ΠΑΡΟΙΜΙΑ

Δανεικό κυρά τ' αλεύρι, δανεικό και το προζύμι.

ΔΑΝΕΙΚΑ

λέγεται

Για εκείνους που δανείζονται διαρκώς πράγματα και συνήθως δεν τα επιστρέφουν.

ομοίως:

Παίρνει τ' αλεύρι δανεικό και το προζύμι ξένο.