«Πονούντων και κινδυνευόντων τα καλά και μεγάλα έργα.»
Βιογραφία
Ο Αλέξανδρος Γ΄ ο Μακεδών, γνωστός ως Μέγας Αλέξανδρος (356 π.Χ. – 323 π.Χ.), ήταν βασιλιάς των Μακεδόνων και ένας από τους σπουδαιότερους στρατηλάτες της αρχαιότητας. Ως ηγεμόνας της συμμαχίας των ελληνικών πόλεων που είχε συγκροτήσει ο πατέρας του, Φίλιππος Β΄, πραγματοποίησε την εκστρατεία εναντίον της Περσικής Αυτοκρατορίας και μέσα σε λίγο περισσότερο από μία δεκαετία δημιούργησε μια τεράστια αυτοκρατορία που εκτεινόταν από τον ελληνικό χώρο και την Αίγυπτο μέχρι την Κεντρική Ασία και τον Ινδό ποταμό.
Γεννήθηκε στην Πέλλα, πρωτεύουσα του μακεδονικού βασιλείου, το 356 π.Χ. Πατέρας του ήταν ο βασιλιάς Φίλιππος Β΄ και μητέρα του η Ολυμπιάδα, κόρη του Νεοπτόλεμου Α΄, βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου. Για τη μόρφωσή του επιλέχθηκαν σημαντικοί δάσκαλοι της εποχής. Ανάμεσά τους ήταν ο Λεωνίδας, συγγενής της Ολυμπιάδας, γνωστός για την αυστηρή αγωγή που του επέβαλε, και αργότερα ο Αριστοτέλης, ο οποίος τον δίδαξε φιλοσοφία, λογοτεχνία, πολιτική, φυσικές επιστήμες και ιατρική. Ο Αλέξανδρος ανέπτυξε ιδιαίτερο θαυμασμό για τον Όμηρο και κυρίως για την «Ιλιάδα».
Σε ηλικία περίπου δεκαέξι ετών, ενώ ο πατέρας του απουσίαζε σε εκστρατεία, ανέλαβε προσωρινά σημαντικές ευθύνες στη διακυβέρνηση του βασιλείου. Την περίοδο αυτή κατέστειλε εξέγερση των Μαίδων, θρακικού φύλου, και ίδρυσε έναν οικισμό που, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ονόμασε Αλεξανδρόπολη.
Δύο χρόνια αργότερα, το 338 π.Χ., είχε σημαντική συμμετοχή στη μάχη της Χαιρώνειας, όπου ο Φίλιππος Β΄ νίκησε τις δυνάμεις της Αθήνας και της Θήβας και εδραίωσε τη μακεδονική κυριαρχία στον ελληνικό χώρο.
Μετά τη δολοφονία του Φιλίππου το 336 π.Χ., ο Αλέξανδρος, σε ηλικία είκοσι ετών, τον διαδέχθηκε στον θρόνο της Μακεδονίας. Αντιμετώπισε γρήγορα τους εσωτερικούς του αντιπάλους και κατέστειλε εξεγέρσεις που ξέσπασαν μετά τον θάνατο του πατέρα του. Στη συνέχεια αποκατέστησε τη μακεδονική ηγεμονία πάνω στη συμμαχία των ελληνικών πόλεων, με τη Σπάρτη να παραμένει εκτός αυτής, και ανέλαβε την εκστρατεία κατά της Περσικής Αυτοκρατορίας που είχε ήδη σχεδιάσει ο Φίλιππος.
Την άνοιξη του 334 π.Χ. πέρασε στη Μικρά Ασία επικεφαλής στρατού περίπου 30.000–40.000 πεζών και περίπου 5.000 ιππέων, αν και οι αριθμοί που παραδίδουν οι αρχαίες πηγές διαφέρουν. Με τις νίκες του στον Γρανικό, στην Ισσό και στα Γαυγάμηλα συνέτριψε σταδιακά την ισχύ της Αχαιμενιδικής Περσικής Αυτοκρατορίας και νίκησε τον βασιλιά της Δαρείο Γ΄.
Κατέλαβε την Αίγυπτο, όπου έγινε δεκτός ως νόμιμος ηγεμόνας σύμφωνα με τη φαραωνική παράδοση, και ίδρυσε την Αλεξάνδρεια. Στη συνέχεια συνέχισε τις εκστρατείες του προς την Κεντρική Ασία και την Ινδία. Το 326 π.Χ. νίκησε τον βασιλιά Πώρο στη μάχη του Υδάσπη. Όταν όμως ο στρατός του έφθασε στον ποταμό Ύφαση, οι εξαντλημένοι Μακεδόνες αρνήθηκαν να προχωρήσουν ακόμη ανατολικότερα και ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να διατάξει την επιστροφή.
Οι κατακτήσεις του άλλαξαν βαθιά τον αρχαίο κόσμο. Ίδρυσε ή αναδιοργάνωσε πολλές πόλεις, αρκετές από τις οποίες έφεραν το όνομα Αλεξάνδρεια. Οι νέες αυτές πόλεις λειτουργούσαν ως στρατιωτικά, διοικητικά και εμπορικά κέντρα και συνέβαλαν στη δημιουργία δικτύων επικοινωνίας ανάμεσα στη Μεσόγειο, την Εγγύς Ανατολή και την Ασία.
Η ελληνική γλώσσα, η τέχνη και οι ελληνικές ιδέες εξαπλώθηκαν σε τεράστιες περιοχές, αλλά η διαδικασία δεν ήταν μονόδρομη. Ο ελληνικός και μακεδονικός κόσμος ήρθε ταυτόχρονα σε επαφή με τις πανάρχαιες παραδόσεις της Αιγύπτου, της Περσίας, της Μεσοποταμίας και της Κεντρικής Ασίας. Από αυτή την αλληλεπίδραση γεννήθηκε ο ελληνιστικός κόσμος, στον οποίο ελληνικά και ανατολικά στοιχεία συνυπήρχαν και επηρέαζαν το ένα το άλλο.
Ο Αλέξανδρος προσπάθησε επίσης να κυβερνήσει την τεράστια αυτοκρατορία του αξιοποιώντας στοιχεία τόσο της μακεδονικής όσο και της περσικής διοικητικής παράδοσης. Διατήρησε μέρος του περσικού διοικητικού συστήματος, χρησιμοποίησε τοπικούς αξιωματούχους και υιοθέτησε ορισμένα περσικά έθιμα της αυλής. Οι επιλογές αυτές προκάλεσαν κατά καιρούς έντονες αντιδράσεις μεταξύ των Μακεδόνων συντρόφων του.
Το 323 π.Χ. βρισκόταν στη Βαβυλώνα και προετοίμαζε νέες επιχειρήσεις όταν αρρώστησε βαριά. Για αρκετές ημέρες υπέφερε από υψηλό πυρετό και η κατάστασή του επιδεινωνόταν συνεχώς. Πέθανε τον Ιούνιο του 323 π.Χ., σε ηλικία 32 ετών, λίγο περισσότερο από έναν μήνα πριν συμπληρώσει τα 33. Η ακριβής αιτία του θανάτου του παραμένει άγνωστη. Έχουν προταθεί διάφορες ασθένειες, ενώ ήδη από την αρχαιότητα κυκλοφόρησαν και φήμες περί δηλητηρίασης, χωρίς όμως να μπορούν να αποδειχθούν.
Σύμφωνα με μια περίφημη αρχαία παράδοση, όταν ρωτήθηκε σε ποιον άφηνε την αυτοκρατορία του, απάντησε «στον ισχυρότερο». Δεν γνωρίζουμε αν πράγματι πρόφερε αυτά ακριβώς τα λόγια. Σε κάθε περίπτωση, δεν είχε αφήσει πίσω του έναν ενήλικο και αδιαμφισβήτητο διάδοχο, γεγονός που οδήγησε τους στρατηγούς του σε μακροχρόνιους πολέμους για την εξουσία.
Η αυτοκρατορία του τελικά διαμοιράστηκε μεταξύ των Διαδόχων και δημιουργήθηκαν μεγάλα ελληνιστικά βασίλεια, όπως το βασίλειο των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο, των Σελευκιδών στην Ασία και αργότερα των Αντιγονιδών στη Μακεδονία. Ο νόμιμος μεταθανάτιος γιος του, Αλέξανδρος Δ΄, γιος της Ρωξάνης, δολοφονήθηκε σε νεαρή ηλικία κατόπιν εντολής του Κασσάνδρου, ώστε να μην μπορέσει αργότερα να διεκδικήσει τον μακεδονικό θρόνο.
Ο Αλέξανδρος παντρεύτηκε τρεις φορές: τη Ρωξάνη της Βακτριανής, τη Στάτειρα Β΄, κόρη του Δαρείου Γ΄, και την Παρυσάτιδα Β΄, κόρη του Αρταξέρξη Γ΄.
Μετά τον θάνατό του, η μορφή του πέρασε πολύ γρήγορα από την ιστορία στον θρύλο. Ιστορίες για τον Αλέξανδρο διαδόθηκαν στην Ελλάδα, στη Ρώμη, στην Αίγυπτο, στην Περσία και αργότερα στον ισλαμικό κόσμο. Με την πάροδο των αιώνων τα πραγματικά γεγονότα της ζωής του αναμείχθηκαν με μύθους και φανταστικές αφηγήσεις.
Στο μεσαιωνικό «Μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου» παρουσιάζεται ακόμη και ως γιος του τελευταίου αυτόχθονα φαραώ της Αιγύπτου, Νεκτανεβώ Β΄. Σε περσικές παραδόσεις εντάχθηκε στη γενεαλογία των Περσών βασιλέων και εμφανίζεται με το όνομα Εσκαντάρ ή Ισκαντάρ. Σε πολλές περσικές και ισλαμικές αφηγήσεις συνδέθηκε επίσης με τη μορφή του Δουλ-Καρνάιν, του «Δικέρατου».
Η σύνδεση αυτή ενισχύθηκε πιθανώς από αρχαίες παραστάσεις του Αλεξάνδρου με τα κέρατα του θεού Άμμωνα, με τον οποίο είχε συνδεθεί μετά την επίσκεψή του στο μαντείο της όασης Σίβα στην Αίγυπτο. Έτσι, ο ιστορικός βασιλιάς της Μακεδονίας μετατράπηκε με την πάροδο των αιώνων σε μια παγκόσμια μυθική μορφή: κατακτητή, εξερευνητή, σοφό βασιλιά και ήρωα αφηγήσεων που διαδόθηκαν σε πολιτισμούς από τη Δυτική Ευρώπη μέχρι την Ινδία.