Αρχική Ποιητές Ποίημα
Ο Κόρακας και η Αλεπού
Ο κυρ Κόρακας, ο αφέντης,
σ' ενός δέντρου το κλαρί,
στο ράμφος του κρατούσε
ένα λαχταριστό τυρί.

Η κυρά Αλεπού, απ' τη μυρωδιά,
λαχτάρησε το μεζεδάκι
κι αμέσως πονηρά και ύπουλα
του έστησε το παιχνιδάκι:

«Καλημέρα, κύριε Κόρακα,
καλέ μου φίλε και τρανέ!
Τι ομορφιά, τι αρχοντιά,
τι φτερωτή μεγαλοπρέπεια!

Όλοι μιλούν στην πολιτεία
για τη χάρη και τη λαλιά σου
και λένε πως το κελάηδημά σου
ταιριάζει με τα φτερά σου.

Αν η φωνή σου είναι αντάξια
της τόσο σπάνιας ομορφιάς σου,
τότε είσαι ο Φοίνικας του δάσους,
ο βασιλιάς των πουλιών του κόσμου!»

Μ' αυτά τα λόγια τα γλυκά
ο Κόρακας χάνει τα λογικά.
Και για να δείξει τη φωνή του,
ανοίγει διάπλατα το στόμα του·

μα το τυρί του πέφτει κάτω
κι η Αλεπού το αρπάζει μονομιάς.

Κι έπειτα, μ' ένα ειρωνικό χαμόγελο,
του λέει με νόημα:

«Καλέ μου κύριε Κόρακα,
να το θυμάσαι όσο ζεις:
όποιος πιστεύει στους κολακευτές,
συχνά πληρώνει την πλάνη του ακριβά.

Και το μάθημα που σήμερα σου έδωσα,
αξίζει όσο κι αυτό το τυρί.»

Σάστισε ο Κόρακας, ντράπηκε πολύ
για την αφέλειά του εκείνη
και ορκίστηκε πως στο εξής
τέτοια παγίδα δεν θα τον ξαναβρεί.
← Επιστροφή στην αρχική