«Τη μέρα που η δύναμη της αγάπης θα υπερνικήσει την αγάπη της δύναμης, ο κόσμος θα γνωρίσει την ειρήνη.»
Βιογραφία
Ο Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι (2 Οκτωβρίου 1869 – 30 Ιανουαρίου 1948), γνωστός σε ολόκληρο τον κόσμο ως Μαχάτμα Γκάντι, ήταν Ινδός δικηγόρος, πολιτικός ηγέτης και κοινωνικός μεταρρυθμιστής, μία από τις σημαντικότερες μορφές του αγώνα για την ανεξαρτησία της Ινδίας από τη βρετανική κυριαρχία. Συνέδεσε το όνομά του με τη μη βίαιη πολιτική αντίσταση και με τη σατυαγκράχα, την επιμονή στην αλήθεια, μετατρέποντας την προσωπική ηθική στάση σε μέσο μαζικού πολιτικού αγώνα.
Γεννήθηκε στο Πορμπαντάρ, στη σημερινή πολιτεία Γκουτζαράτ της Ινδίας. Ο πατέρας του, Καραμτσάντ Γκάντι, κατείχε διοικητικές θέσεις σε τοπικά πριγκιπάτα, ενώ η μητέρα του, Πουτλιμπάι, ήταν βαθιά θρησκευόμενη και επηρέασε τον γιο της με την προσήλωσή της στη νηστεία, την αυτοπειθαρχία και τη θρησκευτική ευλάβεια. Σε ηλικία δεκατριών ετών παντρεύτηκε την Καστούρμπα Μακάντζι, με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους και μοιράστηκε για περισσότερες από έξι δεκαετίες τη ζωή, τις δυσκολίες και τους πολιτικούς του αγώνες.
Το 1888 ταξίδεψε στο Λονδίνο για να σπουδάσει νομικά. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του και επέστρεψε στην Ινδία το 1891, όμως οι πρώτες προσπάθειές του να δημιουργήσει δικηγορική σταδιοδρομία δεν είχαν ιδιαίτερη επιτυχία. Το 1893 αποδέχτηκε μια επαγγελματική πρόταση που τον οδήγησε στη Νότια Αφρική, αρχικά για μία μόνο υπόθεση. Η παραμονή αυτή αποδείχθηκε καθοριστική για ολόκληρη τη ζωή του.
Στη Νότια Αφρική ήρθε αντιμέτωπος με συστηματικές φυλετικές διακρίσεις εις βάρος των Ινδών και άλλων μη λευκών πληθυσμών. Ένα από τα περιστατικά που σημάδεψαν τη ζωή του ήταν η απομάκρυνσή του από βαγόνι πρώτης θέσης τρένου, παρότι είχε κανονικό εισιτήριο. Αντί να θεωρήσει τέτοιους εξευτελισμούς προσωπικές προσβολές, άρχισε σταδιακά να τους αντιμετωπίζει ως μέρος ενός ευρύτερου συστήματος κοινωνικής και νομικής ανισότητας.
Αυτό που επρόκειτο να είναι μια σύντομη επαγγελματική παραμονή εξελίχθηκε σε περισσότερα από είκοσι χρόνια πολιτικής και κοινωνικής δράσης. Ο Γκάντι οργάνωσε την ινδική κοινότητα, ίδρυσε την εφημερίδα Indian Opinion και συμμετείχε σε εκστρατείες κατά νόμων που περιόριζαν τα δικαιώματα των Ινδών. Μέσα από αυτούς τους αγώνες διαμόρφωσε σταδιακά τη σατυαγκράχα: μια μορφή αντίστασης που απέρριπτε τη χρήση βίας, αλλά απαιτούσε ενεργή ανυπακοή απέναντι σε νόμους που θεωρούνταν άδικοι και αποδοχή των συνεπειών αυτής της ανυπακοής.
Οι εκστρατείες του εναντίον της υποχρεωτικής καταγραφής των Ινδών, των περιορισμών στη μετακίνησή τους, της φορολόγησης πρώην συμβασιούχων εργατών και της μη αναγνώρισης ινδικών γάμων οδήγησαν σε συλλήψεις, φυλακίσεις, απεργίες και μεγάλες πορείες. Ο ίδιος φυλακίστηκε επανειλημμένα. Όταν εγκατέλειψε οριστικά τη Νότια Αφρική το 1914, δεν ήταν πλέον απλώς ένας δικηγόρος, αλλά ένας έμπειρος ηγέτης οργανωμένης πολιτικής αντίστασης.
Επέστρεψε στην Ινδία το 1915. Αρχικά απέφυγε να διεκδικήσει κεντρικό πολιτικό ρόλο και ταξίδεψε σε πολλές περιοχές της χώρας, γνωρίζοντας από κοντά τις συνθήκες ζωής των αγροτών, των εργατών και των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων. Σύντομα συμμετείχε σε τοπικούς αγώνες και άρχισε να εφαρμόζει στην Ινδία τις μεθόδους που είχε αναπτύξει στη Νότια Αφρική.
Κατά τη δεκαετία του 1920 αναδείχθηκε σε κεντρική φυσιογνωμία του Ινδικού Εθνικού Κογκρέσου και συνέβαλε αποφασιστικά στη μετατροπή του κινήματος ανεξαρτησίας σε μαζικό κίνημα. Κάλεσε τους Ινδούς να μποϊκοτάρουν βρετανικά προϊόντα και θεσμούς και να ενισχύσουν την εγχώρια παραγωγή. Ο χειροκίνητος αργαλειός, το απλό λευκό ένδυμα και η παραγωγή δικού τους υφάσματος απέκτησαν συμβολική σημασία, εκφράζοντας την οικονομική αυτάρκεια και την απόρριψη της εξάρτησης από τη βρετανική βιομηχανία.
Το 1930 πραγματοποίησε μία από τις πιο γνωστές πολιτικές πράξεις της ζωής του. Ξεκίνησε από το άσραμ του κοντά στο Αχμενταμπάντ και περπάτησε περίπου 390 χιλιόμετρα μέχρι το Ντάντι, στις ακτές της Αραβικής Θάλασσας, διαμαρτυρόμενος για το βρετανικό μονοπώλιο και τη φορολογία του αλατιού. Η Πορεία του Αλατιού μετέτρεψε ένα καθημερινό αγαθό σε σύμβολο της αποικιακής εξουσίας και προκάλεσε ένα ευρύ κύμα πολιτικής ανυπακοής. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν και ο ίδιος ο Γκάντι φυλακίστηκε ξανά.
Παράλληλα με τον αγώνα εναντίον των Βρετανών, ασχολήθηκε με κοινωνικά προβλήματα στο εσωτερικό της Ινδίας. Καταδίκαζε τον κοινωνικό αποκλεισμό των ανθρώπων που βρίσκονταν στο κατώτερο επίπεδο του συστήματος των καστών και προσπάθησε να ενισχύσει την κοινωνική τους θέση, αν και οι απόψεις και οι πολιτικές του πάνω στο ζήτημα δέχθηκαν έντονη κριτική, ιδιαίτερα από τον Μπιμράο Ραμτζί Αμπέντκαρ. Υποστήριζε επίσης τη θρησκευτική συνύπαρξη, την ανάπτυξη των χωριών, την προσωπική λιτότητα και την άποψη ότι η πολιτική ανεξαρτησία δεν μπορούσε να έχει πραγματικό νόημα χωρίς κοινωνική αλλαγή.
Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γκάντι και το Ινδικό Εθνικό Κογκρέσο απαίτησαν την αποχώρηση των Βρετανών μέσα από το κίνημα Quit India του 1942. Η αποικιακή κυβέρνηση συνέλαβε τον Γκάντι και μεγάλο μέρος της ηγεσίας του Κογκρέσου. Κρατήθηκε στο παλάτι Αγά Χαν, όπου το 1944 πέθανε η σύζυγός του Καστούρμπα.
Το 1947 η βρετανική κυριαρχία στην Ινδία τερματίστηκε. Η ανεξαρτησία, όμως, συνοδεύτηκε από τη διαίρεση της Βρετανικής Ινδίας σε δύο κράτη, την Ινδία και το Πακιστάν. Ο Γκάντι είχε αντιταχθεί στη διαίρεση και αντιμετώπισε με βαθιά απογοήτευση τη μαζική βία μεταξύ Ινδουιστών, Μουσουλμάνων και Σιχ που ακολούθησε. Αντί να συμμετέχει στους μεγάλους εορτασμούς της ανεξαρτησίας, βρέθηκε σε περιοχές που είχαν πληγεί από συγκρούσεις, προσπαθώντας να συμβάλει στη συμφιλίωση των κοινοτήτων.
Στις 30 Ιανουαρίου 1948, ενώ κατευθυνόταν σε απογευματινή συγκέντρωση προσευχής στο Νέο Δελχί, δολοφονήθηκε από τον Νατουράμ Γκόντσε, Ινδουιστή εθνικιστή που αντιτασσόταν στις προσπάθειές του για συμφιλίωση με τους Μουσουλμάνους. Ήταν 78 ετών. Πέθανε λίγους μήνες μετά την ανεξαρτησία για την οποία είχε αγωνιστεί επί δεκαετίες, έχοντας ήδη μετατρέψει τη μη βίαιη αντίσταση από προσωπική ηθική επιλογή σε πολιτική δύναμη παγκόσμιας εμβέλειας.