ΠΑΡΟΙΜΙΑ

Δανειζόμου κι έτρωγα, θάργεια ο Θεός μου τα 'δινε. Σαν μου τα γυρεύανε, εκαθόμουν κι έκλαιγα.

ΔΑΝΕΙΚΑ

λέγεται

Για ανθρώπους που ξοδεύουν αλόγιστα και απροννόητα τα δανεικά και όταν έρχεται η ώρα της αποπληρωμής βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση.

Επίσης

(θάργεια = θαρρούσα, νόμιζα)