ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Γκαμπριέλ Ρουά 1909 έως 1983 (74)

Οι ιδέες συχνά διαρκούν μόνο μια μέρα. Τα συναισθήματα, τα όνειρα, σχεδόν για πάντα.


ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Ιστορίες από

την οδό Ντεσαμπώ



Πόσο θλιβερο!
Γιατί αν ο μπαμπάς είχε συμπεριφερθεί μαζί μας όπως με αγνώστους, και αν η μαμά μαζί του όπως όταν έλειπε, δεν θα ήταν τέλεια ευτυχισμένοι μαζί;

Η Γκαμπριέλ Ρουά (Gabrielle Roy, 22 Μαρτίου 1909 – 13 Ιουλίου 1983) ήταν πολυβραβευμένη Καναδή συγγραφέας, από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της γαλλόφωνης καναδικής πεζογραφίας του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου του 1909 στο Σαιν-Μπονιφάς της Μανιτόμπα, ήταν η μικρότερη σε μια οικογένεια 11 παιδιών. Άρχισε να γράφει από πολύ μικρή ηλικία, ακούγοντας ιστορίες από τον πράκτορα μετανάστευσης πατέρα της, τη μητέρα της και την μεγαλύτερη αδελφή της. Διέπρεψε ως μαθήτρια στο σχολείο, τελειώνοντας ξεκίνησε να εργάζεται ως δασκάλα. Οι εμπειρίες της μεταξύ 1929 και 1937 ως δασκάλα στη μικρή πόλη Μανιτόμπα, αλλά και σε απομακρυσμένες περιοχές του πολυπολιτισμικού δυτικού Καναδά την γέμισε εμπειρίες που αργότερα θα γινόταν ένα συγκλονιστικό βιβλίο (Ces enfants de mavie, 1977 Children of My Heart).

Είχε αγάπη για το θέατρο και το 1937 κατάφερε να πάει στην Ευρώπη για θεατρικές σπουδές. Μετά από απογοητευτική παραμονή 2 χρόνων σε Γαλλία και Αγγλία, επέστρεψε έχοντας εγκαταλείψει τα θεατρικά της όνειρα, βρήκε δουλειά ως δημοσιογράφος. Μετακόμισε στο Μόντρεαλ, όπου, έγινε ανεξάρτητη δημοσιογράφος, η έρευνα της σε κάποιες φτωχογειτονιές την ενέπνευσε να γράψει αυτό που θα γινόταν το πρώτο σημαντικό καναδικό αστικό μυθιστόρημα. Το «Ευτυχία σε τιμή ευκαιρίας» (Bonheur d'occasion, Μόντρεαλ 1945),κατήγγειλε την κατάσταση των εργατών και των μη προνομιούχων στην αρχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ έθεσε ερωτήσεις για τον ρόλο του πατριωτισμού και της θρησκείας. Γνώρισε μεγάλη επιτυχία με αυτό το μυθιστόρημα και ξέφυγε από την φτώχεια, έκτοτε έζησε την ζωή της γράφοντας επιτυχημένα μυθιστορήματα με τα οποία κέρδισε πολλά χρήματα και βραβεία. Μερικά από τα μυθιστορήματά της, πραγματεύονται την απομονωμένη αγροτική ζωή στη Μανιτόμπα, στα περισσότερα απεικονίζει τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις των φτωχών με έναν πολύ ρεαλιστικό τρόπο.

Η Ρουά πέθανε στην Πόλη του Κεμπέκ, στις 13 Ιουλίου του 1983. Το επόμενο χρόνο δημοσιεύτηκε η αυτοβιογραφία της με τίτλο «Μαγεία και Θλίψη». Τα χειρόγραφά της φυλάσσονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Καναδά, ενώ έχει θεσπισθεί και βραβείο στο όνομά της.