Αρχική Ποιητές Ποίημα
Ο δρόμος που δεν πήρα
Δυο δρόμοι χώριζαν σ’ ένα κιτρινισμένο δάσος,
κι ήταν κρίμα που δεν μπορούσα και τους δυο να διαβώ.
Κι ένας ταξιδιώτης μονάχα ήμουν· στάθηκα ώρα πολλή
και κοίταξα τον έναν όσο πιο μακριά μπορούσα,
ως εκεί που λύγιζε και χανόταν στα χαμόκλαδα.

Ύστερα πήρα τον άλλο, εξίσου όμορφο,
ίσως να μου ταίριαζε καλύτερα,
γιατί ήταν χορταριασμένος και ζητούσε να τον πατήσουν·
αν και, για να πούμε την αλήθεια,
το πέρασμα των διαβατών
τους είχε φθείρει και τους δυο περίπου το ίδιο.

Κι εκείνο το πρωινό απλώνονταν μπροστά μου
εξίσου ανέγγιχτοι,
τα φύλλα — κανένα βήμα δεν τα είχε μαυρίσει.

Αχ, άφησα τον πρώτο για μιαν άλλη μέρα!
Μα ξέροντας πως ο ένας δρόμος οδηγεί στον άλλο,
αμφέβαλλα αν θα γύριζα ποτέ πίσω.

Κάπου, χρόνια και χρόνια από τώρα,
θα το λέω αυτό μ’ έναν αναστεναγμό:
πως κάποτε, σ’ ένα δάσος, δυο δρόμοι χώριζαν, κι εγώ —
πήρα εκείνον που είχαν διαβεί λιγότεροι,
κι αυτό έκανε όλη τη διαφορά.
← Επιστροφή στην αρχική