Από την αρχή φαινόμουν στον εαυτό μου σαν ξένο όνειρο, σαν παραμιλητό ή αντανάκλαση σ’ έναν καθρέφτη, χωρίς αιτία, όνομα και σάρκα...
Τον ερχοµό σου µες στη νύχτα καρτερώ σε µια κλωστή θαρρώ κρέµεται η ζωή µου νιότη, ελευθερία, δόξα, ας ̟πάνε στο καλό.
Τώρα θα με ξεχάσουν, Και τα βιβλία μου θα σαπίσουν στα ντουλάπια, Και δε θα ονομάσουν με το όνομα της Αχμάτοβα Μήτε οδό, μήτε ποιητική ρίμα..