Βιογραφία
Ο Νίκος Καζαντζάκης υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 3 Μαρτίου 1883, όταν το νησί βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία. Ο πατέρας του, Μιχάλης, ήταν έμπορος γεωργικών προϊόντων και κρασιού. Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές στο Ηράκλειο, σπούδασε Νομική στην Αθήνα και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε τις διαλέξεις του φιλοσόφου Ανρί Μπεργκσόν.
Το 1889, κατά τη διάρκεια της Κρητικής Επανάστασης, η οικογένειά του κατέφυγε για έξι μήνες στην Ελλάδα. Στην επανάσταση του 1897 ο Νίκος στάλθηκε στη Νάξο, όπου φοίτησε σε σχολείο Γάλλων μοναχών. Το 1911 παντρεύτηκε τη Γαλάτεια Αλεξίου. Το 1912 κατατάχθηκε εθελοντής στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και υπηρέτησε στο ιδιαίτερο γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου. Το 1914 γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό· οι δυο τους ταξίδεψαν στο Άγιον Όρος και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Το 1926 χώρισε από τη Γαλάτεια και το 1945 παντρεύτηκε την Ελένη Σαμίου, σύντροφο της ζωής του.
Το 1919 ο Βενιζέλος τον διόρισε Γενικό Διευθυντή στο Υπουργείο Περιθάλψεως και του ανέθεσε την αποστολή του επαναπατρισμού Ελλήνων από τον Καύκασο. Αργότερα εργάστηκε ως δημοσιογράφος και ανταποκριτής, ταξιδεύοντας στην Ευρώπη, στη Σοβιετική Ένωση, στη Μέση Ανατολή, στην Ισπανία, στην Ιαπωνία και στην Κίνα. Έγραψε μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, ποίηση, δοκίμια και ταξιδιωτικά κείμενα, ενώ μετέφρασε έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Στα γνωστότερα έργα του συγκαταλέγονται ο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1948), ο Καπετάν Μιχάλης (1950), Ο τελευταίος πειρασμός (1951) και Ο φτωχούλης του Θεού (1953). Η Αναφορά στον Γκρέκο εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, το 1961. Το 1938 ολοκλήρωσε την Οδύσεια, ένα επικό ποίημα 33.333 στίχων, στο οποίο εργάστηκε επί χρόνια.
Το έργο του προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Το 1953 η Ορθόδοξη Εκκλησία επιχείρησε να τον διώξει για ιεροσυλία, εξαιτίας αποσπασμάτων του Καπετάν Μιχάλη και ολόκληρου του Τελευταίου Πειρασμού. Ο Καζαντζάκης δεν αφορίστηκε. Σε απάντησή του προς τους εκκλησιαστικούς κύκλους έγραψε: «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να είναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να είστε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ».
Προτάθηκε εννέα φορές για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το 1957, μετά από ταξίδι στην Κίνα, αρρώστησε και νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη και στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας. Πέθανε εκεί στις 26 Οκτωβρίου 1957, σε ηλικία 74 ετών. Τάφηκε στο Ηράκλειο, πάνω στα ενετικά τείχη.