Π. Ζ. ΠΡΟΥΝΤΟΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Π. Ζ. ΠΡΟΥΝΤΟΝ

Περί ιδιοκτησίας

Απόσπασμα από
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΤΣΑΝΟΣ
σε μετάφραση: Κώστα Δεσποινιάδη

Οι σύγχρονοι νομικοί, ακολουθώντας τους οικονομολόγους, έχουν εγκαταλείψει ως υπερβολικά καταστροφική τη θεωρία της πρωταρχικής κατάληψης και έχουν υιοθετήσει αυτή που θεωρεί ότι η ιδιοκτησία γεννιέται απ' την εργασία. Αυτή είναι μια πλάνη που οφείλεται στo ότι κυνηγάνε την ουρά τους. Προκειμένου να εργαστείς είναι αναγκαίο να καταλάβεις, λέει ο κύριος Cousin 1. (Victor Cousin, 1772-1867, γάλλος φιλόσοφος). Συνεπώς, αφού το δικαίωμα της κατάληψης είναι ίσο για όλους, έχω προσθέσει με τη σειρά μου ότι για να εργαστείς είναι αναγκαίο να αποδεχτείς την ισότητα. «Ο πλούσιος», αναφωνεί ο Ζαν Ζακ [Ρουσώ], «λέει καμαρώνοντας, "εγώ είμαι αυτός που έχτισε αυτό τον τοίχο, εγώ είμαι αυτός που έχει κερδίσει αυτή τη γη με τη δουλειά του"». «Ποιος σας το ζήτησε», μπορούμε να απαντήσουμε, «και με ποιο δικαίωμα απαιτείτε από μας αμοιβή για μια εργασία που δεν σας την έχουμε επιβάλλει;». Κάθε σοφιστία καταρρέει μπροστά σ' αυτό τον συλλογισμό.

Αλλά οι θιασώτες της εργασίας δεν βλέπουν ότι το σύστημά τους έρχεται σε απόλυτη αντίφαση με τον [Αστικό] Κώδικα, όλα τα άρθρα και οι διατάξεις του οποίου θεωρούν ως δεδομένο ότι η ιδιοκτησία βασίζεται στο γεγονός της πρωταρχικής κατάληψης. Εάν η εργασία από μόνη της, μέσω της ιδιοποίησης που προέρχεται από αυτήν, γεννά την ιδιοκτησία, τότε ο Αστικός Κώδικας λέει ψέματα, ο Καταστατικός Χάρτης είναι μια ψευτιά, και ολόκληρο το κοινωνικό μας σύστημα είναι μια παραβίαση αυτού του δικαιώματος. Αυτό θα αποδειχτεί στη συζήτηση που θα παρουσιάσουμε σ' αυτό το κεφάλαιο, σχετικά με το δικαίωμα της εργασίας καθώς και το γεγονός της ιδιοκτησίας. Θα δούμε απ' τη μια τη νομοθεσία μας να έρχεται σε αντίθεση με τον εαυτό της, και απ' την άλλη την καινούργια μας νομολογία να έρχεται σε αντίθεση τόσο με τα δικά της θεμέλια όσο και με την υπάρχουσα νομοθεσία. Έχω υποστηρίξει ότι το σύστημα που βασίζει την ιδιοκτησία στην εργασία, εξίσου με αυτό που τη βασίζει στην κατάληψη, συνεπάγεται την ισότητα των περιουσιών. Ο αναγνώστης θα ανυπομονεί να μάθει πώς, απ' την ανισότητα των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων, σκοπεύω να εξάγω αυτό τον νόμο της ισότητας, και σύντομα θα ικανοποιηθεί. Θα εφιστούσα, όμως, την προσοχή του, για μια στιγμή, σ' αυτή την αξιοσημείωτη πλευρά της μεθόδου, δηλαδή το να βάζεις την εργασία στη θέση της κατάληψης ως αρχή της ιδιοκτησίας και θα κάνω μια σύντομη ανασκόπηση σε μερικές απ' τις προκαταλήψεις τις οποίες οι ιδιοκτήτες συνηθίζουν να επικαλούνται, η νομοθεσία τις έχει επικυρώσει και το σύστημα της εργασίας τις έχει καταστρέψει ολοσχερώς.

Αναγνώστη, έχεις παραστεί ποτέ στην εξέταση ενός εγκληματία; Έχεις παρακολουθήσει τα τεχνάσματά του, τις παλινωδίες του, τις υπεκφυγές του, τις σοφιστείες του, τα διφορούμενα λόγια του; Εξουθενωμένος, μπερδεμένος σε όλους τους ισχυρισμούς του, κυνηγημένος σαν άγριο ζώο απ' τον αμείλικτο δικαστή που τον παρακολουθεί από υπόθεση σε υπόθεση, κάνει μια δήλωση, μετά τη διορθώνει, την ανακαλεί, τη διαψεύδει' εξαντλεί όλα τα τεχνάσματα της διαλεκτικής, είναι πιο οξυδερκής, χίλιες φορές πιο πολυμήχανος από αυτόν που επινόησε τις εβδομήντα δύο μορφές του συλλογισμού. ΤΟ ίδιο κάνει ο ιδιοκτήτης όταν καλείται να υπερασπιστεί το δικαίωμά του: αρχικά αρνείται να απαντήσει, ξεφωνίζει, απειλεί, ανθίσταται' έπειτα, αναγκασμένος να συζητήσει, οπλίζεται με δικολαβίες, θωρακίζεται με τρομερό πυροβολικό, διασταυρώνει τα πυρά του, καταπολεμά μία προς μία και όλες μαζί την κατάληψη, τη νομή, την παραγραφή, τα συμβόλαια, τα πανάρχαια έθιμα και την παγκόσμια συναίνεση.

Ο ιδιοκτήτης, νικημένος σ' αυτό το πεδίο, σαν ένας πληγωμένος κάπρος, στρέφεται προς τους διώκτες του: «Έχω κάνει περισσότερα απ' το να καταλάβω», φωνάζει με τρομερή συγκίνηση. «Έχω εργαστεί, έχω παραγάγει, έχω βελτιώσει και μεταβάλει. Έχω ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ. Αυτό το σπίτι, αυτά τα χωράφια, αυτά τα δέντρα είναι έργο των χεριών μου' μετέβαλα αυτά τα βάτα σε αμπέλι κι αυτούς τους θάμνους σε συκιές και σήμερα παίρνω σοδειά από μια γη που ήταν ερημωμένη. Κανείς δεν μοιράστηκε μαζί μου τον κόπο και τα έξοδα' κανείς δεν θα μοιραστεί τα κέρδη.» Έχεις εργαστεί, ιδιοκτήτη ! Τότε γιατί μιλάς για την πρωταρχική κατάληψη; Τι, δεν ήσουν σίγουρος για τα δικαιώματά σου ή ήλπιζες να εξαπατήσεις τους ανθρώπους και να κάνεις τη δικαιοσύνη μια ψευδαίσθηση; Βιάσου να μας δείξεις τα μέσα της υπεράσπισής σου, γιατί δεν θα υπάρξει έφεση στην απόφαση, και γνωρίζεις ότι μετά υπάρχει κι ένα ζήτημα αποζημίωσης. Έχεις εργαστεί! Αλλά τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στην εργασία, την οποία σε υποχρεώνει να εκτελείς το καθήκον, και την ιδιοποίηση των κοινόχρηστων πραγμάτων; Δεν γνωρίζεις ότι η κυριότητα του εδάφους, όπως και του αέρα και του φωτός, δεν μπορεί να χαθεί λόγω παραγραφής; Έχεις εργαστεί! Δεν έχεις βάλει ποτέ άλλους να δουλέψουν για λογαριασμό σου; Γιατί, λοιπόν, αυτοί έχασαν δουλεύοντας για λογαριασμό σου ό,τι εσύ κέρδισες μη δουλεύοντας γι' αυτούς; Έχεις εργαστεί! Πολύ καλά, αλλά ας δούμε τα δημιουργήματά σου. Θα τα υπολογίσουμε, θα τα ζυγίσουμε και θα τα μετρήσουμε. Θα είμαστε δίκαιοι σαν τον Σολομώντα' γιατί ορκίζομαι σε τούτη τη ζυγαριά, σε τούτο το αλφάδι και σε τούτο το μέτρο, ότι αν ιδιοποιήθηκες την εργασία κάποιου άλλου, καθ' οιονδήποτε τρόπο, θα τον αποζημιώσεις μέχρι τελευταίας δεκάρας. Έτσι, η αρχή της κατάληψης εγκαταλείπεται· κανείς δεν θα πει στο εξής, «η γη ανήκει σ' αυτόν που την κατέλαβε πρώτος».

Η ιδιοκτησία, σπρωγμένη στην πρώτη γραμμή των χαρακωμάτων της, αποκηρύσσει το παλιό της ρητό· η δικαιοσύνη, ντροπιασμένη, ανακαλεί τα αποφθέγματά της και, θλιμμένη, χαμηλώνει το πέπλο της πάνω στα κοκκινισμένα της μάγουλα. Και αυτή η πρόοδος στην κοινωνική φιλοσοφία είναι μόλις χθεσινή: χρειάστηκάν πενήντα αιώνες για να ξεριζωθεί ένα ψέμα! Κατά τη διάρκεια αυτής της αξιοθρήνητης περιόδου, πόσοι σφετερισμοί δεν επικυρώθηκαν, πόσες εισβολές δεν εξυμνήθηκαν, πόσες κατακτήσεις δεν γιορτάστηκαν! Από πόσους απόντες δεν πήραν τα πράγματα και πόσοι φτωχο Άκουσα να διακηρύσσεται από όλες τις μεριές: «Τιμή στην εργασία και την εργατικότητα! Στον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του' η κάθε ικανότητα ανάλογα με τα έργα της.» Βλέπω τα τρία τέταρτα του ανθρώπινου γένους να λεηλατούνται ξανά, και μπορούμε να πούμε ότι η εργασία των λίγων ρίχνει βροχή και χαλάζι στην εργασία των υπολοίπων.

«Το πρόβλημα λύθηκε», αναφωνεί ο κύριος Hennequin. «Την ιδιοκτησία, την κόρη της εργασίας, μπορούμε να την απολαύσουμε στο παρόν και στο μέλλον μόνο υπό την προστασία των νόμων. Έλκει την καταγωγής της απ' το φυσικό δίκαιο' η δύναμή της προέρχεται απ' το αστικό δίκαιο' και απ' την ένωση των δύο αυτών ιδεών, της εργασίας και της προστασίας, έχουν προέρθει θετικές νομοθεσίες .. . »

Αχ! «Το πρόβλημα λύθηκε. Η ιδιοκτησία είναι κόρη της εργασίας !» Τι είναι, λοιπόν, το δικαίωμα της απόκτησης, το δικαίωμα διαδοχής και το δικαίωμα της δωρεάς κλπ, αν όχι το δικαίωμα του να γίνεις ιδιοκτήτης μέσω της απλής κατάληψης; Τι είναι οι νόμοι σας σχετικά με την εποχή της πλειοψηφίας, της χειραφέτησης, της κηδεμονίας και της απαγόρευσης, αν όχι οι διάφορες συνθήκες μέσω των οποίων αυτός που είναι ήδη εργάτης κερδίζει ή χάνει το δικαίωμα της κατάληψης, δηλαδή της ιδιοκτησίας; Αδυνατώντας αυτή τη στιγμή να υπεισέλθω σε μια λεπτομερή συζήτηση γύρω απ' τον [Αστικό] Κώδικα, θα περιοριστώ στην εξέταση των τριών προκαταλήψεων που χρησιμοποιούνται συνήθως υπέρ της ιδιοκτησίας:

1. Η ιδιοποίηση, ή ο σχηματισμός ιδιοκτησίας, μέσω νομής
2. Η συναίνεση των ανθρώπων, και
3. Η παραγραφή.

Στη συνέχεια θα διερευνήσω τα αποτελέσματα της εργασίας τόσο στην αντίστοιχη κατάσταση των εργατών όσο και στην ιδιοκτησία. 1. Τη γη δεν μπορεί κανείς να την ιδιοποιηθεί «Τα εδάφη που μπορούν να καλλιεργηθούν θα πρέπει να θεωρούνται φυσικός πλούτος, δεδομένου ότι δεν έχουν δημιουργηθεί απ' τους ανθρώπους, αλλά έχουν παραχωρηθεί δωρεάν σ' αυτούς απ' τη φύση. Αλλά αυτός ο πλούτος δεν είναι κινούμενος σαν τον αέρα και το νερό, αφού ένα χωράφι είναι ένας σταθερός και περιορισμένος χώρος τον οποίο ορισμένοι άνθρωποι μπόρεσαν να ιδιοποιηθούν, αποκλείοντας όλους τους υπόλοιπους, οι οποίοι με τη σειρά τους έχουν συναινέσει σ' αυτή την ιδιοποίηση, κι έτσι η γη, που ήταν ένα φυσικό και δωρεάν δώρο, έχει γίνει κοινωνικός πλούτος, που πρέπει να πληρώσουμε προκειμένου να τον χρησιμοποιήσουμε». (J-Β Say2, Πολιτική οικονομία) Έκανα λάθος όταν έλεγα, στην αρχή του κεφαλαίου, ότι οι οικονομολόγοι αποτελούν το χειρότερο είδος εξουσίας στα ζητήματα της νομοθε- σίας και της φιλοσοφίας; Ο πατέρας αυτής της αίρεσης [ο J.B. Say] θέτει ξεκάθαρα το ερώτημα: πώς είναι δυνατόν τα αγαθά της φύσης, ο πλούτος που δημιουργήθηκε απ' τη Θεία Πρόνοια, να γίνονται ατομική ιδιοκτησία; Και απαντά τόσο χυδαία και διφορούμενα ώστε δεν μπορούμε να πούμε αν αυτό συμβαίνει εξαιτίας της έλλειψης ευφυΐας απ' την πλευρά του συγγραφέα ή εξαιτίας της κακής του προαίρεσης.

Ερωτώ, τι σχέση έχει η σταθερή και στέρεα φύση της γης με το δικαίωμα της ιδιοποίησης; Καταλαβαίνω πολύ καλά ότι είναι πιο εύκολο να ιδιοποιηθεί κανείς ένα πράγμα που είναι περιορισμένο και ακίνητο, όπως το έδαφος, παρά το νερό ή το φως του ήλιου. Ότι είναι πιο εύκολο να ασκήσει κανείς το δικαίωμα της επικράτειας πάνω στο χώμα παρά πάνω στην ατμόσφαιρα· αλλά το ζήτημα δεν είναι πόσο εύκολα μπορεί να γίνει κάτι· και ο Say μπερδεύει την αρχή με την πιθανότητα. Δεν ρωτάμε γιατί έχουν ιδιοποιηθεί τη γη περισσότερο απ' όσο τη θάλασσα και τον αέρα· θέλουμε απλώς να μάθουμε με ποιο δικαίωμα ο άνθρωπος έχει ιδιοποιηθεί τον πλούτο που δεν δημιούργησε και του δόθηκε δωρεάν απ' τη φύση. Ο Say, λοιπόν, δεν απαντά στο ερώτημα που έθεσε ο ίδιος όμως αν απαντούσε, αν η εξήγηση που θα μας έδινε ήταν τόσο ικανοποιητική όσο είναι παράλογη, θα θέλαμε ακόμα να μάθουμε ποιος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει πληρωμή για τη χρήση του εδάφους, αυτού του πλούτου που δεν τον έχει δημιουργήσει κανείς. Ποιος δικαιούται να εκμισθώνει τη γη; Δίχως αμφιβολία, αιπός που έχει δημιουργήσει τη γη. Αλλά ποιος έφτιαξε τη γη; Ο Θεός. Επομένως, ιδιοκτήτη, άδειασέ μας τη γωνιά. Όμως ο δημιουργός της γης δεν την πουλά, τη δίνει' και δίνοντάς την, δεν κάνει διακρίσεις. Γιατί κάποια απ' τα παιδιά του αντιμετωπίζονται ως νόμιμα και κάποια άλλα ως μπάσταρδα; Αν το να έχουν όλοι ίσο μερίδιο ήταν ένα πρωταρχικό δικαίωμα, πώς η ανισότητα των συνθηκών είναι ένα μεταθανάτιο δικαίωμα;

Ο Say μας δίνει να καταλάβουμε ότι αν ο αέρας και το νερό δεν ήταν κινούμενα κάποιοι θα τα είχαν ιδιοποιηθεί. Ας σημειώσω, παρεμπιπτόντως, ότι αυτή δεν είναι μόνο μια υπόθεση, είναι μια πραγματικότητα. Συχνά άνθρωποι έχουν ιδιοποιηθεί τον αέρα και το νερό. Δεν λέω όσο συχνά μπορούσαν, αλλά όσο συχνά τους επιτράπηκε. .., Οι Πορτογάλοι, έχοντας ανακαλύψει τον δρόμο για την Ινδία μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, διεκδικούσαν να έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα σ' αυτό τον δρόμο' και ο Grotius, που συμβουλεύτηκε σ' αυτό το ζήτημα τους Ολλανδούς, οι οποίοι αρνούνταν να αναγνωρίσουν αυτό το δικαίωμα, έγραψε την πραγματεία περί Της Ελευθερίας της Θάλασσας επί τούτου, για να αποδείξει ότι η θάλασσα δεν επιδέχεται ιδιοποίηση. Το δικαίωμα του κυνηγιού και του ψαρέματος ήταν πάντοτε διαφυλαγμένο για τους κυρίους και τους ιδιοκτήτες. Σήμερα εκμισθώνεται από την κυβέρνηση και τις κοινότητες σε οποιονδήποτε μπορεί να πληρώσει την άδεια και το ενοίκιο. Το να μπουν κανόνες στο κυνήγι και το ψάρεμα είναι καλό, αλλά το να γίνουν αυτά αντικείμενο πώλησης σημαίνει ότι δημιουργείται ένα μονοπώλιο πάνω στον αέρα και το νερό.

Τι είναι ένα διαβατήριο; Ένα παγκόσμιο πιστοποιητικό για το πρόσωπο του ταξιδιώτη, μια βεβαίωση ασφάλειας γι' αυτόν και τα υπάρχοντά του. Το υπουργείο οικονομικών, που είναι στη φύση του να καταστρέφει τα καλύτερα πράγματα, έχει κάνει το διαβατήριο ένα μέσο κατασκοπείας και φορολογίας. Δεν πουλάνε το δικαίωμα να ταξιδεύεις και να μετακινείσαι; Τελικά, δεν επιτρέπεται ούτε να πάρεις νερό από μια πηγή σε ένα συγκεκριμένο μέρος χωρίς την άδεια του ιδιοκτήτη, επειδή, εξαιτίας του δικαιώματος εισόδου, η πηγή ανήκει στον κάτοχο του εδάφους, αν δεν υπάρχει αντίθετο δικαίωμα κυριότητας, ούτε να περάσεις μια μέρα στο οίκημά του χωρίς να πληρώσεις, ούτε να κοιτάξεις μια αυλή, έναν κήπο ή ένα περιβόλι δίχως τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ούτε να σουλατσάρεις σ' ένα πάρκο ή σ' έναν περιφραγμένο χώρο χωρίς τη θέληση του ιδιοκτήτη - ο καθένας μπορεί να κλειδαμπαρωθεί και να περιχαρακωθεί. Όλες αυτές οι απαγορεύσεις είναι ιεροί αποκλεισμοί όχι μόνο απ' τη γη αλλά κι απ' τον αέρα και το νερό.

Η ιδιοκτησία αφορίζει εμάς, τους προλετάριους, που είμαστε: Terra et aqua, et aere, et igne interdicti sumus. Η ιδιοποίηση του πιο σταθερού απ' τα στοιχεία της φύσης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί δίχως να υποστούν ιδιοποίηση και τα άλλα τρία, αφού σύμφωνα με το Γαλλικό και το Ρωμα·ίκό Δίκαιο, η ιδιοκτησία της επιφάνειας συνοδεύεται από την ιδιοκτησία όσων βρίσκονται πάνω και κάτω απ' το έδαφος: Cujus est solum, ejus est usque od coelum. Όμως αν δεν μπορεί να υπάρξει ιδιοκτησία στη χρήση του νερού, του αέρα και της φωτιάς, το ίδιο ισχύει και για το έδαφος. Αυτή φαίνεται να είναι η λογική αλυσίδα που παρουσιάζεται απ' τον κύριο Ch. Comte στην Πραγματεία περί ιδιοκτησίας, στο κεφάλαιο 5. Εάν ένας άνθρωπος στερηθεί τον αέρα για λίγες στιγμές, παύει να υπάρχει, και μια μερική στέρηση του αέρα θα του προκαλέσει σοβαρά προβλήματα· μια μερική ή πλήρης στέρηση του φαγητού θα του προκαλούσε παρόμοια αποτελέσματα, μολονότι λιγότερο άμεσα' και θα συνέβαινε το ίδιο, τουλάχιστον σε ορισμένα κλίματα, απ' τη στέρηση των ρούχων και του καταλύματος ... Έτσι, για να διατηρηθεί ο άνθρωπος στη ζωή, χρειάζεται να ιδιοποιείται συνεχώς όλων των ειδών τα πράγματα. Αλλά αυτά τα πράγματα δεν υπάρχουν στις ίδιες αναλογίες.

Μερικά, όπως το φως των αστεριών, η ατμόσφαιρα της γης και το νερό της θάλασσας και των ωκεανών υπάρχουν σε τόσο μεγάλες ποσότητες ώστε οι άνθρωποι δεν μπορούν να δημιουργήσουν καμιά αισθητή αύξηση ή μείωσή τους και ο καθένας μπορεί να ιδιοποιηθεί όσα χρειάζεται χωρίς να τα στερήσει απ' την απόλαυση των υπολοίπων ή να τους προκαλέσει την ελάχιστη ζημιά. Τα πράγματα αυτού του είδους είναι κατά κάποιον τρόπο η κοινή ιδιοκτησία του ανθρώπινου· γένους απ' αυτή την άποψη, το μόνο καθήκον που επιβάλλεται πάνω στο κάθε άτομο είναι να μην παρεμβαίνει στην απόλαυση των άλλων.

[...]

Το νερό, ο αέρας και το φως είναι κοινά αγαθά όχι επειδή είναι ανεξάντλητα, αλλά επειδή είναι απαραίτητα, και μάλιστα τόσο απαραίτητα που η φύση φαίνεται ότι δημιούργησε τέτοιες ποσότητες, σχεδόν άπειρες, έτσι ώστε η αφθονία τους να μπορεί να αποτρέψει την ιδιοποίησή τους. Παρομοίως, η γη είναι απαραίτητη για την ύπαρξή μας, συνεπώς είναι ένα κοινό αγαθό, ανεπηρέαστο απ' την ιδιοποίηση' αλλά το έδαφος είναι περισσότερο σπάνιο από τα υπόλοιπα στοιχεία της φύσης, κι έτσι η χρήση του πρέπει να ρυθμιστεί όχι προς όφελος των λίγων αλλά για το συμφέρον και την ασφάλεια όλων. Κοντολογίς, η ισότητα των δικαιωμάτων αποδεικνύεται απ' την ισότητα των αναγκών. Όμως ισότητα δικαιωμάτων, για κάτι που υπάρχει σε περιορισμένη ποσότητα, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την ισότητα της νομής. Ένας νόμος αναδασμού βρίσκεται πίσω απ' τα επιχειρήματα του κυρίου Ch. Comte. Από όποια πλευρά κι αν εξετάζουμε το ζήτημα της ιδιοκτησίας, υπό τον όρο ότι πηγαίνουμε στη ρίζα του, φτάνουμε στην ισότητα. Δεν θα επιμείνω περισσότερο στη διάκριση ανάμεσα στα πράγματα που μπορούν να υποστούν ιδιοποίηση και σ' αυτά που δεν μπορούν· σ' αυτό το θέμα οι οικονομολόγοι και οι νομομαθείς έχουν παραγάγει θύελλα ανοησιών. Ο Αστικός Κώδικας, αφότου όρισε την ιδιοκτησία, σιωπά σχετικά με τα πράγματα που υπόκεινται ή όχι σε ιδιοποίηση· και αν μιλά για πράγματα που βρίσκονται στην αγορά, το κάνει πάντα δίχως να καθορίζει ή να ορίζει τίποτα. Ωστόσο, τα φώτα δε έλειψαν. Υπάρχουν κοινότοπα αποφθέγματα όπως αυτό: Ad reges potestas omnium pertinet, ad singulos proprίetas. Omnia τα imperίo ossidet, singula dominio• Η λαϊκή κυριαρχία είναι αντίθετη στην ατομική ιδιοκτησία! Μήπως αυτό δεν μπορούμε να το ονομάσουμε μια προφητεία ισότητας, έναν δημοκρατικό χρησμό; Ένα πλήθος παραδειγμάτων μας έρχεται στο νου: Κάποτε τα υπάρχοντα της εκκλησίας, η επικράτεια του στέμματος και τα φέουδα της αριστοκρατίας ήταν αναπαλλοτρίωτα και απαράγραπτα. Αν η Συντακτική Συνέλευση αντί να καταργήσει αυτό το προνόμιο το είχε επεκτείνει σε κάθε άτομο, αν είχε διακηρύξει ότι το δικαίωμα της εργασίας, όπως η ελευθερία, δεν μπορεί ποτέ να απολεστεί, η επανάσταση θα είχε πραγματοποιηθεί στη στιγμή, και θα μπορούσαμε τώρα να αφοσιωθούμε στο έργο της τελειοποίησής της.