Λυπάμαι μόνο ό,τι είναι ακίνητο και άψυχο και δεν μπορεί να αισθάνεται.
Από τη μέρα που ένας άνθρωπος ξεστόμισε ότι «αυτό είναι δικό μου», από τη στιγμή εκείνη γεννήθηκεν η βία και το ψέμα
Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί - πέρ' από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου – (καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν' η κορδέλα η φανταιζί) - βγούμε απ' τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου .
Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα στο άτι της σιγής κι' όλα να πάης και vάv' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι' ο Μάης.