|
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Προυντόν 1809 έως 1865 (56)
| ||
|---|---|---|---|
|
Περί ιδιοκτησίας
Εάν με ρωτούσαν «Τι είναι η σκλαβιά»; και έπρεπε να απαντήσω με μια λέξη, θα έλεγα «φόνος» και θα γινόμουν αμέσως κατανοητός. Δεν θα χρειαζόταν κανένα επιπλέον επιχείρημα για να δείξω ότι το να αφαιρείς από κάποιους τις σκέψεις τους, τις επιθυμίες τους, την προσωπικότητά τους είναι μια εξουσία ζωής και θανάτου, και το να σκλαβώνεις έναν άνθρωπο είναι σαν να τον σκοτώνεις. Επομένως γιατί στην ερώτηση «Τι είναι η ιδιοκτησία;» να μην απαντήσω «Κλοπή»; |
Ο Πιερ Ζοζέφ Προυντόν (Pierre Josef Prοudhon, 15 Ιανουαρίου 1809 - 19 Ιανουαρίου 1865) ήταν Γάλλος πολιτικός και φιλόσοφος, από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς του αναρχισμού, ο πρώτος που αυτοχαρακτηρίστηκε αναρχικός. Γεννήθηκε στην Μπεζανσόν έξω από το Παρίσι και ήταν ένας από τους πέντε γιους ενός βαρελά και ζυθοποιού. Μεγάλωσε μέσα στην ανέχεια και από μικρός βοηθούσε όπως μπορούσε στην ετοιμόρροπη οικογενειακή επιχείρηση. Δεν πήγε σχολείο και έμαθε λίγα γράμματα από την μητέρα του ωστόσο μεγαλώνοντας έδειχνε δίψα για μάθηση και οι γονείς του έπεισαν τον φεουδάρχη της περιοχής να του χορηγήσει μια υποτροφία για το τοπικό Κολέγιο της Μπεζανσόν. Η οικονομική καταστροφή της οικογένειας θα τον αναγκάσει να σταματήσει τις σπουδές και να εργαστεί μαθητευόμενος τυπογράφος από το 1827. Στο τυπογραφείο έμαθε μόνος του ελληνικά, λατινικά και εβραϊκά, ώστε να μπορεί να διαβάζει και να διορθώνει τα βιβλία που τύπωναν και ήρθε σε επαφή με ανθρώπους του πνεύματος. Το 1829 γνωρίστηκε με τον Σαρλ Φουριέ, τον πατέρα του ουτοπικού σοσιαλισμού που τον μύησε στις βασικές αρχές της σοσιαλιστικής σκέψης. Το 1838 ο Προυντόν πήρε το τρίτο βραβείο σ’ ένα διαγωνισμό δοκιμίου κι εξασφάλισε υποτροφία από την Ακαδημία της Μπεζανσόν για σπουδές φιλοσοφίας στο Παρίσι. Μαζί με τις σπουδές ξεκίνησε και την συγγραφή και το 1840 προκάλεσε αίσθηση με το δοκίμιο «Τι είναι η ιδιοκτησία;» στο οποίο απαντάει: «η ιδιοκτησία είναι κλοπή» και ορίζει την αναρχία ως την "απουσία ενός αφέντη, ενός ηγεμόνα. Το μνημειώδες αυτό έργο θα τον βάλει στο στόχαστρο των Αρχών ως ανατρεπτικό στοιχείο και θα του φέρει κοντά στον αρχικά ομοϊδέατη και αργότερα άσπονδο εχθρό Καρλ Μαρξ. Οι δυο τους συναντήθηκαν κατά τη διάρκεια της εξορίας του Μαρξ στο Παρίσι και τα επόμενα χρόνια αντάλλαξαν πλήθος επιστολών επηρεάζοντας ο ένας τον άλλον μέχρι που οι ιδέες τους ήρθαν σε σύγκρουση. Ο Προυντόν, αντίθετα από τον Μαρξ, δεν θεωρούσε πρόσφορο μέσο αλλαγής της κοινωνίας την βίαιη απαλλοτρίωση των καπιταλιστών, ήταν οπαδός μιας εναλλακτικής πολιτικής οικονομίας που βαθμιαία και ειρηνικά θα μετέφερε τον πλούτο από τους καπιταλιστές στους καταπιεζόμενους. Κατά τον Μαρξ, ο Προυντόν ήταν ένας μπουρζουάς σοσιαλιστής, εξαιτίας των απόψεών του υπέρ της αγοράς, την οποία δεν απέρριπτε συλλήβδην. Κατά την παρισινή επανάσταση του 1848, ο Προυντόν ήταν υπέρ ενός ειρηνικού συμβιβασμού και δήλωνε συγκλονισμένος από την βία που επικράτησε αν και κατανοούσε τις κοινωνικές και ψυχολογικές αδικίες που οδήγησαν στα γεγονότα αυτά. Διατύπωσες ενδοιασμούς σχετικά με τη νέα κυβέρνηση διότι προωθούσε μία πολιτική μεταρρύθμιση σε βάρος των κοινωνικοοικονομικών μεταρρυθμίσεων που ο ίδιος θεωρούσε εξαιρετικής σημασίας, όπως περιέγραψε στο «Επίλυση του κοινωνικού προβλήματος». Υποστήριξε την ανάγκη ίδρυσης μιας τράπεζας που θα εξασφάλιζε την παροχή πιστώσεων με πολύ χαμηλό επιτόκιο και προσπάθησε να ιδρύσει μία Λαϊκή Τράπεζα για τους εργάτες αλλά η τράπεζα δεν κατάφερε να επιβιώσει. Το 1849 ήρθε σε σύγκρουση με το νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Λουδοβίκο Ναπολέοντα καθώς του ασκούσε σκληρή κριτική με πλήθος άρθρων του, για τα οποία καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης. Στην διάρκεια της φυλάκισης του παντρεύτηκε μια νεαρή εργάτρια, απέκτησε το πρώτο του παιδί και δημοσίευσε τέσσερα βιβλία, ανάμεσα στα οποία και ένα αυτοβιογραφικό, το «Εξομολόγηση ενός επαναστάτη». Τα γραπτά του τού έφεραν νέες διώξεις και καταδίκες, γι’ αυτό και αυτοεξορίστηκε στο Βέλγιο. Εκεί έζησε μέσα στην ανέχεια, χωρίς να σταματήσει να πραγματεύεται το ζήτημα της εξέλιξης προς μεγαλύτερη ελευθερία και κοινωνική ισότητα. Το 1862 με την υγεία του καταβεβλημένη, ο γάλλος αυτοκράτορας του χορήγησε χάρη και κατάφερε να επιστρέψει στην Γαλλία, όπου πέθανε στις 19 Ιανουαρίου 1865. |
||