Αρχική Άνθρωποι Βιβλία
Περί φύσεως των πραγμάτων
-55
Βιβλίο II, 1–19.

Τίποτε δεν είναι τόσο γλυκό, όπως το να κρατείς τα ατάραχα κάστρα,
που των σοφών οι διδαχές τα ’χουν καλοαρματώσει
κι από κει τους άλλους να μπορείς να βλέπεις ένα γύρω.

Θα τους κοιτάς (τους ανθρώπους) να ’ναι πλανεμένοι
και θα τους αγναντεύεις,
πως σκορπισμένοι αναζητούν τον δρόμο της ζωής
και πως για εξυπνάδα μάχονται και για ευγένειες φιλονικούν.

Θα τους κοιτάς πως στα υψηλά αξιώματα με τρανούς κόπους,
μέρα νύχτα πασκίζουν ν’ ανεβούν και όλα να τ’ αφεντέψουν.

Άτυχα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένα στήθη.
Σε τι ζωή τρισκόταδη και σε κινδύνους πόσους,
αυτός ο λίγος ο καιρός της ζήσης σας διαβαίνει.

Δε βλέπετε που αληθινά δε λαχταρά άλλο πράγμα
η φύση εκείνου που από αυτόν ο πόνος έχει λείψει,
παρά το νου ανοιχτόκαρδα με δίχως φόβους κι έννοιες να χαίρεται;

Γι’ αυτό λοιπόν θωρούμε πως η φύση του σώματος
χρειάζεται πράγματα τέλεια λίγα, που κάθε πόνο αφαιρούν...

------------------------------------------

Βιβλίο II, 67–79.

«...βλέπουμε κάθε σώμα να φθείρεται και παρατηρούμε πως όλα λειώνουν κατά κάποιον τρόπο στο πέρασμα του χρόνου, και κρύβουν το παλίωμά τους από τα μάτια μας. Κι όμως το σύνολο των πραγμάτων είναι φανερό πως παραμένει ακέραιο.

Γιατί τα στοιχεία που ξεκολλούν από κάθε σώμα το μικραίνουν φεύγοντας απ’ αυτό, ενώ μεγαλώνουν εκείνο στο οποίο πηγαίνουν. Αναγκάζουν τα πρώτα να παλιώνουν και τα άλλα αντίθετα να ακμάζουν, χωρίς να σταματούν εκεί.

Έτσι το σύνολο των πραγμάτων ανανεώνεται και τα θνητά όντα ζουν παίρνοντας στοιχεία το ένα από το άλλο. Άλλα είδη αναπτύσσονται, άλλα φθείρονται και σε σύντομο χρονικό διάστημα οι γενιές των έμψυχων αντικαθιστούν η μια την άλλη μεταβιβάζοντας τη δάδα της ζωής...»

← Επιστροφή στην αρχική