ΕΚΦΡΑΣΗ

Δαγκώθηκε,

ΑΠΡΟΟΠΤΟ

Δάγκωσε την γλώσσα του απο απορία κι από ξάφνιασμα. Έγινε κάτι που δεν το περίμενε.

Επίσης

Δαγκάθηκε, Δάγκασε την γλώσσα του.