...διότι πρέπει να έχει ο στρατιώτης το τσιγάρο του το μικρό παιδί την κούνια του κι ο ποιητής τα μανιτάρια του.
Κάνε το κακό μια κι έξω, αλλά το καλό διοχέτευε το σιγά-σιγά.
Η συνήθεια είναι πολύ καλός σιγαστήρας.
Εκείνοι που περπατούν πάρα πολύ σιγά μπορούν εάν ακολουθούν πάντα τον ίδιο δρόμο να προχωρήσουν πολύ περισσότερο από εκείνους που τρέχουν μα που απομακρύνονται από αυτόν.
Τα γηρατειά έρχονται ξαφνικά και όχι σιγά-σιγά, όπως νομίζουν.
Έκανα τη δουλειά μου σιγά-σιγά, σταγόνα-σταγόνα. Την έβγαλα από μέσα μου σε κομμάτια.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει. Και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα στο πρόσωπό της.
Μια γλώσσα δεν μπορεί παρά ν’ ανανεώνεται σιγά σιγά, αν είναι να μένει ζωντανή έκφραση,