ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Θερβάντες 1547 έως 1616 (69)

Υπάρχουν άνθρωποι τους οποίους η μόρφωση δεν τους εμποδίζει να είναι ζώα.


ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ

Σ’ ένα χωριό της Μάντσας, που τ’ όνομά του δεν θέλω να θυμηθώ, εδώ και όχι πολύ καιρό ζούσε ένας ευγενής από κείνους που έχουν κοντάρι στην οπλοθήκη, μια παλιά ασπίδα, ένα ξελιγωμένο άλογ και ένα λαγωνικό σκυλί. Ξόδευε τα τρία τέταρτα από το εισόδημά του σε σούπες με κρέας βραστό που ήταν τις πιο πολλές φορές αρνίσιο παρά γελαδινό, έτρωγε από το ίδιο κρέας το βράδυ, ομελέτα με λαρδί το Σάββατο, φακές την Παρασκευή και κανένα επί πλέον περιστεράκι τις Κυριακές. Το υπόλοιπο εισόδημα πήγαινε για το ντύσιμο. Ένα γιλέκο από ύφασμα λεπτό, παντελόνι εφαρμοστό από βελούδο, και παπούτσια από το ίδιο ύφασμα για τις γιορτινές μέρες, μια γκρίζα τσόχινη στολή για τις καθημερινές.

Είχε στο σπίτι του μια οικονόμο πάνω από 40 ετών και μια ανιψούλα περίπου 20 καθώς και ένα υπηρέτη κατάλληλο για όλες τις δουλειές που ήξερε να σελώνει το άλογο και να δουλεύει το κλαδευτήρι. Ο ευγενής μας ζύγωνε τα πενήντα, είχε γεροδεμένη κορμοστασιά, αν και αδύνατος με ξερακιανό πρόσωπο, πρωινός στο ξύπνημα και μερακλής στο κυνήγι.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες ήταν Ισπανός λογοτέχνης και ποιητής, συγγραφέας του Δον Κιχώτη, ενός έργου που συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και υπήρξε το πρώτο κλασσικό μυθιστόρημα. Ο Μιγκέλ γεννήθηκε στην Αλκαλά ντε Ενάρες, βορειοανατολικά της Μαδρίτης, τέταρτος από τα συνολικά επτά παιδιά της οικογένειάς του, πιθανότατα στις 29 Σεπτεμβρίου του 1547. Ο πατέρας του ήταν πλανόδιος γιατρός και περιόδευε με την οικογένεια του από χωριό σε χωριό της ισπανικής υπαίθρου έτσι ο Μιγκέλ είχε πολλά ερεθίσματα στην παιδική του ηλικία, για την οποία δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Το 1569 δημοσιεύτηκαν κάποια ποιήματά του, την ίδια χρονιά έφυγε από την Ισπανία με προορισμό την Ιταλία. Το 1570 κατατάχθηκε ως μισθοφόρος στρατιώτης και πήρε μέρος στην ναυμαχία της Ναυπάκτου. Έγραψε αργότερα για το γεγονός.

«…Και κείνη την ημέρα, που στάθηκε τόσο τυχερή για τη Χριστιανοσύνη, γιατί γίνηκε αφορμή να σκορπιστεί η πλάνη πού χε όλος ο κόσμος κι όλα τα έθνη, πως οι Τούρκοι ήτανε τάχα ανίκητοι στη θάλασσα, εκείνη την ημέρα -λέω- όπου συντρίφτηκε η οθωμανική έπαρση κι αλαζονεία, ανάμεσα σε τόσους και τόσους χριστιανούς που βρέθηκαν εκεί πέρα και που τους χαμογέλασε η τύχη (γιατί όσοι σκοτώθηκαν στάθηκαν πιο τυχεροί από πολλούς που έμειναν ζωντανοί και νικητές), εγώ μονάχα ήμουνα ο κακότυχος. Γιατί αντί για το χρυσό στεφάνι του νικητή που θα έπρεπε να περιμένω αν ζούσαμε στα χρόνια των Ρωμαίων, βρέθηκα εκείνη την άλλη νύχτα που ακολούθησε μια τόσο ξακουστή μέρα βρέθηκα με αλυσίδες στα πόδια και χειροπέδες…»

Ο Θερβάντες τραυματίστηκε στην μάχη, δύο βολές έφαγε στο στήθος και μία στο αριστερό χέρι το οποίο αχρηστεύτηκε. Έμεινε για 1 χρόνο σε ένα μοναστήρι στην Κέρκυρα για να ανανήψει. Στην επιστροφή του προς τη πατρίδα πιάστηκε από πειρατές και έμεινε αιχμάλωτος για 5 χρόνια (1575-1580) στο Αλγέρι. Τον ελευθερώσανε όταν οι γονείς του πληρώσανε λύτρα κι επέστρεψε στη πατρίδα του. Ζει με οικονομικά προβλήματα και γράφοντας, το 1584 παντρεύτηκε μία κοπέλα είκοσι χρόνια μικρότερή του, το 1585 εκδίδεται το πρώτο του μυθιστόρημα και τα επόμενα χρόνια γράφει αρκετά θεατρικά έργα χωρίς ωστόσο να καταξιωθεί στον χώρο του θεάτρου. Εργάστηκε ως φοροεισπράκτορας όμως λόγω κάποιων καταχρήσεων φυλακίστηκε για 2 χρόνια (1596-1598). Κατά την διάρκεια της κράτησής του φαίνεται πως ξεκίνησε το έργο «Ο ευφάνταστος ευπατρίδης Δον Κιχώτης της Μάντσα». Το έργο δημοσιεύτηκε το 1605 και του πρόσφερε αστραπιαία μεγάλη φήμη. Θα γράψει τα επόμενα χρόνια τις «Υποδειγματικές νουβέλες» και δύο ακόμη μυθιστορήματα ενώ το 1615 θα δημοσιεύσει το δεύτερο μέρος του Δον Κιχώτη. Πέθανε ένα χρόνο μετά, στις 22 Απριλίου 1616.