13 ποιήματα για τη μοναξιά

Ανακάλυψε ποιήματα για τη μοναξιά μέσα από τη φωνή σημαντικών ποιητών. Στίχοι που προσεγγίζουν το συναίσθημα μέσα από διαφορετικές εποχές και προσωπικές εμπειρίες.

Ποίημα
Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου
το γέλιο σου με τον ήλιο
το σίφουνα, τον αγέρα
με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου.
Αν κλάψεις για τα παιδάκια
με τις ρόδινες ανταύγειες
του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν
με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά
θα βρεις τη μοναξιά σου.
Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου
μες στα αδιάφορα μάτια τους θα ’ναι γραμμένη
απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.
Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης
και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους
θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω
γιατί δε θα το μπορούν, θα ‘ναι βαρύ γι’ αυτούς
και θα ’ναι πάλι η μοναξιά σου.
Αν φωνάξεις την αγάπη σου
θα ’ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή
γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες
τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα
όλους τους λασπωμένους δρόμους.
Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη
λαχταριστή, με άλλα λόγια
που δεν την είχες προστάξει εσύ
τα λόγια της μοναξιάς σου.
Θεέ μου, τι θα γίνουμε;
Πώς θα πορευτούμε;
Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;
Μ’ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων
των ψυχών από δίπλα μας;
Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος.
Μια θα ’ναι η Νίκη:
αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Αγγελάκη Κατερίνα · Μοναξιά
Ποίημα
Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα
Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται κι επιβάλλονται
πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει: το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου
χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι
ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω
κι ας είμαι σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά
λέω να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Αγγελάκη Κατερίνα · Μόνοι μας
Ποίημα
Φοράμε τη μάσκα που γελά και ψεύδεται,
κρύβει τα μάγουλά μας, σκιάζει τα μάτια·
αυτό το χρέος πληρώνουμε στην ανθρώπινη πανουργία·
με την καρδιά σκισμένη και ματωμένη, χαμογελάμε,
και μιλούμε με μύριες λεπτές αποχρώσεις.

Γιατί ο κόσμος να γνωρίζει τόσο πολλά,
μετρώντας όλα τα δάκρυα και τους αναστεναγμούς μας;
Όχι· ας βλέπει μόνο ό,τι του δείχνουμε,
ενώ φοράμε τη μάσκα.

Χαμογελάμε — μα, ω, μεγάλε Χριστέ, οι κραυγές μας
ανεβαίνουν σε Σένα από τις βασανισμένες ψυχές μας.
Τραγουδάμε — μα, αλίμονο, ο πηλός είναι βαρύς
κάτω απ’ τα πόδια μας, και μακρύς ο δρόμος·
μα ας ονειρεύεται ο κόσμος κάτι άλλο:
φοράμε τη μάσκα.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Ντάνμπαρ Πωλ · Φοράμε τη μάσκα
Ποίημα
Μετάφραση : Γιώργου Σεφέρη
Στον Ezra Pound
(Η πρώτη απο τις 5 ενότητες)

Α. Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε
πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα• σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε την κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στα βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα,
και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια;
Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς,
γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιός,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο,
κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που
δρασκελάει ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ
που ορθώνεται να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.
Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch KindWo weilest du?
«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά
πριν ένα χρόνο•
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε
απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου,
και τα μαλλιά σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.
Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια,
κι εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφθαλμος έμπορας, και τούτο το χαρτί,
Τα’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευχαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν
Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.
Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα,
και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ ! hypocrite lecteur ! – mon semblable, - mon frère ! »
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Ελιοτ Τόμας · Η έρημη χώρα
Ποίημα
[…]
Πόσες εθνικότητες στον κόσμο!
Πόσα επαγγέλματα!
Πόσοι άνθρωποι!
Πόσες μοίρες διαφορετικές μπορεί να κρύβει η ζωή,
η ζωή, τελικά, κατά βάθος, πάντα η ίδια!
Πόσες φάτσες παράξενες!
Όλες οι φάτσες είναι παράξενες
και δεν υπάρχει τίποτα ιερότερο
από το να κοιτάζεις πολύ τους ανθρώπους.
Η αδελφοσύνη τελικά δεν είναι ιδέα επαναστατική.
Είναι κάτι που μας το μαθαίνει η ζωή,
όπου πρέπει να ανεχόμαστε τα πάντα,
και τελικά βρίσκουμε ευχάριστο
αυτό που πρέπει ν' ανεχόμαστε,
και καταλήγουμε να κλαίμε σχεδόν
από τρυφερότητα γι' αυτό που ανεχτήκαμε!
Α, όλα τούτα είναι ωραία,
είναι ανθρώπινα και ταιριάζουν
τόσο με τα ανθρώπινα συναισθήματα,
τόσο κοινωνικά και καθωσπρέπει,
τόσο πολύπλοκα απλά, τόσο μεταφυσικά θλιβερά!
Η πολυτάραχη, η διαφορετική ζωή
μάς διαπαιδαγωγεί τελικά στα ανθρώπινα.
Καημένοι άνθρωποι!
Καημένοι όλοι μας!

Απόσπασμα από την ποιητική σύνθεση:
Θαλασσινή ωδή του Άλβαρο ντε Κάμπος,
μτφρ.-επιμ.: Μαρία Παπαδήμα,
Εκδόσεις Νεφέλη 2012.
Δημοσιευμένο στο e-poema.eu



Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Πεσσόα Φερδινάνδο · Άλβαρο ντε Κάμπος
Ποίημα
Κάποιες φορές, όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα,

ανεβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της RCA

και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάταν —

τα κτίριά μου, τους δρόμους

όπου έζησα τα κατορθώματά μου,

τις σοφίτες, τα κρεβάτια,

τα φτηνά διαμερίσματα —

κάτω εκεί, στην Πέμπτη Λεωφόρο

που κι αυτή κατοικεί μέσα στη μνήμη μου,

με τα αυτοκίνητά της σαν μυρμήγκια,

τα μικρά κίτρινα ταξί,

τους ανθρώπους που περπατούν

σαν μάλλινες κουκκίδες.

Πανόραμα γεφυρών,

ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλιν,

ο ήλιος που δύει στο Νιου Τζέρσεϊ όπου γεννήθηκα

και στο Πάτερσον όπου έπαιζα με τα μυρμήγκια —

οι κατοπινοί μου έρωτες στη Δέκατη Πέμπτη Οδό,

οι μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ίστ Σάιντ,

τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου

μακριά, στο Μπρονξ —

διασταυρωμένες πορείες

μέσα σ' αυτούς τους κρυμμένους δρόμους,

ολόκληρη η ιστορία μου,

οι απουσίες και οι εκστάσεις μου στο Χάρλεμ —

ο ήλιος λάμπει πάνω σε όλα όσα εξουσιάζω

με ένα μόνο ανοιγοκλείσιμο των ματιών

στον ορίζοντα

της έσχατης προσωπικής μου αιωνιότητας —

κι όμως το νόημα παραμένει άπιαστο.

Θλιμμένος,

παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,

σκεφτικός,

και περπατώ στα πεζοδρόμια,

καρφώνοντας το βλέμμα

στις βιτρίνες και στα πρόσωπα των ανθρώπων,

κι ύστερα αναρωτιέμαι

ποιος άραγε αισθάνεται αγάπη,

και στέκομαι,

θολωμένος,

μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων,

χαμένος μέσα σε αδέσποτες σκέψεις,

ενώ πίσω μου η κίνηση

ανεβαίνει και κατεβαίνει

τα τετράγωνα της Πέμπτης Λεωφόρου,

περιμένοντας εκείνη τη στιγμή

που...

θα είναι ώρα να επιστρέψω σπίτι,

να ετοιμάσω το βραδινό μου

και να ακούσω

στο ραδιόφωνο

τα ρομαντικά νέα του πολέμου.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Γκίνσμπεργκ Άλεν · Ο Θλιμμένος μου Εαυτός
Ποίημα
(απόσπασμα)
Αξιοποίησε το χρόνο!
Αχ, αφήστε με να μην αξιοποιήσω τίποτα!
Ούτε από το χρόνο ούτε από την ύπαρξη,
Ούτε από τις αναμνήσεις του χρόνου ή της ύπαρξης!
Αφήστε με να είμαι ένα φύλλο δέντρου, τρέμοντας στο αεράκι,
Η σκόνη ενός δέντρου αθέλητα μοναχικού,
Το συμπτωματικό στάξιμο της βροχής που πια κοπάζει
Το ίχνος που αφήνουν οι τροχοί στο δρόμο,
Μέχρι να περάσουν άλλοι,
Η σβούρα ενός παιδιού, που πάει να σταματήσει,
Που ταλαντεύεται, με την ίδια κίνηση όπως η γη,
Που δονείται, με την ίδια κίνηση όπως η ψυχή,
Και που πέφτει, όπως πέφτουν οι θεοί
στο έδαφος του Πεπρωμένου.

ΧΧΧVI
Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!
Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!
Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…
Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.
Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Πεσσόα Φερδινάνδο · ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ
Ποίημα
"Αν πίστευα πως η απάντησή μου
θα έφτανε ποτέ σ' έναν που θα γύριζε στον κόσμο,
τούτη η φλόγα δε θα σάλευε άλλο.
Μα αφού ποτέ απ' αυτά τα βάθη
κανείς δεν γύρισε ζωντανός, αν είναι αλήθεια όσα άκουσα,
σου απαντώ δίχως φόβο για την ατίμωση".


Ας πάμε λοιπόν, εσύ κι εγώ,
όταν το δειλινό απλώνεται στον ουρανό
σαν ασθενής ναρκωμένος πάνω σ' ένα χειρουργικό τραπέζι.
Ας διασχίσουμε κάποιους μισοέρημους δρόμους,
τα μουρμουριστά καταφύγια
ανήσυχων νυχτών σε φτηνά ξενοδοχεία μιας βραδιάς
και εστιατόρια με πριονίδι στο πάτωμα και όστρακα στρειδιών.
Δρόμοι που ξετυλίγονται σαν μια κουραστική αντιπαράθεση
με ύπουλο σκοπό,
για να σε οδηγήσουν σε μια συντριπτική ερώτηση...

Μα μη ρωτήσεις: «Ποια είναι;»
Ας πάμε να κάνουμε την επίσκεψή μας.

Μέσα στο δωμάτιο οι γυναίκες έρχονται και φεύγουν,
μιλώντας για τον Μιχαήλ Άγγελο.

Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει την πλάτη της στα τζάμια,
ο κίτρινος καπνός που τρίβει το ρύγχος του στα τζάμια,
γλείφει με τη γλώσσα του τις γωνιές του βραδιού,
στέκει πάνω στα νερά που λιμνάζουν στις υδρορροές,
αφήνει στην πλάτη του να πέσει η αιθάλη των καμινάδων,
γλιστρά δίπλα από τη βεράντα, κάνει ένα ξαφνικό άλμα
και, βλέποντας πως είναι μια γλυκιά νύχτα του Οκτωβρίου,
κουλουριάζεται μια φορά γύρω από το σπίτι και αποκοιμιέται.

Και πράγματι θα υπάρχει χρόνος
για τον κίτρινο καπνό που γλιστρά κατά μήκος του δρόμου,
τρίβοντας την πλάτη του στα τζάμια.
Θα υπάρχει χρόνος, θα υπάρχει χρόνος
να ετοιμάσεις ένα πρόσωπο για τα πρόσωπα που θα συναντήσεις.
Θα υπάρχει χρόνος να σκοτώσεις και να δημιουργήσεις,
και χρόνος για όλα τα έργα και τις μέρες των χεριών
που σηκώνουν και αφήνουν μια ερώτηση πάνω στο πιάτο σου.
Χρόνος για σένα και χρόνος για μένα,
και ακόμη χρόνος για εκατό δισταγμούς,
και για εκατό οράματα και αναθεωρήσεις,
πριν από το τοστ και το τσάι.

Μέσα στο δωμάτιο οι γυναίκες έρχονται και φεύγουν,
μιλώντας για τον Μιχαήλ Άγγελο.

Και πράγματι θα υπάρχει χρόνος
να αναρωτηθώ: «Τολμώ;» και «Τολμώ;»
Χρόνος να γυρίσω πίσω και να κατέβω τη σκάλα,
με μια φαλάκρα να ανοίγει στην κορυφή του κεφαλιού μου —
(Θα πουν: «Πόσο έχουν αραιώσει τα μαλλιά του!»)
Με το πρωινό μου σακάκι, τον γιακά σφιχτά κουμπωμένο ως το πηγούνι,
τη γραβάτα μου κομψή και διακριτική, στερεωμένη μ' ένα απλό καρφί —
(Θα πουν: «Μα πόσο λεπτά είναι τα χέρια και τα πόδια του!»)
Τολμώ
να ταράξω το σύμπαν;
Μέσα σ' ένα λεπτό υπάρχει χρόνος
για αποφάσεις και αναθεωρήσεις
που το επόμενο λεπτό θα ανατρέψει.

Γιατί τις γνώρισα ήδη όλες, τις γνώρισα όλες.
Γνώρισα τα βράδια, τα πρωινά και τα απογεύματα.
Μέτρησα τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ.
Γνωρίζω τις φωνές που σβήνουν αργά,
κάτω από τη μουσική ενός πιο μακρινού δωματίου.
Πώς λοιπόν να τολμήσω;

Και γνώρισα ήδη τα μάτια, τα γνώρισα όλα —
τα μάτια που σε καθηλώνουν μέσα σε μια έτοιμη κρίση.
Κι όταν κι εγώ έχω οριστεί,
καρφωμένος σαν έντομο σε μια καρφίτσα,
καρφιτσωμένος και σπαρταρώντας στον τοίχο,
πώς να αρχίσω
να ξετυλίγω όλα τα απομεινάρια των ημερών και της ζωής μου;
Και πώς να τολμήσω;

Και γνώρισα ήδη τα χέρια, τα γνώρισα όλα —
χέρια λευκά και γυμνά, στολισμένα με βραχιόλια,
(μα κάτω από το φως της λάμπας, σκεπασμένα με απαλό καστανό χνούδι!)
Είναι το άρωμα ενός φορέματος
που με κάνει να χάνω τον ειρμό μου;
Χέρια ακουμπισμένα πάνω στο τραπέζι
ή τυλιγμένα γύρω από ένα σάλι.
Να τολμήσω λοιπόν;
Και πώς να αρχίσω;

Να πω πως περπάτησα στο σούρουπο
μέσα από στενά δρομάκια
και παρακολούθησα τον καπνό να υψώνεται από τις πίπες
μοναχικών αντρών με ανασηκωμένα μανίκια,
σκυμμένων στα παράθυρα;...

Θα έπρεπε να ήμουν
ένα ζευγάρι τραχιές δαγκάνες,
που σέρνονται στον βυθό
σιωπηλών θαλασσών.

Κι όμως το απόγευμα, το δειλινό,
κοιμάται τόσο γαλήνια,
χαϊδεμένο από μακριά δάχτυλα,
κοιμισμένο... κουρασμένο... ή μήπως προσποιείται;
Απλωμένο στο πάτωμα,
εδώ, δίπλα σ' εσένα και σ' εμένα.
Θα έχω, άραγε, ύστερα από το τσάι,
τα γλυκά και τα παγωτά,
τη δύναμη να οδηγήσω τη στιγμή στην κορύφωσή της;

Κι όμως, παρόλο που έκλαψα και νήστεψα,
παρόλο που προσευχήθηκα,
παρόλο που είδα το κεφάλι μου
(λιγάκι πιο φαλακρό πια)
να προσφέρεται πάνω σε μια πιατέλα,
δεν είμαι προφήτης —
κι αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία.
Είδα τη στιγμή της δόξας μου να τρεμοσβήνει,
είδα τον Αιώνιο Υπηρέτη
να κρατά το παλτό μου
και να χαμογελά ειρωνικά.

Και, με δυο λόγια,
φοβήθηκα.

Και θα άξιζε άραγε τον κόπο, στο τέλος,

μετά τα φλιτζάνια, τη μαρμελάδα και το τσάι,

ανάμεσα στις πορσελάνες, ανάμεσα στις κουβέντες για σένα και για μένα,

θα άξιζε άραγε τον κόπο

να δαγκώσω το ζήτημα μ' ένα χαμόγελο,

να συμπιέσω το σύμπαν σε μια σφαίρα

και να το κυλήσω προς μια συντριπτική ερώτηση,

να πω:

«Είμαι ο Λάζαρος· γύρισα από τους νεκρούς.

Ήρθα να σας τα πω όλα. Θα σας τα πω όλα.»

αν εκείνη, καθώς τακτοποιούσε το μαξιλάρι στο κεφάλι της,

έλεγε:

«Δεν εννοούσα καθόλου αυτό.

Δεν ήταν αυτό.»

Και θα άξιζε άραγε τον κόπο, στο τέλος,

θα άξιζε άραγε τον κόπο,

μετά τα ηλιοβασιλέματα, τις αυλές και τους δρόμους πασπαλισμένους με σκόνη,

μετά τα μυθιστορήματα, τα φλιτζάνια του τσαγιού,

τις φούστες που σέρνονται στο πάτωμα—

κι όλα τ' άλλα μαζί—

είναι αδύνατο να πω ακριβώς τι εννοώ.

Σαν να πρόβαλλε όμως ένας μαγικός φανός

τα νεύρα μου ζωγραφισμένα πάνω σε μια οθόνη...

θα άξιζε άραγε τον κόπο,

αν εκείνη, τακτοποιώντας ένα μαξιλάρι

ή ρίχνοντας το σάλι της στους ώμους,

στρεφόταν προς το παράθυρο και έλεγε:

«Δεν ήταν αυτό.

Δεν εννοούσα αυτό.»

Όχι! Δεν είμαι ο πρίγκιπας Άμλετ,

ούτε ήταν γραφτό να είμαι.

Είμαι ένας αυλικός,

που χρησιμεύει για να συμπληρώνει την πομπή,

να ανοίγει μια-δυο σκηνές,

να συμβουλεύει τον πρίγκιπα·

αναμφίβολα ένα χρήσιμο όργανο,

ευγενικός, πρόθυμος να φανεί χρήσιμος,

διπλωματικός, προσεκτικός και σχολαστικός,

γεμάτος σοφές ρήσεις,

μα κάπως αδέξιος.

Και πότε πότε,

σχεδόν γελοίος—

σχεδόν, καμιά φορά,

ο Γελωτοποιός.

Γερνάω...

Γερνάω...

Θα γυρίζω τα ρεβέρ του παντελονιού μου.

Να χωρίσω τα μαλλιά μου προς τα πίσω;

Τολμώ να φάω ένα ροδάκινο;

Θα φορέσω λευκό φανελένιο παντελόνι

και θα περπατώ στην ακρογιαλιά.

Άκουσα τις γοργόνες να τραγουδούν,

η μία στην άλλη.

Δεν πιστεύω πως θα τραγουδήσουν ποτέ για μένα.

Τις είδα να ταξιδεύουν πάνω στα κύματα,

χτενίζοντας τα λευκά μαλλιά της θάλασσας,

εκεί όπου ο άνεμος κάνει το νερό

άλλοτε λευκό κι άλλοτε μαύρο.

Μείναμε στις θαλάσσιες κάμαρες,

ανάμεσα σε κορίτσια της θάλασσας

στεφανωμένα με κόκκινα και καφετιά φύκια,

ώσπου ανθρώπινες φωνές μάς ξύπνησαν—

και πνιγήκαμε.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Ελιοτ Τόμας · Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ
Ποίημα

Ι
Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι
Σκύβουμε μαζί
Καύκαλα μ’άχερα γεμάτα. Αλίμονο!
Οι στεγνές μας φωνές, όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
Είναι ήσυχες και ανούσιες
Σαν τον αγέρα στο ξερό χορτάρι
Ή σαν ποντικιών βάσισμα
πάνω σε σπασμένα γυαλικά
Μες στο ξερό μας το κελάρι.

Μορφή χωρίς σχήμα,
Σκιά δίχως χρώμα,
Παραλυμένη Δύναμη
Γνέψιμο χωρίς κίνηση˙

Εκείνοι που διασταυρώθηκαν
Με ίσιες ματιές,
στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται —αν μας θυμούνται—
όχι σα να’μαστε χαμένες
Παράφορες ψυχές, μα μοναχά
Σαν κούφιους ανθρώπους
Παραγεμισμένους ανθρώπους.
ΙΙ
Μάτια που δεν μπορώ
ν’ αντικρίσω στα όνειρα
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Αυτά δεν εμφανίζονται:
Εκεί, τα μάτια είναι
Ηλιαχτίδα σε σπασμένη στήλη
Εκεί, ένα δέντρο σείεται
Και οι φωνές είναι
Στου αγέρα το τραγούδισμα
Πιό απόμακρες.. πιό επίσημες
Από τ’άστρο που σβήνει.
Ας μην έρθω κοντύτερα
Στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
Κι αν φορέσω ακόμη
Τέτοια μελετημένα μασκαρέματα
Ποντικού, τομάρι, κόρακα πετσί,
σταυρωτά ραβδιά
Σ’ ένα χωράφι
Κάνοντας όπως κάνει ο άνεμος
Όχι κοντύτερα—
Όχι το τελευταίο τούτο συναπάντημα
στη δειλινή βασιλεία
ΙΙΙ
Τούτη είναι η πεθαμένη χώρα
Τούτη είναι του κάκτου η χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα
Υψώνονται, εδώ είναι που δέχουνται
Την ικεσία του χέριού ενός πεθαμένου
Κάτω από το παίξιμο του άστρου που σβήνει.
Ετσι είναι τα πράγματα
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Την ώρα εκείνη
που τρέμεις τρυφερός
Χείλια που θα φιλούσαν
Λεν προσευχές στη σπασμένη πέτρα.
IV
Τα μάτια δεν είναι εδώ
Εδώ δεν είναι μάτια
Στην κοιλάδα των άστρων που πεθαίνουν
Στην ρηχή κοιλάδα
Τούτη η σπασμένη σιαγώνα
απ’τις χαμένες βασιλείες μας
Στο τελευταίο τούτο συναπάντημα
Μαζί ψηλαφούμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Μαζεμένοι στην άκρη
του φουσκωμένου ποταμού
Χωρίς βλέμμα, εκτός
Αν ξαναφανούν τα μάτια
Σαν τ’άστρο το αιώνιο
Το εκατόφυλλο ρόδο
Της δειλινής βασιλείας του θανάτου
Η ελπίδα μόνο
των Άδειων ανθρώπων.
V
Γύρω-γύρω όλοι
Στη μέση το Φραγκόσυκο
Φραγκόσυκο Φραγκόσυκο
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε την αυγή
Ανάμεσα στην ιδέα
Και στο γεγονός
Ανάμεσα στην κίνηση
Και στη πράξη
Η Σκιά πέφτει
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Ανάμεσα στη Σύλληψη
Και την δημιουργία
Ανάμεσα στη Συγκίνηση
Και στην ανταπόκριση
Η Σκιά πέφτει
Η ζωή είναι μακριά πολύ
Ανάμεσα στον πόθο
και στον σπασμό
Ανάμεσα στη δύναμη
και στην ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία
και στην κάθοδο
Η Σκιά πέφτει
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία
Ότι Σου εστίν
Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν η..
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με έναν κρότο
αλλά μ’ένα λυγμό

Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Ελιοτ Τόμας · Κούφιοι Άνθρωποι
Ποίημα
Ένα ποτήρι κρασί κάτω από τις ανθισμένες δαμασκηνιές·
πίνω μόνος, γιατί κανένας φίλος δεν βρίσκεται κοντά.
Σηκώνω το ποτήρι μου και προσκαλώ το λαμπρό φεγγάρι·
μαζί μ’ εμένα και τη σκιά μου γινόμαστε τρεις.

Το φεγγάρι, αλίμονο, δεν πίνει κρασί·
κι η σκιά μου, άβουλη, με ακολουθεί στο πλάι.
Όμως με φίλο το φεγγάρι και σύντροφο τη σκιά,
πρέπει να χαρούμε πριν χαθεί η άνοιξη.

Στα τραγούδια που τραγουδώ, το φεγγάρι τρεμοπαίζει τις αχτίδες του·
κι όταν χορεύω, η σκιά μου μπερδεύεται και σκορπίζει.

Όσο ήμασταν νηφάλιοι, οι τρεις μοιραζόμασταν τη χαρά·
τώρα που μεθύσαμε, ο καθένας τραβά τον δρόμο του.

Είθε για καιρό να μοιραζόμαστε τούτο το παράξενο γλέντι των άψυχων συντρόφων
και να συναντηθούμε ξανά στον Νεφελώδη Ποταμό του ουρανού.
------------------------
Αυτό είναι το περίφημο ποίημα «Drinking Alone Under the Moon» του Li Bai. Το φεγγάρι και η σκιά γίνονται συμβολικοί σύντροφοι του ποιητή, συνδυάζοντας τη μοναξιά με τη χαρά, το κρασί με τη φύση και την ανθρώπινη ζωή με το αιώνιο σύμπαν.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Λι Μπάι · Πίνοντας μόνος κάτω από το φεγγάρι
Ποίημα
Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα από την τρέλα, λιμασμένα, υστερικά, γυμνά, να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή αναζητώντας μια φλογισμένη δόση,

αγγελοκέφαλοι χίπστερς που καίγονταν για τον αρχέγονο ουράνιο δεσμό με το αστρικό δυναμό στη μηχανή της νύχτας,

φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια, που άγρυπνοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας μέσα στο υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τις στέγες των πόλεων αφοσιωμένοι στην τζαζ,

που άνοιγαν το μυαλό τους στους ουρανούς κάτω από τον εναέριο σιδηρόδρομο και έβλεπαν μουσουλμάνους αγγέλους να παραπατούν φωτισμένοι πάνω στις ταράτσες των λαϊκών πολυκατοικιών,

που πέρασαν από τα πανεπιστήμια με μάτια ανοιχτά και αστραφτερά, με παραισθήσεις του Άρκανσο και οράματα λουσμένα στο φως του Μπλέικ ανάμεσα στους μανδαρίνους του πολέμου,

που αποβλήθηκαν από τις ακαδημίες γιατί θεωρήθηκαν τρελοί και γιατί δημοσίευαν άσεμνες ωδές στα παράθυρα της νεκροκεφαλής,

που έτρεμαν σε αξύριστα δωμάτια με τα εσώρουχά τους, καίγοντας τα χρήματά τους σε καλάθια αχρήστων και στήνοντας τ’ αυτί στον Τρόμο πίσω από τον τοίχο,

που αφήνονταν να τους παρασύρουν οι ηβικές γενειάδες τους, επιστρέφοντας μαστουρωμένοι με μαριχουάνα από το Λαρέντο στη Νέα Υόρκη,

που κατάπιναν φωτιά στους τεκέδες ή έπιναν νέφτι στο Παράνταϊς Άλεϊ, θάνατο,

ή βασάνιζαν τα κορμιά τους κάθε νύχτα με όνειρα, με ναρκωτικά, με εφιάλτες στον ξύπνο, με βακχείες, οχείες και ατέλειωτα όργια,

με ασύγκριτα αδιέξοδα, με φρικιαστικά σύννεφα και αστραπές του νου που πηδούσαν πάνω από τις κορφές του Καναδά και του Πάτερσον, φωτίζοντας τον ακίνητο κόσμο του Χρόνου,

με πεγιότ, με συμπάγειες θαλάμων, με χαράματα σε περιβόλια και πράσινα δέντρα νεκροταφείων,

με κρασομεθύσια στις στέγες, αυτοκινητάδες της πλάκας και της μαστούρας, με ατέλειωτες σειρές βιτρινών και αναλαμπές από τα φώτα της τροχαίας,

με ηλιακές, σεληνιακές και δενδρικές δονήσεις μέσα στα βρυχώμενα χειμωνιάτικα δειλινά του Μπρούκλιν,

με παραληρήματα από τενεκέδες και με το ευγενικό βασιλικό φως του νου,

που ξάπλωσαν στο μετρό για την ατέρμονη διαδρομή από το Μπάτερι ως το άγιο Μπρονξ με μπενζεδρίνη, ώσπου ο θόρυβος των τροχών και των παιδιών τούς γκρέμισε,

τρέμοντας ολόκληροι, με στραβωμένο στόμα, τσακισμένοι και εξαντλημένοι από κάθε σκέψη μέσα στο θλιβερό φως του Ζωολογικού Κήπου,

που βούλιαξαν ολόκληρη τη νύχτα στο υποβρύχιο φως του Μπίκφορντ και ξενέρωσαν, περνώντας το απόγευμα με ξεθυμασμένη μπίρα στην ερημιά του Φουγκάτσι,

ακούγοντας τον Ερχομό της Κρίσης στο τζουκμπόξ του υδρογόνου,

που μιλούσαν ακατάπαυστα εβδομήντα ώρες, από το πάρκο στο σπίτι, από το μπαρ στο Μπέλβιου, από το μουσείο στη Γέφυρα του Μπρούκλιν...
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Γκίνσμπεργκ Άλεν · Η κραυγή
Ποίημα
Πλήττω μες στους ολόγυμνους αυτούς τοίχους
Βαμμένους με χρώματα χλωμά
Μια μύγα πάνω στο χαρτί βηματίζει
Τα σκαλαθύρματά μου διατρέχει

Ω, Θεέ, που ξέρεις τον πόνο που μου ’δωσες
Τι να γίνω;
Λυπήσου τη χλομάδα μου και τ’ αδάκρυτα μάτια μου
Το θόρυβο της αλυσοδεμένης καρέκλας μου
Και μαζί μου
Όλες τις φτωχές καρδιές που πάλλουν στη φυλακή τους
Λυπήσου τον έρωτα που με συντροφεύει
Λυπήσου πάνω απ’ όλα την κλονισμένη μου φρόνηση
Κι αυτή την απελπισία που την κερδίζει.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Απολλιναίρ · Πλήξη

Εμφανίζονται 1–12 από 13 καταχωρίσεις