείς ψεύτη;»

«Νομίζω πως παίζετε μαζί μου.»

«Σε ρωτώ για ακόμη μία φορά: θα με παντρευτείς;»

Η καρδιά μου έμοιαζε να σταμάτησε. Μέσα μου πάλευαν η ελπίδα και ο φόβος. Ποτέ άλλοτε η ευτυχία δεν είχε φανεί τόσο κοντά μου· και ποτέ δεν είχα δυσπιστήσει απέναντί της τόσο βαθιά.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Μπροντέ · Σάρλοτ Μπροντέ, Τζέιν Έυρ

Εμφανίζονται 1–4 από 4 καταχωρίσεις