Ο Άλλος Τίγρης
1960
Μια τίγρης έρχεται στον νου. Το λυκόφως εδώ
μεγαλώνει την απέραντη και πολυάσχολη Βιβλιοθήκη
και μοιάζει να βυθίζει τα ράφια των βιβλίων στο σκοτάδι·
αθώα, αμείλικτη, ματωμένη, στιλπνή,
περιπλανιέται στο δάσος της και στη μέρα της,
αφήνοντας τα ίχνη της στις λασπωμένες όχθες
νωθρών ποταμών, των οποίων τα ονόματα δεν γνωρίζει
(στον κόσμο της δεν υπάρχουν ονόματα ούτε παρελθόν
ούτε μέλλον, μόνο το ζωντανό τώρα),
και διασχίζει άγριες εκτάσεις,
οσφραίνοντας τον πλεγμένο λαβύρινθο των μυρωδιών,
και στον άνεμο ξεχωρίζοντας τη μυρωδιά της αυγής
και το δελεαστικό άρωμα των ελαφιών που βόσκουν.
Ανάμεσα στις λοξές ρίγες του μπαμπού διακρίνω
τις ρίγες της τίγρης και νιώθω τον σκελετό
κάτω από το θαυμάσιο, τρεμάμενο κάλυμμα του δέρματός της.
Καμπυλωμένες θάλασσες και οι ερημιές του πλανήτη
μάταια μας κρατούν χωριστά· από εδώ, σε ένα μακρινό σπίτι
στη Νότια Αμερική, σε ονειρεύομαι,
σε παρακολουθώ, ω τίγρη των όχθων του Γάγγη.
Τώρα, καθώς το βράδυ γεμίζει την ψυχή μου,
σκέφτομαι πως η τίγρη που απευθύνω στο ποίημά μου
είναι ένα σκιώδες πλάσμα, μια τίγρη των συμβόλων,
φτιαγμένη από σκόρπια κομμάτια που μάζεψα από βιβλία,
μια αλυσίδα επιτηδευμένων μεταφορών χωρίς ζωή,
και όχι η μοιραία τίγρη, το φονικό κόσμημα
που κάτω από τον ήλιο ή τ’ αστέρια ή το μεταβαλλόμενο φεγγάρι
περιπλανιέται στη Βεγγάλη ή στη Σουμάτρα,
εκπληρώνοντας τους κύκλους του έρωτα, της ραθυμίας και του θανάτου.
Στην τίγρη των συμβόλων αντιπαραθέτω
εκείνη που είναι αληθινή, εκείνη που το αίμα της βράζει
καθώς κατασπαράζει ένα κοπάδι βουβαλιών,
κι εκείνη που σήμερα, αυτή την τρίτη Αυγούστου του χίλια
εννιακόσια πενήντα εννέα, ρίχνει τη σκιά της στο χορτάρι·
μα μόλις της δώσω ένα όνομα,
μόλις προσπαθήσω να χαράξω τα όρια του κόσμου της,
γίνεται μυθοπλασία κι όχι ζωντανό θηρίο,
όχι μια τίγρη που περιπλανιέται ελεύθερη στις άγριες εκτάσεις της γης.
Θα κυνηγήσουμε τώρα μια τρίτη τίγρη, μα κι αυτή, όπως
οι άλλες, θα είναι μια μορφή
εκείνου που ονειρεύομαι, μια κατασκευή από λέξεις, και όχι
η σάρκα και η μοναδική τίγρη που, πέρα από όλους τους μύθους,
βαδίζει πάνω στη γη. Γνωρίζω πολύ καλά όλα αυτά,
κι όμως κάποια δύναμη εξακολουθεί να με σπρώχνει
σ’ αυτή την αόριστη, παράλογη και πανάρχαια αναζήτηση,
κι εγώ συνεχίζω, μέσα στις ώρες, να κυνηγώ
μια άλλη τίγρη, το θηρίο που δεν βρέθηκε ποτέ μέσα στον στίχο.