Αρχική Άνθρωποι Βιβλία
Μια εποχή στην Κόλαση
1873
Κάποτε, αν θυμάμαι καλά,
πανέμορφη ήταν η ζωή μου,
όπου κάθε καρδιά ανοιγόταν και κάθε λογής κρασί έτρεχε.

Ένα βράδυ, πήρα την Ομορφιά στα πόδια μου,
και τη βρήκα πικρή, και τη βεβήλωσα.
Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη και δραπέτευσα.

Ω Μάγισσες, Ω Μιζέρια, Ω Μίσος,
είναι που σε σας τον θησαυρό μου εμπιστεύθηκα.
Κατάφερα να εξαφανίσω από μέσα μου κάθε ανθρώπινη ελπίδα.
Με ύπουλο δρασκέλισμα, χίμηξα σαν θηρίο
κι έπνιξα κάθε ευχαρίστηση.

Επικαλέστηκα τους δήμιους για να αφανιστώ,
μασώντας τις κάνες των τουφεκιών τους.
Επικαλέστηκα κάθε μάστιγα
για να με πνίξουν σε άμμο και αίμα.
Η Απόγνωση ήταν ο Θεός μου.

Στη λάσπη ξάπλωσα, στεγνώνοντας σε μιαρό αέρα.
Έτσι ξεγέλασα την τρέλα,
και η άνοιξη μου έφερε το τρομερό γέλιο των ηλιθίων.

Εντούτοις, τώρα τελευταία, προτού τα τινάξω,
σκέφτηκα να ψάξω το κλειδί του αρχαίου συμποσίου,
μήπως και βρω ξανά την όρεξή μου.

Φαίνεται πως η συμπόνια είναι το κλειδί αυτό.
Τούτη η έμπνευση δείχνει ότι ονειρεύτηκα.

«Θα παραμείνεις ύαινα…» κραυγάζει ο δαίμονας,
στεφανώνοντάς με με κάθε λογής ιλαρές παπαρούνες.
«Ψάξε τον Θάνατο με όλες τις αχαλίνωτες επιθυμίες,
τον εγωισμό και κάθε ασυγχώρητη αμαρτία σου».

Α! Επαρκής είμαι απ’ αυτά. Αλλά, αγαπημένε Σατανά,
σε ικετεύω, όχι βλοσυρές ματιές.
Και καθώς εκτιμάται σ’ έναν συγγραφέα
η έλλειψη περιγραφικού ή διδακτικού ύφους,
σου παραδίδω τούτες τις ελεεινές σελίδες
από το σημειωματάριο ενός κολασμένου.
← Επιστροφή στην αρχική