ΜΙΓΚΕΛ ΝΤΕ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Υπήρξε το πρώτο κλασικό μυθιστόρημα, το πρώτο που εκτυπώθηκε, σε δυο μέρη, το 1605 και 1615, επηρεάζοντας σημαντικά τη νεότερη δυτική λογοτεχνία. Το έργο περιγράφει τις περιπέτειες ενός απλού αγρότη ο οποίος έχοντας διαβάσει πολλά βιβλία για τον ιπποτισμό, πιστεύει ότι είναι ιππότης και παίρνει το όνομα Δον Κιχώτης. Με τον πιστό του υπηρέτη Σάντσο Πάντσα ξεκινάει μια σειρά από ταξίδια, τα οποία συνήθως καταλήγουνε με τους δυό τους να γίνονται αντικείμενα χλευασμού και γέλιου.

ΜΙΓΚΕΛ ΝΤΕ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ

Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΝΤΣΑ

(το πρώτο κεφάλαιο)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Όπου γίνεται λόγος για τον χαρακτήρα και τις ασχολίες του περίφημου άρχοντα Δον Κιχώτη της Μάντσας

Σ’ ένα χωριό της Μάντσας, που τ’ όνομά του δεν θέλω να θυμηθώ, εδώ και όχι πολύ καιρό ζούσε ένας ευγενής από κείνους που έχουν κοντάρι στην οπλοθήκη, μια παλιά ασπίδα, ένα ξελιγωμένο άλογo και ένα λαγωνικό σκυλί. Ξόδευε τα τρία τέταρτα από το εισόδημά του σε σούπες με κρέας βραστό που ήταν τις πιο πολλές φορές αρνίσιο παρά γελαδινό, έτρωγε από το ίδιο κρέας το βράδυ, ομελέτα με λαρδί το Σάββατο, φακές την Παρασκευή και κανένα επί πλέον περιστεράκι τις Κυριακές. Το υπόλοιπο εισόδημα πήγαινε για το ντύσιμο. Ένα γιλέκο από ύφασμα λεπτό, παντελόνι εφαρμοστό από βελούδο, και παπούτσια από το ίδιο ύφασμα για τις γιορτινές μέρες, μια γκρίζα τσόχινη στολή για τις καθημερινές.

Είχε στο σπίτι του μια οικονόμο πάνω από 40 ετών και μια ανιψούλα περίπου 20 καθώς και ένα υπηρέτη κατάλληλο για όλες τις δουλειές που ήξερε να σελώνει το άλογο και να δουλεύει το κλαδευτήρι. Ο ευγενής μας ζύγωνε τα πενήντα, είχε γεροδεμένη κορμοστασιά, αν και αδύνατος με ξερακιανό πρόσωπο, πρωινός στο ξύπνημα και μερακλής στο κυνήγι.

Λένε μερικοί πως το επώνυμο του ήταν Κιχάδας ή Κεσάδας, δεν συμφωνούν πάνω σε αυτό οι βιογράφοι του. Ωστόσο το πιθανότερο είναι να τον έλεγαν Κεχάνα, κατά τους καλύτερους υπολογισμούς. Δεν έχει όμως σημασία για την ιστορία μας αυτό, φτάνει μόνο να μην απομακρυνθούμε σε κανένα σημείο από την αλήθεια.

Πρέπει να ξέρουμε λοιπόν ότι ο άρχοντας μας, τις ώρες που δεν είχε τι να κάνει (και αυτές ήταν οι περισσότερες μέσα στο χρόνο), τις περνούσε διαβάζοντας βιβλία για ιππότες με τόση αφοσίωση και ευχαρίστηση, που ξεχνούσε και το κυνήγι, αλλά και τις υποθέσεις του σπιτιού του. Έφτασε μάλιστα σε τέτοια υπερβολή ώστε πούλησε πολλά στρέμματα χωράφια για ν αγοράσει ιπποτικά μυθιστορήματα και γέμισε με αυτά όλο του το σπίτι. Πιο πολύ του άρεσαν εκείνα που είχε γράψει ο Φελισιάνο ντε Σύλβα. Ήταν καταμαγεμένος με το ύφος του και θαύμαζε τις ακαταλαβίστικες εκφράσεις του, -στις ερωτικές εξομολογήσεις κυρίως και σε εκείνα τα σπαραξικάρδια γράμματα, όπου αφθονούσαν κάτι φράσεις τέτοιου γούστου: «Ο λογισμός του παραλογισμού ον προξενείτε ει το λογικόν μου, εξασθενεί τοσούτον το εν λόγω λογικόν μου, ώστε ουχί άνευ λόγου, παραπονούμαι δια την ωραιότητά σας». Ή ακόμη σαν κι αυτήν: «Οι αχανείς ουρανοί, οίτινες εκ της θεότητας σας θεϊκώς σας κοσμούν δια των αστέρων, άτινα σας κάμνουν να αξίζετε την αξία ήν αξίζει το μεγαλείον σας».

Ο φουκαράς ο άρχοντάς μας είχε χάσει το τσερβέλο του με αυτές τις φράσεις. Έστυβε το μυαλό του για να βρει τι ήθελαν να πουν, αλλά κι ο ίδιος ο Αριστοτέλης αν αναστηνόταν, θα έχανε όλη του την σοφία μπροστά τους. Ωστόσο δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο δον Μπελιάνης πληγώνει και πληγώνεται τόσες φορές γιατί, λέει, όσο σπουδαίοι κι αν ήτανε οι γιατροί που τον γιατρεύανε, ήτανε όλο του το κορμί γεμάτο σημάδια. Δεν έπαυε ωστόσο να εκτιμάει τον συγγραφέα αυτού του μυθιστορήματος, που τελείωνε το έργο του με την υπόσχεση ότι θα συνεχιστούν οι ατελείωτες περιπέτειες του ήρωά του. Πολλές φορές μάλιστα μπήκε στον πειρασμό να κάτσει και να τις αποτελειώσει ο ίδιος. Και σίγουρα, θα το είχε κάνει, με επιτυχία κιόλας, αν δεν τον απασχολούσαν επίμονα κάτι άλλες σκέψεις, πιο σημαντικές.

Λογομαχούσε πολλές φορές με τον παπά του χωριού, άνθρωπο λόγιο, που είχε κάνει τις σπουδές του στην Σιγκουένσα, σχετικά με το ζήτημα ποιος ήταν ο καλύτερος ιππότης: ο ντε Παλμερίνος της Αγγλίας ή ο Αμαντί της Γαλλίας; Ο μαστρο-Νικολας ωστόσο, κουρέας του χωριού τους, υποστήριζε πως κανένας δεν έφτανε τον ιππότη Φοίβο και πως αν υπήρχε κάποιος να συγκριθεί μαζί του, αυτός ήταν μόνο ο αδερφός του Αμαντί, ο δον Γκαλάορ, που έκανε τα πάντα δίχως νάζια και κλαψούρες σαν τον αδερφό του, από τον οποίο άλλωστε δεν υστερούσε καθόλου σε παλληκαριά.

Με ένα λόγο, ο άρχοντας μας είχε τέτοια μανία με το διάβασμα ώστε έμενε νύχτες ξάγρυπνος και περνούσε ολόκληρες μέρες διαβάζοντας αυτά τα πράγματα.

Έτσι, καθώς διάβαζε δίχως να κοιμάται σχεδόν καθόλου, αποκούτιανε και έχασε την ορθή του κρίση. Η φαντασία του γέμισε με όλα αυτά που είχε διαβάσει και στο μυαλο του στριφογύριζαν πια όλο μαγείες, τσακωμοί, προκλήσεις, μάχες, πληγές, έρωτες, λάθη και απίστευτες παλαβομάρες. Και σε λίγο, όλες αυτές οι φαντασιώσεις του φαινόταν σαν ιστορίες από τις πιο αληθινές που μπορούν να συμβούν.

Έλεγε πως ο Σιντ Ρουί Ντιάζ υπήρξε αναμφισβήτητα ένας καλός ιππότης αλλά δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον ιππότη της Πύρινης Ρομφαίας που με μια μόνο σπαθιά του κομμάτιαζε δύο πανύψηλους γίγαντες. Εκτιμούσε ακόμη πιο πολύ τον Βερνάρδο ντε Κάπριο γιατί εξόντωσε στην κοιλάδα του Ρονσεβώ τον Ρολάνδο, παρόλο που εκείνος ήτανε μαγεμένος, χρησιμοποιώντας το τέχνασμα που είχε μεταχειριστεί και ο Ηρακλής όταν έπνιξε στην αγκαλιά του τον Ανταίο, τον θαυμαστό γιο της Γης. Μίλαγε επίσης με πολύ καλά λόγια για τον γίγαντα Μόργκαν που, αν και καταγόταν από την εγωιστική και αγενέστατη ράτσα των γιγάντων, ήτανε τόσο γλυκομίλητος και καλοαναθρεμένος. Περισσότερο από όλους όμως του άρεσε ο Ρενώ ντε Μποντομπάν, προ πάντων όταν τον έβλεπε να βγαίνει από τον πύργο του και να ρίχνεται κατά πάνω στον καθένα που έβρισκε στον δρόμο του, ή όταν πήγαινε στην Μπαρμπαριά κι άρπαζε το είδωλο του Μωάμεθ, που ήταν ολόχρυσο, κατά πως λέει ή ιστορία. Όσο για τον προδότη Γκανελόν, θα έδινε την οικονόμα του και την ίδια του την ανιψιά, φτάνει να μπορούσε να του κοπανήσει μερικές δυνατές κλωτσιές.

Τελικά, με το μυαλό ολότελα σαλεμένο, του σφηνώθηκε η πιο παράξενη σκέψη που μπορεί να κάνει ένας τρελός. Πίστεψε ότι το καλύτερο που μπορούσε να κάνει για το καλό του κράτους και για την προσωπική του δόξα, ήταν να γίνει περιπλανώμενος ιππότης και να πάρει σβάρνα όλο τον κόσμο, με τα όπλα του και το άλογο του, γυρεύοντας περιπέτειες, όπως έκαναν και οι ιππότες, που είε σαν παράδειγμα, επανορθώνοντας κάθε είδους αδικία και εκθέτοντας τη ζωή του σε μεγάλους κινδύνους για ν αποχτήσει δόξα αθάνατη. Φανταζόταν κιόλας ο ταλαίπωρος, τον εαυτό του να στέφεται το λιγότερο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας, χάρη στην μεγάλη του αξία. Πλημμυρισμένος από τις ευχάριστες αυτές σκέψεις, ενθουσιασμένος με την αλλόκοτη χαρά που ένιωθε όταν τις έκανε, δεν είχε το μυαλό του τίποτε άλλο πια παρά πώς να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του το γρηγορότερο δυνατό.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να καθαρίσει μια πανοπλία, παμπάλαια και σκουριασμένη από την εποχή των προπάππων του που, για αιώνες, ήταν πεταμένη σε κάποια γωνιά. Γυάλισε τα διάφορα κομμάτια της και τα ίσιωσε όσο γινότανε καλύτερα. Παρατήρησε όμως πως από την περικεφαλαία είχε σωθεί μόνο η κάστα. Με την εφευρετικότητα του συμπλήρωσε αυτή την έλλειψη. Πήρε ένα χοντρό χαρτόνι και συγκολλώντας όλα αυτά κατασκεύασε ένα είδος κράνους ή κάτι που έμοιαζε τουλάχιστον με κράνος. Αλλά όταν θέλησε να δοκιμάσει αν το κράνος του ήτανε αρκετά γερό για ν αντέχει τις σπαθιές, του κοπάνησε μια δυνατή με το ξίφος του και το έκανε κομμάτια με την πρώτη. Έτσι πήγε τζάμπα μιας εβδομάδας δουλειά. Δεν του άρεσε καθόλου η λιγοστή αντοχή που έδειξε η περικεφαλαία του. Για να διορθώσει το κακό την ξαναέφτιαξε από την αρχή στερεώνοντας την από μέσα με σιδερένια ελάσματα. Έμεινε λοιπόν ευχαριστημένος και χωρίς να ξανακάνει το πείραμα για να δει αν αντέχει, το πήρε απόφαση πως διαθέτει πια μία τέλεια περικεφαλαία.

Ύστερα πήγε να δει το άλογο του. Παρόλο που το δύστυχο τούτο ζώο είχε στα πόδια του τόσους ρόζους όσες ήταν και οι κηλίδες του και πιο πολλά κουσούρια κι από το άλογο του Γκονέλα, που ήταν πετσί και κόκκαλο, του φάνηκε εκείνου πως δεν θα μπορούσε να συγκριθούν μαζί του ούτε ο Βουκεφάλας του Μεγάλου Αλεξάνδρου ούτε ο Μπαμπιεσά του Ελ Σίντ. Έχασε τέσσερις μέρες να του βρει ένα όνομα γιατί δεν ήταν σωστό, κατά τη γνώμη του, το άλογο ενός τόσου σπουδαίου ιππότη, και μάλιστα ένα τόσο τέλειο άλογο, να μην έχει ένα όνομα που να το ξέρει όλος ο κόσμος. Προσπάθησε λοιπόν να βρει κάτι που να εκφράζει τι ήτανε προτού το πάρει ο περιπλανώμενος ιππότης και τι είχε γίνει τώρα. Έλεγε πως αφού άλλαξε πια κι ο ίδιος, έπρεπε να αλλάξει όνομα και το άλογό του και να πάρει όνομα σπουδαίο και εντυπωσιακό, που να ταιριάζει στη νέα του κατάσταση και την αποστολή που θα αναλάμβανε. Αφού έφερε λοιπόν στο νου του χίλια δυο ονόματα που τα συνταίριαζε, τα έκοβε, τα έφτιαχνε και τα χάλαγε κάθε τόσο, του έδωσε τελικά το όνομα Ροσινάντης, που του φάνηκε πολύ ευγενικό και εύηχο και που έδειχνε ότι από ένα κοινότατο πολεμικό άλογο που ήτανε άλλοτε, είχε γίνει τώρα το πρώτο άλογο του κόσμου.

Αφού ικανοποιήθηκε με το όνομα που έδωσε στο άλογό του, θέλησε να βρει ένα και για εκείνον τον ίδιο. Οκτώ μέρες σκεφτόταν και στο τέλος αποφάσισε να ονομάσει τον εαυτό του Δον Κιχώτη, πράγμα που δείχνει ότι είχανε δίκιο οι χρονικογράφοι της αληθινής αυτής ιστορίας που υποστηρίζουν ότι το πραγματικό του όνομα ήτανε Κιχάδας και όχι Κεσάδας, όπως ισχυρίζονται κάποιοι άλλοι. Ο ήρωας μας ωστόσο θυμήθηκε πως ο αμαντί δεν περιορίστηκε σε ένα σκέτο όνομα αλλά πρόσθεσε σε αυτό και το όνομα της πατρίδας του για να το κάνει πιο σπουδαίο κι έγινε ο Αμάντι της Γαλατίας. Θέλησε λοιπόν κι αυτός, σαν καλός ιππότης, να προσθέσει στο όνομά του και τ’ όνομα της πατρίδας του, κι έτσι έγινε ο Δον Κιχώτης της Μάντσας, πιστεύοντας ότι τιμάει κατά αυτό τον τρόπο και την οικογένεια του και την γενέτειρά του.

Αφού λοιπον καλογυάλισε τα όπλα του, και βρήκε όνομα ταιριαστό για τον ίδιο και το άλογό του, το μόνο που του έλλειπε ήταν μια κυρία, ευγενής στην καταγωγή για να την ερωτευτεί, γιατί περιπλανώμενος ιππότης χωρίς έρωτα, θα ήταν σα δέντρο δίχως φύλλα και καρπούς, σαν κορμί χωρίς ψυχή.

-Αν έλεγε από μέσα του, για τις αμαρτίες μου ή μάλλον για καλή μου τύχη συναντήσω πουθενά κανένα γίγαντα, όπως συμβαίνει πολύ συχνά στους περιπλανώμενους ιππότες, και με την πρώτη κιόλα σπαθιά τον ρίξω κάτω ήτ ον σκίσω στα δύο, αν τέλος πάντων τον νικήσω και μου ζητάει έλεος, δεν θα ήτανε καλό να έχω μια αγαπημένη για να της τον στείλω δώρο; Να πάει να τη βρει και γονατίζοντας μπροστά της να της πει με φωνή ταπεινωμένη και υποταχτική:

«Κυρία είμαι ο γίγαντας Καρακιουλιάμπρο, άρχοντας του νησιού της Μαλιντράνια, που με νίκησε σε αγώνα τρομερό ο πολυθρύλητος ιππότης Δον Κιχώτης της Μάντσας. Έρχομαι τώρα κατά διαταγή του, να παρουσιαστώ μπροστά στη Χάρη σου και να με κάνει η Μεγαλειότητά σου ό,τι θέλει».

Ω πόσο χάρηκε ο καημένος ο ιππότης μας όταν έκανε αυτή την όμορφη σκέψη και , ακόμη περισσότερο, όταν βρήκε εκείνη που θα γινόταν η αγαπημένη του. Ήταν καθώς λένε μια χωριατοπούλα, καλοκαμωμένη που εδώ και καιρό την είχε ερωτευτεί χωρίς αυτή να το ξέρει και χωρίς να νοιάζεται καθόλου. Την έλεγαν Αλντότσα Λορέντσο κι έκρινε καλό να της δώσει τον τίτλο της Δέσποινας των λογισμών του. Έψαξε να της βρει ένα όνομα που να μην είναι λιγότερο ευγενικό από το δικό του και να ταιριάζει σε μία πριγκίπισσα ή μεγάλη κυρία. Την ονόμασε λοιπόν Δουλτσινέα του Τομπόζο, γιατί είχε γεννηθεί σε αυτό το μέρος. Ήτανε κατά την γνώμη του ένα όνομα το ίδιο αρμονικό, παράξενο κι εκφραστικό, όσο κι αυτά που είχε βρει για τον εαυτό του και για τα’ άλογο του.

[..]

Η ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΕΜΟΜΥΛΟΥΣ

Ο Δον Κιχώτης πέρασε δεκαπέντε μέρες στη βολή του σπιτιού του, και ασχολιόταν με τις υποθέσεις του, χωρίς τίποτα να δείχνει ότι ήθελε να ξαναρχίσει τις τρέλες του. Όλο αυτό το διάστημα κουβέντιασε πολύ με το γεωργό, το χωριανό του, έναν καλοκάγαθο άνθρωπο, αλλά χωρίς πολύ μυαλό στο κεφάλι του. Από τα πολλά που του είπε, τις τόσες υποσχέσεις που του έκανε, στο τέλος έπεισε το δύστυχο χωρικό να μπει στη δούλεψή του ως ιπποκόμος.

Ανάμεσα στα άλλα, του έλεγε ο Δον Κιχώτης, πως αν ερχόταν μαζί του με την καρδιά του, γιατί - ποιος ξέρει - όλο και θα του τύχαινε κάποια περιπέτεια από την οποία θα έβγαινε νικητής, θα τον διόριζε διοικητή σε ένα νησί. Με αυτήν, αλλά και με πολλές άλλες υποσχέσεις, ο Σάντσο Πάνσα, έτσι λεγόταν ο χωρικός, άφησε γυναίκα και παιδιά και πήγε ιπποκόμος του Δον Κιχώτη.

Ο Δον Κιχώτης βάλθηκε να βρει χρήματα. Αφού πούλησε κάποια πράματα, έβαλε ενέχυρο κάποια άλλα, και ξεπούλησε τα υπάρχοντά του όσο-όσο, συγκέντρωσε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Ύστερα, ανακοίνωσε στο Σάντσο Πάνσα τη μέρα και την ώρα που θα ξεκινούσαν, ώστε να πάρει μαζί του ο, τι του ήταν απαραίτητο. Πάνω απ’ όλα του είπε να πάρει προμήθειες για το ταξίδι. Εκείνος δέχτηκε και, μάλιστα, του είπε πως μπορούσε να φέρει και το γαϊδούρι του που ήταν πολύ καλό, γιατί ήταν συνηθισμένο στα μεγάλα ταξίδια.

Χωρίς να αποχαιρετήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του ο Σάντσο Πάνσα, όπως ούτε και ο Δον Κιχώτης την οικονόμο και την ανεψιά του, βγήκαν νύχτα από το χωριό χωρίς να τους δει κανείς. Έκαναν πολύ δρόμο, μέχρι να βεβαιωθούν ότι κανείς δε θα τους έβρισκε, όσο και να τους έψαχνε, ώσπου στο τέλος ξημέρωσε.

Πήραν το δρόμο τους κουβεντιάζοντας, όταν είδαν στον κάμπο καμιά τριάντα με σαράντα ανεμόμυλους. Ο Δον Κιχώτης, μόλις τους αντίκρισε, είπε στον ιπποκόμο του:
- Η τύχη οδηγεί τα βήματά μας. Βλέπεις εκεί φίλε μου Σάντσο Πάνσα, τριάντα, ίσως και λιγότερους, τεράστιους γίγαντες που ενάντια τους θα πολεμήσω και θα τους πάρω τη ζωή;
- Μα ποιους γίγαντες; είπε ο Σάντσο.
- Εκείνους εκεί κάτω, δεν βλέπεις; απάντησε ο αφέντης του, , μερικοί μάλιστα έχουν χέρια μακριά ίσαμε δυο λεύγες.
- Κοιτάξτε αφέντη μου, - παρατήρησε ο Σάντσο – εκείνα εκεί κάτω που φαίνονται έτσι δεν είναι γίγαντες, αλλά ανεμόμυλοι, και αυτά που μοιάζουν με χέρια είναι τα φτερά του που, καθώς ο άνεμος τα γυρίζει, κάνουν τη μυλόπετρα να αλέθει.
- Πώς φαίνεται ότι δεν έχεις ιδέα από περιπέτειες! Αυτοί εκεί είναι γίγαντες και, αν φοβάσαι, πήγαινε στην άκρη να προσευχηθείς, όσο θα δίνω την άνιση μάχη ενάντια τους.

Και με αυτά τα λόγια, σπιρούνιασε το Ροσινάντη χωρίς να δίνει σημασία στις φωνές του ιπποκόμου. Ήταν τόσο πεισμένος ότι οι ανεμόμυλοι ήταν γίγαντες, που δεν το κατάλαβε ούτε καν, όταν τους πλησίασε. Στο μεταξύ, τους φώναζε:
-Μη φεύγετε δειλά και άνανδρα πλάσματα, ένας και μόνο ιππότης σάς επιτίθεται!

Εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε αέρας, τα μεγάλα φτερά των ανεμόμυλων άρχισαν να κινούνται και βλέποντάς το αυτό ο Δον Κιχώτης είπε:
- Ε λοιπόν, και περισσότερα από το Βριάρεω χέρια να κινήστε, θα το πληρώστε!

Και με αυτά τα λόγια, πιστεύοντας πως η κυρά του η Δουλσινέα, όπως την είχε ικετεύσει, θα του συμπαραστεκόταν σε εκείνη τη δύσκολη στιγμή, καλύφθηκε καλά με την ολοστρόγγυλη λεπτή του ασπίδα, κατέβασε οριζόντια τη λόγχη, κάλπασε με όλη του τη φόρα και όρμησε με δύναμη πάνω στον πρώτο ανεμόμυλο που βρέθηκε μπροστά του.

Έδωσε ένα χτύπημα με τη λόγχη του στο φτερό του ανεμόμυλου, αλλά ο αέρας το μετακίνησε με τόση ορμή που έσπασε στα δυο τη λόγχη και ξεπέταξε μακριά στα χωράφι άλογο και καβαλάρη. Ο Σάντσο έτρεξε με το γάιδαρό του όσο πιο γρήγορα μπορούσε, για να βοηθήσει τον αφέντη του, αλλά, όταν έφτασε στο μέρος όπου είχε πέσει, ο Δον Κιχώτης δεν μπορούσε να κουνήσει.
- Ο Θεός το ξέρει, είπε ο Σάντσο, μια ώρα δεν φώναζα στην ευγένειά σας να προσέξει καλά τι κάνει, γιατί δεν ήταν γίγαντες, αλλά ανεμόμυλοι;
- Πάψε φίλε μου Σάντσο, απάντησε ο Δον Κιχώτης, τα πράγματα στον πόλεμο, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αλλάζουν διαρκώς. Και μάλιστα, όσο το σκέφτομαι, τόσο πείθομαι ότι εκείνος ο μάγος ο Φρεστώνας μεταμόρφωσε αυτούς τους γίγαντες σε ανεμόμυλους για να μου στερήσει τη δόξα που θα κέρδιζα αν τους νικούσα. Όμως δεν θα καταφέρουν τίποτα τα φθονερά του μάγια απέναντι στην καλοσύνη του σπαθιού μου!

Και με τη βοήθεια του Σάντσο καβάλησε και πάλι το άλογό του.

Εκείνη τη νύχτα την πέρασαν ανάμεσα στα δέντρα. Μάλιστα ο Δον Κιχώτης έκοψε και ένα κλαδί από κάποιο δέντρο και στην άκρη του έμπηξε τη μεταλλική αιχμή από τη λόγχη του που είχε σπάσει.

Δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα ο Δον Κιχώτης, καθώς η σκέψη ήταν στην κυρά του τη Δουλσινέα. Αντίθετα, ο Σάντσο, που είχε γεμάτο το στομάχι του, κοιμήθηκε μονορούφι.