Αρχική Ποιητές Ποίημα
Ωδή 25
Στην Εταίρα Λύντια
Αϊ τώρα πια λιγότερες φορές μέσα στις νύχτες
Στα παραθύρια τα κλειστά χτύπους ακούς συχνούς!
Λιγόστεψαν οι ακόλαστοι που ερχόντουσαν ξενύχτες
Και δε χαλάν τον ύπνο σου αδιάκριτα μ αυτούς.
Ανοιγόκλεινε εύκολα πριν η πόρτα σου, θυμάσαι;
Μα τώρα το κατώφλι της φυλάει αγκαλιαστά!
Δύσκολα πια τέτοια να κλαιν ακούς: «Λύντια, κοιμάσαι;
Που εγώ, ο καλός σου, χάνομαι, στα μακρονύχτια αυτά;
Κάτω από αφέγγαρο ουρανό και Συ, με τη σειρά σου,
Θα κλάψεις κάποτε γριά σ’ απόμερο στενό,
Σ’ ώρες χειμώνα, βλέποντας αδιάφορους μπροστά σου,
Αυτούς που σε τριγύριζαν εκείνο τον καιρό!
Γεμάτο φλόγα ο έρωτας και επιθυμίες μαινάδες,
Τα πληγωμένα στήθια σου με λύσσα θα κεντούν
Θα σου ξανάψουν τις ορμές τρελές, σα στις φοράδες,
Μα μονάχα στα δάκρυα σου ξεθύμασμα θα βρουν!
Χλωρό κισσό ολοπράσινο θέλουνε στην χαρά τους
Οι νέοι για τα στεφάνια τους, κι όχι μυρτιές ξερές!
Τα φύλλα που μαράθηκαν τα ρίχνουν μακριά τους
Στους αγύριστου Έβρου τις θολές και κρύες νεροσυρμές!

(Μτφ Μίμης Λουκάτος, Από το περιοδικό ΝΕΕΣ ΕΠΟΧΕΣ
Τεύχος 181, 1 Ιουλίου 1934)

← Επιστροφή στην αρχική