Ο γέγονε, γέγονε. σημαίνει
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ
ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ
ΓΕΓΟΝΟΣ
Ο γέγονε, γέγονε.
ή αλλιώς:
Ό,τι έγινε, έγινε.
ο γέγραφα, γέγραφα. (Για κάτι που δεν μπορεί να αλλάξει και πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι έτσι είναι).