Θάνατε, μην περηφανεύεσαι
Θάνατε, μην περηφανεύεσαι,
έστω κι αν κάποιοι σε αποκαλούν
πανίσχυρο και τρομερό·
γιατί δεν είσαι τέτοιος.
Όσους νομίζεις πως κατατροπώνεις
δεν τους νικάς, φτωχέ Θάνατε,
ούτε κι εμένα μπορείς να με σκοτώσεις.
Από την ανάπαυση και τον ύπνο,
που είναι μονάχα εικόνες σου,
αντλούμε τόση ευχαρίστηση·
ακόμη περισσότερη, λοιπόν,
θα πρέπει να αντλήσουμε από εσένα!
Και οι καλύτεροι άνθρωποί μας
φεύγουν μαζί σου από νωρίς,
βρίσκοντας ανάπαυση για τα οστά τους
και λύτρωση για την ψυχή τους.
Είσαι σκλάβος της Μοίρας,
της Τύχης, των βασιλιάδων
και των απελπισμένων ανθρώπων·
και συντροφεύεις το δηλητήριο,
τον πόλεμο και την αρρώστια.
Και το όπιο ή τα μάγια
μπορούν να μας χαρίσουν ύπνο εξίσου όμορφο,
ή και καλύτερο από το χτύπημά σου.
Γιατί λοιπόν καυχιέσαι;
Ύστερα από έναν σύντομο ύπνο
θα ξυπνήσουμε στην αιωνιότητα,
και ο Θάνατος δεν θα υπάρχει πια.
Θάνατε, εσένα μέλλει να πεθάνεις.