Αρχική Άνθρωποι Βιβλία
Tο τραγικό αίσθημα της ζωής
1913
Απόσπασμα από το Κεφάλαιο 1

Homo sum; nihil humani a me alienum puto, (είμαι
άνθρωπος, τίποτε ανθρώπινο δεν είναι ξένο σε μένα) είπε
ο ρωμαίος κωμωδιογράφος. Εγώ θα έλεγα καλύτερα:
Nullum hominem a me alienum puto; άνθρωπος είμαι,
κανέναν άλλον άνθρωπο δε θεωρώ ξένο. Γιατί το επίθετο
humanus μου φαίνεται το ίδιο ύποπτο όπως και το
ουσιαστικό humanitas, η ανθρωπότητα. Ούτε τα
ανθρώπινα ούτε η ανθρωπότητα, ούτε το απλό επίθετο,
ούτε το ουσιαστικοποιημένο επίθετο, παρά το
συγκεκριμένο ουσιαστικό: ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος με
σάρκα και οστά, αυτός που ζει, υποφέρει και πεθαίνει –
κυρίως πεθαίνει –, αυτός που τρώει, και πίνει, και παίζει,
και κοιμάται, και σκέφτεται, και επιθυμεί: ο άνθρωπος
που βλέπουμε και ακούμε, ο αδερφός, ο αληθινός αδερφός.

(Απο το κεφάλαιο 3- Η Πείνα για την Αθανασία)

Στην πραγματικότητα, είναι αδύνατο για εμάς να συλλάβουμε τον εαυτό μας ως μη υπάρχοντα, και καμία προσπάθεια δεν μπορεί να κάνει τη συνείδηση να κατανοήσει την απόλυτη ασυνειδησία, τη δική της εξάλειψη. Προσπάθησε, αναγνώστη, να φανταστείς, ενώ είσαι εντελώς ξύπνιος, την κατάσταση της ψυχής σου όταν βρίσκεσαι σε βαθύ ύπνο· προσπάθησε να γεμίσεις τη συνείδησή σου με την αναπαράσταση της ανυπαρξίας της συνείδησης, της δικής της εξάλειψης, και θα διαπιστώσεις ότι αυτό είναι αδύνατο.

Όλα περνούν! Αυτό είναι το ρεφρέν εκείνων που έχουν πιει, με τα χείλη στη βρύση, από την πηγή της ζωής, εκείνων που έχουν γευτεί τον καρπό του δέντρου της γνώσης του καλού και του κακού.

Να υπάρχεις, να υπάρχεις για πάντα, να υπάρχεις χωρίς τέλος! Δίψα για ύπαρξη, δίψα για κάτι περισσότερο! Πείνα για τον Θεό! Δίψα για μια αγάπη που αιωνιοποιεί και είναι αιώνια! Να υπάρχεις για πάντα! Να είσαι Θεός!

Η σκέψη ότι πρέπει να πεθάνω και το αίνιγμα του τι θα έρθει μετά τον θάνατο αποτελούν τον ίδιο τον παλμό της συνείδησής μου. Όταν αντικρίζω τη γαλήνια πρασινάδα των αγρών ή κοιτάζω μέσα στα καθαρά μάτια, μέσα από τα οποία λάμπει μια άλλη ανθρώπινη ψυχή, η συνείδησή μου διαστέλλεται· αισθάνομαι τη διαστολή της ψυχής και λούζομαι μέσα στο ρεύμα της ζωής που κυλά γύρω μου, και πιστεύω στο μέλλον μου· όμως αμέσως η φωνή του μυστηρίου μου ψιθυρίζει: «Θα πάψεις να υπάρχεις!»· ο άγγελος του Θανάτου με αγγίζει με το φτερό του, και η συστολή της ψυχής πλημμυρίζει τα βάθη του πνεύματός μου με το αίμα της θεότητας.
← Επιστροφή στην αρχική