Μεσ’ στο σκοτάδι, ένα ολόκληρο κοπάδι γηρατειά κρύβονται στην αγκαλιά μου.
Όσο υπέροχο κι αν είναι το φεγγάρι, το σκουλήκι δουλεύει μυστικά στην καρυδιά.
Στο φως της μέρας, η πυγολαμπίδα είναι ένα έντομο όπως όλα.
Καθώς περνούν τα χρόνια, ο πίθηκος φοράει μάσκα πιθήκου.
Μάταιοι θνητοί. Και στων λουλουδιών την πόλη φτάνει ο άνεμος του Φθινοπώρου.
Βατράχια βουτούν και η γέρικη λιμνούλα ηχεί στο νερό
Κάνε με πιο μοναχό με το τραγούδι σου, κούκε του δάσους.
Φεγγάρι, όμως άδειο το τοπίο, σαν κάποιος να λείπει το καλοκαίρι στη Σούμα.
Φθινόπωρο ακόμη και τα πουλιά και τα σύννεφα φαίνονται γερασμένα
Χειμωνιάτικη μέρα, πάνω στ’ άλογό μου παγωμένη σκιά.
Άνοιξη: λόφος δίχως όνομα τυλιγμένος στην πρωινή ομίχλη.
Στο σκοτεινό δάσος πέφτει ένα μούρο: ήχος νερού.