Μέσα από την ΑγάπηΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Ρουμί Τζαλαλαντίν · Μέσα από την Αγάπη
γλυκαίνει καθετί πικρό
Μέσα από την Αγάπη
το χάλκινο γίνεται χρυσό
Μέσα από την Αγάπη
το θολό κρασί γίνεται εκλεκτό
Μέσα από την Αγάπη
ο κάθε πόνος γίνεται γιατρικό
Μέσα από την Αγάπη
οι νεκροί θα αναστηθούν
Μέσα από την Αγάπη
οι βασιλιάδες δούλοι θα γενούν
!
33 ποιήματα για την αγάπη
Ανακάλυψε ποιήματα για την αγάπη μέσα από τη φωνή σημαντικών ποιητών. Στίχοι που προσεγγίζουν το συναίσθημα μέσα από διαφορετικές εποχές και προσωπικές εμπειρίες.
Απόδοση Ι. ΚακριδήςΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Σαπφώ · Υμνος στην Αφροδίτη
Σε στολισµένο θρόνο εσύ που κάθεσαι
και πλέκεις δόλους, Αφροδίτη αθάνατη,
µη βασανίζεις την ψυχή µου, ∆έσποινα,
µε έγνοιες και βάσανα·
µόν’ έλα εδώ, όπως ήρθες κι άλλοτε,
που από µακριά το κάλεσµά µου τ’ άκουσες
κι αφήκες το παλάτι του πατέρα σου,
κι’ έζεψες να ’ρθεις το χρυσό σου το αµάξι.
Κι όµορφα σου το σέρνανε
γοργά στρουθιά φτεροκοπώντας σβέλτα
από ψηλά, στη µαύρη γης ολόγυρα,
µες στον αιθέρα.
Σε λίγο φτάσαν.
Τότε εσύ, ω µακάρια,
µε την αθάνατη όψη χαµογέλασες
και ρώτησες σαν τι έχω πάθει πάλι,
γιατί σε κράζω·
τί λαχταράει η καρδιά µου η ξέφρενη
τόσο πολύ· ποιαν η Πειθώ γυρεύεις,
Ψάπφα, να φέρει πάλι στην αγάπη σου,
σαν ποια σ’ αδίκησε;
Φεύγει; Σε λίγο θα σε κυνηγήσε·
δεν παίρνει δώρα; Γρήγορα θα δώσει·
δεν αγαπά; Σε λίγο θ’ αγαπήσει,
θέλει δε θέλει!
Έλα, θεά, και τώρα, γλίτωσέ µε
απ’ τη βαριά την έγνοια,
κάνε µού τα τα όσα ποθεί η καρδιά να γίνουν,
έλα ατή σου διαφέντεψέ µε!
Θα πεθάνεις και θα κείτεσαι, και µήτε
θ’ αποµείνει η θύµησή σου σε κανέναν,
µήτε και καηµός για σέ, τι οι Μούσες σού ’χουν
της Πιερίας αρνηθεί τα ρόδα, κι έτσι
και στον Κάτω Κόσµο ασήµαντη θα µείνεις,
σα βρεθείς µε τις σκιές των πεθαµένων.
.....
Άλλοι το ιππικό, άλλοι το πεζικό,
κάποιοι το ναυτικό
ορίζουν πως είναι το οµορφότερο πράγµα
πάνω στη µαύρη γη.
Όµως εγώ εκείνο που καθένας ερωτεύεται.
Κι έχω εξήγηση απλή, όλοι νοµίζω θα την ασπαστούν.
Γιατί εκείνη, η αξεπέραστη στον κόσµο καλλονή,
η Ελένη, παράτησε πανάριστον τον άντρα της
κι ανέβηκε στο πλοίο για την Τροία.
Ούτε που νοιάστηκε για το παιδί της,
µήτε για τους γονείς της.
Της συνεπήρε η Κύπρις το µυαλό.
Έτσι κι εγώ στοχάζοµαι την Ανακτορία απούσα.
Πώς θα ᾽θελα το εράσµιο βήµα της να δω,
τη φεγγοβόλα λάµψη του προσώπου. Όχι αµάξια λυδικά
και πάνοπλους πεζούς να µάχονται.
(Απόδοση ∆. Μαρωνίτης)
Ήταν αυτή την ημέρα που οι ακτίνες του ήλιουΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Πετράρχης · Σονέτο νο 3
Είχαν σκοτεινιάσει από λύπη για τον δημιουργό τους
Όταν αιχμαλωτίστηκα και δεν υπερασπίστηκα τον εαυτό μου
Επειδή τα λατρευτά σου μάτια με είχαν κατακτήσει, Κυρία.
Δεν μου φαινόταν πως ήταν καιρός να φρουρώ τον εαυτό μου
Ενάντια στης Αγάπης τα χτυπήματα.
Προχωρούσα σίγουρος, ανυποψίαστος, κι έτσι, τα βάσανα
Ξεκίνησαν, ανάμεσα στην δημόσια θλίψη
Ο Έρωτας με βρήκε άοπλο
και άνοιξε το δρόμο για την καρδιά μέσω των ματιών μου
που έχουν γίνει πέρασμα και πύλη των δακρύων μου.
Μου φαίνεται πως αυτό δεν τον τιμά καθόλου
να με πληγώσει με το βέλος του, σ’ αυτή την κατάσταση,
ενώ δε δείχνει καθόλου το τόξο του, σε σας που είστε οπλισμένοι.
Εκείνος που σε κρατάΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Σααντί · Ωδή στην αγαπημένη
γνωρίζει μια ευτυχία πάντοτε νέα.
Ο άφθαρτος παράδεισός του
δεν τον αφήνει να γερνά.
Από τότε που σε αντίκρισα, γνωρίζω
πού να στρέψω τη δέησή μου·
την προσευχή μου
στη δική σου ανατολή υψώνω.
Η πύλη του βωμού
λάμπει από το μέτωπό σου.
Από τον αγρό του πνεύματός μου
ευλόγησα τον κόσμο των αισθήσεων,
γιατί μέσα του αντανακλάται
η πιο πολύτιμη αγάπη.
Τον κόσμο τον απαρνήθηκα·
τι έχει ακόμη να μου χαρίσει;
Η λάμψη των ματιών σου
είναι μαζί η ευτυχία και η οδύνη μου.
Θα σ’ αγαπώ όσο η πνοή της ζωής
θα μένει ακόμη μέσα μου·
κι όταν, τρέμοντας από έρωτα,
εκπνεύσω την ύστατη πνοή.
Όταν στολίζεσαι,
ο έρωτας ηχεί τα πολύβουα τύμπανά του,
κι εραστές, αμέτρητοι εραστές,
ακολουθούν το πέρασμά σου.
Μα ο αληθινός εραστής
δεν πεθαίνει από τις πληγές που του ανοίγεις.
Το δηλητήριο που του προσφέρεις
είναι γι’ αυτόν κρυστάλλινο νερό.
Το φως που αφήνεις πίσω σου
ακολουθεί ο Σααντί.
Κάθε άλλος δρόμος
θα ήταν δρόμος νύχτας δίχως άστρα.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότεΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Πόε Έντγκαρντ · Annabel Lee
Σ’ ένα βασίλειο δίπλα στη θάλασσα
Που κάποια κόρη ζούσε, ίσως την ξέρετε
Άναμπελ Λη ήταν το όνομα της
Κι η κόρη αυτή με μία μόνο σκέψη ζούσε
Να μ’ αγαπά και να την αγαπώ.
Ήμαστε ακόμα τότε και οι δυο παιδιά
Σ’ ένα βασίλειο δίπλα στη θάλασσα
αλλά αγαπιόμαστε με μιαν αγάπη
μεγαλύτερη ακόμα κι από την αγάπη
εγώ και η δική μου Άναμπελ Λη.
Με μιαν αγάπη που τη ζήλευαν
τα φτερωτά τα σεραφείμ στον ουρανό
Μας ζήλευαν εκείνη κι εμένα.
Κι αυτός ήταν ο λόγος που χρόνια πριν
Σε αυτό το βασίλειο δίπλα στη θάλασσα
Φύσηξε ένας άνεμος από ένα σύννεφο
και πάγωσε την όμορφη Άναμπελ μου
Κι έτσι οι συγγενείς της ήρθαν και
την πήραν μακριά από εμένα
να την κλείσουν μέσα σε ένα μνήμα
Στο βασίλειο αυτό δίπλα στη θάλασσα
Οι άγγελοι, που δεν είχαν
ούτε τη μισή δική μας ευτυχία
ζήλεψαν εμένα και εκείνη.
Ναι! Αυτός ήταν ο λόγος
(και το ξέρουν όλοι
στο βασίλειο αυτό δίπλα στη θάλασσα)
ότι ένας άνεμος από ένα σύννεφο τη νύχτα
πάγωσε και σκότωσε την Άναμπελ Λη.
Αλλά η αγάπη μας ήταν πιο δυνατή από την αγάπη,
Αυτών που είναι μεγαλύτεροι μας,
Αυτών που είναι σοφότεροι από εμάς.
Και ούτε οι άγγελοι στον παράδεισο ψηλά
ούτε οι δαίμονες κάτω από τη θάλασσα
μπορούν να χωρίσουν την ψυχή μου
από την ψυχή της Άναμπελ Λη.
Γιατί το φεγγάρι ποτέ δε φέγγει
χωρίς να μου φέρει όνειρα
της όμορφης Άναμπελ Λη
και τα αστέρια δε βγαίνουν ποτέ,
μόνο νιώθω τα λαμπερά μάτια
της όμορφης Άναμπελ Λη
Και έτσι, όλη τη νύχτα,
ξαπλώνω δίπλα από την αγαπημένη μου,
τη ζωή μου και τη γυναίκα μου
στο μνήμα δίπλα από τη θάλασσα
στον τάφο της εκεί που σκάει το κύμα.
Σε ονόμασα βασίλισσα.Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Νερούδα · «Η Βασίλισσα» (La Reina)
Υπάρχουν ψηλότερες από σένα, ψηλότερες.
Υπάρχουν πιο αγνές από σένα, αγνότερες.
Υπάρχουν ομορφότερες από σένα, ομορφότερες.
Ma εσύ ‘σαι η βασίλισσα.
Όταν περπατάς στους δρόμους
κανένας δε σ’ αναγνωρίζει.
Κανείς δε βλέπει την κρυστάλλινη κορώνα σου,
Κανείς δεν βλέπει τον τάπητα από κόκκινο χρυσό
που πατάς καθώς περνάς,
τον τάπητα που δεν υπάρχει.
Κι όταν προβάλλεις,
Σημαίνουν όλα τα ποτάμια
το σώμα μου, τον ουρανό
τραντάζουν οι καμπάνες
Κι ένας ύμνος τον κόσμο γεμίζει
Μονάχα εσύ κι εγώ,
μονάχα εσύ κι εγώ, έρωτα μου,
τον ακούμε.
Από περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τεύχος 1140,
μετάφραση ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΡΘΕΝΗΣ
Λαμπρό αστέρι, να μπορούσα να είμαι σταθερός σαν κι εσένα—Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Κητς Τζον · Λαμπρό Αστέρι
όχι όμως μόνος, κρεμασμένος στο μεγαλείο της νύχτας,
με βλέφαρα αιώνια ανοιχτά να παρακολουθείς,
σαν τον υπομονετικό, άγρυπνο ερημίτη της Φύσης,
τα κινούμενα νερά στο ιερό τους έργο,
να εξαγνίζουν αδιάκοπα τις ανθρώπινες ακτές της γης·
ή να κοιτάζεις το απαλό, νεοπεσμένο πέπλο
του χιονιού πάνω στα βουνά και στους λειμώνες.
Όχι—μα να μένω πάντοτε σταθερός, αμετάβλητος,
γερμένος στο ώριμο στήθος της αγαπημένης μου,
νιώθοντας για πάντα τη γλυκιά του άνοδο και πτώση,
άγρυπνος για πάντα μέσα σε μια γλυκιά ανησυχία,
να ακούω αδιάκοπα την τρυφερή της ανάσα·
κι έτσι να ζω για πάντα — ή αλλιώς να σβήσω στον θάνατο.
ΑποσπάσματαΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Οβίδιος · Έρωτες
Βιβλίο 1 Ελεγεία 6
Θυρωρέ που με βαριές σ’ έδεσαν αλυσίδες
-πόσο απάνθρωπο!-
την πεισματάρα πόρτα σήκω να ανοίξεις.
Δεν σου ζητώ πολλά: μια χαραμάδα μοναχά,
από την πόρτα τη μισάνοιχτη
στο πλάι γυρνώντας να χωρέσω.
Η πολύχρονη θητεία μου στον έρωτα
μού ‘κανε το κορμί λυγερό,
κατάλληλο για κάτι τέτοια,
λιγόστεψε το βάρος μου κι έγινα ευέλικτος.
Ο έρωτας σού δείχνει
πώς να ξεγλιστράς ανάμεσα
από τους φρουρούς και τις σκοπιές τους,
κατευθύνει τα βήματά σου
πέρα από τις κακοτοπιές.
Κάποτε φοβόμουν της νύχτας το σκοτάδι
και τα ψεύτικα αγάλματα,
και θαύμαζα αυτούς
που νυχτοπερπατούσανε.
Γέλασε τότε ο Έρωτας –
έτσι που να τον ακούσω
καθώς και η τρυφερή του μάνα,
και σιγανά μου λένε:
«θα γίνεις και συ γενναίος»!
Αμέσως σχεδόν ερωτεύθηκα˙
δεν με σκιάζουν πια της νύχτας
οι ιπτάμενες σκιές
ούτε φοβάμαι τα δολοφονικά τα χέρια.
Φοβάμαι εσένα που δεν κάνεις τίποτα,
εσένα μόνο κολακεύω,
Εσύ κρατάς τον κεραυνό
που θα μπορούσε να με κάψει.
Δες – τράβα τον σύρτη λίγο για να δεις
πόσο μούσκεμα έγινε η πόρτα
από τα δάκρυά μου.
Τη μέρα εκείνη που γυμνός και τρεμάμενος
περίμενες τον βούρδουλα
Εγώ δε μίλησα στην κυρά σου και σε γλύτωσα;
Λοιπόν, εκείνη η χάρη που κάποτε σ’ ωφέλησε
Δεν έχει σημασία τώρα που βρίσκομαι σ’ ανάγκη;
Τι έγκλημα!
Ανταπόδωσε το καλό που σου έκανα!
Ιδού η ευκαιρία που θέλεις
για να δείξεις την ευγνωμοσύνη σου!
Η νύχτα περνάει
βγάλε το μάνταλο από την πόρτα!
Βγάλτο κι εγώ σου εύχομαι να γλιτώσεις
κάποτε απ’ τη μακριά αλυσίδα
και της σκλαβιάς το νερό να πάψεις να πίνεις.
Άτεγκτε θυρωρέ, άδικα σε παρακαλώ,
δεν δίνεις σημασία
Αμπαρωμένη με σκληρά δοκάρια
η πόρτα δεν ανοίγει!
Για να προφυλαχτούν κρατούν
τις πύλες τους κλειστές
οι πόλεις που πολιορκούνται
Γιατί φοβάσαι εσύ ένοπλη επίθεση
εν καιρώ ειρήνης;
Αν κλειδώνεις έτσι εραστές απέξω,
τι θα έκανες στον εχθρό σου;
Η νύχτα περνάει
βγάλε το μάνταλο από την πόρτα!
Δεν έρχομαι εγώ με συνοδεία
οπλισμένων στρατιωτών.
Θα ήμουν ολομόναχος
αν δίπλα μου δεν είχα
τον σκληρό έρωτα.
Ν’ απαλλαγώ απ’ αυτόν,
ακόμη και αν το ήθελα,
ποτέ δεν θα μπορούσα,
πρώτα θα αποχωριζόμουν
από τα ίδια μου τα μέλη.
Η συντροφιά μου, λοιπόν,
είναι μονάχα ο έρωτας και λιγοστό κρασί,
όσο να βρέξω το λαρύγγι μου
κι ένα στεφάνι που κάθεται στραβά
στα γυαλισμένα μαλλιά μου.
Ποιός θα φοβόταν αυτά τα όπλα
και θα ήθελε να τα αποφύγει;
Η νύχτα περνάει βγάλε το μάνταλο
από την πόρτα!
Σαν να μη δίνεις σημασία,
μήπως σε πήρε ο ύπνος
– που να σε πάρει και να σε σηκώσει
και δεν ακούς τα λόγια ενός ερωτευμένου
κι εγώ μιλάω στον αέρα;
Κι όμως θυμάμαι ότι παλιότερα,
όταν από σένα να κρυφτώ ήθελα,
Ως τα περασμένα μεσάνυχτα έμενες άγρυπνος.
Ίσως μια φιλενάδα σου
να σου κρατάει τώρα παρέα μαζί με μένα
Αχ, πόσο καλύτερη είναι η τύχη σου
από τη δική μου!
Αφού είν’ έτσι,
πέρασε σε μένα τα σκληρά δεσμά σου!
Η νύχτα περνάει
βγάλε το μάνταλο από την πόρτα!
Ακούστηκαν οι μεντεσέδες να γυρίζουνε ή κάνω λάθος;
Ήρθε στο κατώφλι κανείς κι έκανε θόρυβο;
Λάθος! Ο αέρας ήταν που με δύναμη
την πόρτα έσπρωξε και – δυστυχία μου
τις ελπίδες μου κατασκόρπισε!
Στ’ όνομα της Ωρείθυιας, Βοριά,
που κάποτε απήγαγες
έλα στο πλευρό μου και μ’ ένα φύσημα
χτύπα την κουφή αυτή πόρτα.
Όλη η πόλη είναι σιωπηλή και η νύχτα˙
στάζοντας διάφανη δροσιά
περνά από στιγμή σε στιγμή˙
βγάλε το μάνταλο από την πόρτα.
Ειδάλλως είμαι ο ίδιος έτοιμος τώρα
δα με του δαυλού τις φλόγες και με σίδερο
Επίθεση να κάνω
στ’ ακατάδεκτο το σπίτι σου.
Η νύχτα, ο έρωτας και το κρασί
δεν με σπρώχνουν να δείξω αυτοσυγκράτηση˙
Η πρώτη από ντροπή δεν γνωρίζει,
ο έρωτας και το κρασί δεν ξέρουν από φόβο.
Τα πάντα δοκίμασα,
ούτε προσευχές ούτε απειλές
σε συγκινούν εσένα
που κι από την πόρτα πιο σκληρός
φαίνεται να είσαι.
Δεν θα έπρεπε εσύ να φυλάς μιας όμορφης γυναίκας,
το κατώφλι- μπουντρούμι
α σου αξίζανε να φυλάς.
Το παχνιασμένο άρμα του ετοιμάζει ο Αυγερινός
και τα πουλιά ξυπνούν
για τη δουλειά του τον κοσμάκη.
Όμως εσύ στεφάνι άτυχο
που σ’ έβγαλαν από το μέτωπο μου,
ώσπου να ξημερώσει μείν’ εδώ
σε τούτο το σκληρό κατώφλι!
Μάρτυρας να σαι
για τις δύσκολες ώρες που πέρασα
όταν θα βγει η κυρά το πρωί
κι εδώ σε βρει ριγμένο
Κύριε θυρωρέ έχε γεια,
όποιος και ό,τι κι αν είσαι!
Με τιμή φεύγω και σε χαιρετώ
εσένα τον αδιάλλακτο και υπεύθυνο
για τον αποκλεισμό ενός εραστή!
Κι εσείς, επίσης,
σκληρό κατώφλι
κι άσπλαχνα θυρόφυλλα
κι αλύγιστα δοκάρια,
γεια και χαρά σας.
Κανένα εμπόδιο δεν αναγνωρίζωΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Σαίξπηρ · Σονέτο 116
στην ένωση πιστών καρδιών.
Δεν είναι αγάπη η αγάπη
που αλλάζει όταν βρίσκει αλλαγή,
ή λυγίζει όταν κάποιος πάει να την λυγίσει.
Όχι· είναι φάρος πάντα ακλόνητος,
που αντικρίζει τις θύελλες και δεν σαλεύει ποτέ·
είναι το άστρο κάθε πλοίου που πλανιέται,
του οποίου η αξία είναι ανεκτίμητη,
κι ας μπορεί να μετρηθεί το ύψος του.
Δεν είναι η αγάπη παιχνίδι του χρόνου,
κι ας πέφτουν στα δρεπάνια του
ρόδινα χείλη και μάγουλα.
Η αγάπη δεν αλλάζει
με τις σύντομες ώρες και τις εβδομάδες,
αλλά αντέχει ως την άκρη της καταστροφής.
Κι αν αυτό είναι πλάνη και μου αποδειχθεί,
τότε ποτέ δεν έγραψα,
και κανένας άνθρωπος ποτέ δεν αγάπησε.
Ιδού από τι είναι πλασμένοΔιάβασε ολόκληρο το ποίημα Απολλιναίρ · Το τραγούδι του έρωτα
το συμφωνικό τραγούδι του Έρωτα.
Υπάρχει το τραγούδι του έρωτα των περασμένων καιρών,
ο ήχος από τα ξέφρενα φιλιά των ξακουστών εραστών,
οι κραυγές του έρωτα των θνητών γυναικών
που τις άρπαξαν οι θεοί.
Η ανδρεία των μυθικών ηρώων,
ορθωμένη σαν αντιαεροπορικά πυροβόλα.
Το πολύτιμο ουρλιαχτό του Ιάσονα.
Το θανάσιμο άσμα του κύκνου.
Κι ο θριαμβευτικός ύμνος
που οι πρώτες ακτίνες του ήλιου
έκαναν να ψάλει ο ακίνητος Μέμνονας.
Υπάρχει η κραυγή των Σαβίνων τη στιγμή της αρπαγής.
Υπάρχουν ακόμη οι ερωτικές κραυγές των αιλουροειδών
μέσα στη ζούγκλα.
Το βαθύ μουρμούρισμα των χυμών
που ανυψώνονται στα τροπικά φυτά.
Η βροντή των πυροβολικών
που ολοκληρώνουν τον τρομερό έρωτα των λαών.
Τα κύματα της θάλασσας,
εκεί όπου γεννιούνται η ζωή και η ομορφιά.
Εκεί βρίσκεται το τραγούδι
ολόκληρου του έρωτα του κόσμου.
Τον αγαπούσε και την αγαπούσε.Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Χιούζ Τεντ · Ερωτικό τραγούδι
Με τα φιλιά του ρουφούσε ολόκληρο το παρελθόν
και το μέλλον της,
ή τουλάχιστον προσπαθούσε.
Τέτοιας λογής ήταν η όρεξή του.
Τον δάγκωνε, τον μασούσε, τον ρουφούσε.
Τον ήθελε ολόκληρο μέσα της,
ασφαλή και σίγουρο για πάντα.
Οι μικρές κραυγές τους φτερούγιζαν στις κουρτίνες.
Τα μάτια της δεν ήθελαν ν’ αφήσουν τίποτα να ξεφύγει.
Τα βλέμματά της κάρφωναν τα χέρια του, τους καρπούς του, τους
αγκώνες του.
Τη γράπωσε δυνατά, έτσι ώστε η ζωή
να μην μπορέσει να την αρπάξει από αυτή τη στιγμή.
Ήθελε όλο το μέλλον να πάψει.
Ήθελε να ρίξει τα μπράτσα του γύρω της
και να πετάξουν πέρα από την όχθη αυτής της στιγμής,
στο τίποτα ή στην αιωνιότητα ή σε ό,τι τελοσπάντων υπάρχει.
Το αγκάλιασμά της ήταν μια τεράστια προσπάθεια
να τον αποτυπώσει στα κόκαλά της.
Το χαμόγελό του, η σοφίτα ενός νεραϊδένιου παλατιού,
όπου ο αληθινός κόσμος δεν θα έμπαινε ποτέ.
Το χαμόγελό της, δάγκωμα αράχνης,
να τον κρατήσει ακίνητο μέχρι να νιώσει πείνα.
Τα λόγια του, στρατός κατοχής.
Το γέλιο της, δολοφονική απόπειρα.
Η μορφή του, βόλι, στιλέτο εκδίκησης.
Το βλέμμα της, φάντασμα στη γωνία με φρικτά μυστικά.
Το ψιθύρισμά του, μαστίγιο και δερμάτινη μπότα.
Τα φιλιά της, δικηγόροι που γράφουν ακατάπαυστα.
Τα χάδια του, τα τελευταία δολώματα ενός ναυαγού.
Τα χάδια της, τριγμοί από κλειδωνιές.
Και οι βαθιές κραυγές τους να έρπουν στο πάτωμα
σαν ένα ζώο που σέρνει μια μεγάλη παγίδα.
Οι υποσχέσεις του, χειρουργική μάσκα.
Οι υποσχέσεις της αφαίρεσαν την κορυφή του κρανίου του
για να φτιάξει απ’ αυτό ένα κόσμημα.
Οι όρκοι του εξόρισαν τους τένοντές της
για να της δείξει πώς φτιάχνουν έναν ερωτικό κόμπο.
Οι όρκοι της έβαλαν τα μάτια του στη φορμόλη,
στο πίσω μέρος του κρυφού της συρταριού.
Τα ουρλιαχτά τους κολλούσαν στον τοίχο.
Τα κεφάλια τους χωρίστηκαν στον ύπνο σαν τα δύο μισά
ενός πεπονιού.
Αλλά είναι δύσκολο να σταματήσει ο έρωτας.
Στον περιελισσόμενο ύπνο τους αντάλλαξαν χέρια και πόδια.
Στα όνειρά τους πήραν ο ένας τον άλλον όμηρο.
Το πρωί φορούσαν ο ένας το πρόσωπο του άλλου.
*Από τη συλλογή Crow (1970)*
### Τέλειο φως
Να ’σαι, με όλη σου την αθωότητα,
καθισμένη ανάμεσα στους ασφόδελούς σου,
σαν σε φωτογραφία στημένη με τον τίτλο «Αθωότητα».
Τέλειο φως στο πρόσωπό σου
το φωτίζει σαν ασφόδελο.
Όπως για καθέναν από κείνους τους ασφόδελους,
έμελλε να είναι ο μοναδικός σου Απρίλιος στη γη,
ανάμεσα στους ασφόδελούς σου.
Στην αγκαλιά σου, σαν αρκουδάκι, ο νέος σου γιος,
μόνο λίγες εβδομάδες μέσα στην αθωότητά του.
Η Μητέρα και το βρέφος, όπως σε μια Άγια Εικόνα.
Και δίπλα σου, χαμογελώντας σου,
η κόρη σου, ούτε δυο ετών.
Σαν ασφόδελος στρέφεις το κεφάλι σου σ’ εκείνη,
λέγοντάς της κάτι.
Τα λόγια σου χάθηκαν στη φωτογραφική μηχανή.
Και η γνώση —
στο ύψωμα που καθόσουν,
ένας οχυρωμένος λόφος,
μεγαλύτερος απ’ το σπίτι σου,
αδύνατο να χωρέσει στη φωτογραφία.
Και η επόμενη στιγμή σου σε πλησιάζει σαν πεζικάριος
που επιστρέφει αργά απ’ την ουδέτερη ζώνη,
σκυφτός κάτω από κάτι.
Ποτέ δεν σε έφτασε —
απλώς έλιωσε μέσα στο τέλειο φως.
*Από τη συλλογή Birthday Letters (1998)*
Η αγάπη δεν είναι το παν:Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Μιλλέυ Έντνα · Η αγάπη δεν είναι το παν
δεν είναι κρέας ούτε ποτό,
ούτε ύπνος ούτε στέγη
ενάντια στη βροχή·
ούτε ακόμη ένα επιπλέον ξύλο
για τους ανθρώπους που βουλιάζουν
και ανεβαίνουν και βουλιάζουν
και πάλι ανεβαίνουν·
Η αγάπη δεν μπορεί να γεμίσει
με ανάσα τον βαρύ πνεύμονα,
ούτε να καθαρίσει το αίμα,
ούτε να ενώσει το σπασμένο κόκαλο·
κι όμως πολλοί άνθρωποι
κάνουν φίλο τους τον θάνατο,
ακόμη κι αυτή τη στιγμή που μιλώ,
μόνο και μόνο από έλλειψη αγάπης.
Ίσως, σε μια δύσκολη ώρα,
καρφωμένη από τον πόνο
και βογκώντας για λύτρωση,
ή κυνηγημένη από μια ανάγκη
πέρα από τη δύναμη της αντοχής,
να μπορούσα να οδηγηθώ
να πουλήσω την αγάπη σου για ειρήνη,
ή να ανταλλάξω τη μνήμη αυτής της νύχτας
για λίγη τροφή.
Ίσως να μπορούσε να συμβεί.
Δεν νομίζω πως θα το έκανα.
Εμφανίζονται 1–12 από 33 καταχωρίσεις