Αρχική Ποιητές Ποίημα
Συμπόνια
1899
Ξέρω πώς νιώθει το πουλί που είναι φυλακισμένο, αλίμονο!
Όταν ο ήλιος λάμπει στις πλαγιές των λόφων·
όταν ο άνεμος απαλά κινεί το φρέσκο χορτάρι,
κι ο ποταμός κυλά σαν γυάλινο ρυάκι·
όταν το πρώτο πουλί τραγουδά κι ο πρώτος ανθός ανοίγει,
κι από το κύπελλό του σκορπίζει αχνό άρωμα—
ξέρω πώς νιώθει το φυλακισμένο πουλί!

Ξέρω γιατί το φυλακισμένο πουλί χτυπά τα φτερά του
ώσπου το αίμα του να κοκκινίσει τα σκληρά κάγκελα·
γιατί πρέπει να γυρίσει στην κούρνια του και να γαντζωθεί,
ενώ λαχταρά να βρίσκεται στο κλαδί, να αιωρείται·
κι ένας πόνος πάλλεται ακόμη μέσα στις παλιές, παλιές ουλές,
και ξαναχτυπούν με πιο οξύ κέντρισμα—
ξέρω γιατί χτυπά τα φτερά του!

Ξέρω γιατί το φυλακισμένο πουλί τραγουδά, αχ,
όταν το φτερό του είναι πληγωμένο και το στήθος του πονά—
όταν χτυπά τα κάγκελά του και λαχταρά να είναι ελεύθερο·
δεν είναι τραγούδι χαράς ή ευθυμίας,
μα μια προσευχή που στέλνει από τα βάθη της καρδιάς του,
μια ικεσία που υψώνει προς τον Ουρανό—
ξέρω γιατί τραγουδά το φυλακισμένο πουλί!
← Επιστροφή στην αρχική