Β — Παροιμίες και εκφράσεις
232 συνολικά
121
›
122
›
123
›
124
›
125
›
126
›
127
›
128
›
129
›
130
›
131
›
132
›
133
›
134
›
135
›
136
›
137
›
138
›
139
›
140
›
141
›
142
›
143
›
144
›
145
›
146
›
147
›
148
›
149
›
150
›
151
›
152
›
153
›
154
›
155
›
156
›
157
›
158
›
159
›
160
›
161
›
162
›
163
›
164
›
165
›
166
›
167
›
168
›
169
›
170
›
171
›
172
›
173
›
174
›
175
›
176
›
177
›
178
›
179
›
180
›
Βαστάει απο καπεταναίους/περούκα/μουρλούς
Βαστάει καλή ρότα.
Βαστάει κι ο κρατημένος ακράτητο καμάρι.
Βαστάει στην πείνα σαν την ξεροχελώνα.
Βαστάει φανάρι και κλείνει τα μάτια του
Βαστάτε ποδαράκια,
Βαστάτε Τούρκοι το λαγό, να κατουρήσει ο σκύλος.
Βαστάτε, Τούρκοι, τα άρματα.
Βατερλό
Βατράχοις οινοχοείς.
Βαφτίζω και μυρώνω, κι άμα ζήσει και μη ζήσει,
Βαφτισμένο, μυρωμένο, του Θεού παραδομένο.
Βγάζε τις έγνοιες μαζί με τις παντόφλες.
Βγάζει από αρσενικό γάιδαρο θηλυκό πουλάρι.
Βγάζει από τη μύγα ξύγκι.
Βγάζει καπνό από την μύτη του.
Βγάζει κι απο κρύο φούρνο ζεστό ψωμί.
Βγάζουν και τον παπά γκαστρωμένο
Βγάζουν τα άπλυτα τους στη φόρα(ή έξω ή στο δρόμο).
Βγάζουν τα μάτια τους.
Βγάζω το άχτι μου.
Βγαίνει μόνο μια κυβέρνηση.
Βγαίνει ο ήλιος μα δεν ζεσταίνει.
Βγαίνω ασπροπρόσωπος.
Βγάλε από 'κει που κρέμμεται και βάλε εκεί που χάσκει.
Βγάλε έξω το γιατρό.
Βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με.
Βγάλε την αράχνη από το σπίτι σου να μην σε βγάλει εκείνη έξω.
Βγάλε το γάιδαρο να μην στάξει η ουρά του.
Βγάλε το χαλινάρι απ΄ τ΄ άλογο να φτάσει γρήγορα στην άκρη.
Βγάλε τον Αλή και βάλε τον Καραλή.
Βγες στη γειτονιά πομπέψου κι' έμπα σπίτι σου πορέψου.
Βγήκ' ο ήλιος στα βούνα, βράσε βάβω τραχάνα.
Βγήκε ασπροπρόσωπος
Βγήκε η πομπή στις στράτες να πομπέψει τους διαβάτες .
Βγήκε ο γέρος στο κλωτσάτο κι η γριά στο κοπελάτο.
Βγήκε στη γύρα να μαζώξει λόγια.
Βγήκε το αυγό να συμβουλέψει την κότα.
Βγήκε του του θεριστή, θερίζει δε θερίζει
Βδέλυγμα της ερημώσεως
Βεζίρης έγινες, άνθρωπος δεν έγινες.
Βελάζοντας η προβατίνα η στραβή, το βρίσκει το αρνί της.
Βελόνι δεν έπεφτε κάτω.
Βενιαμίν της οικογένειας
Βηξ αντί πορδής.
Βήχα και συνάχι, χαρά του που τα 'χει.
Βιάζεται σάμπως θά πάει τό γράμμα.
Βιαστικές, κακές πραμάτειες
Βίος αβίωτος.
Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος.
Βίος βίου δεόμενος ουκ έστιν βίος.
Βίος και πολιτεία (είναι)
Βλάκας με περικεφαλαία/με δίπλωμα.
Βλάφτει η πληγή εκείνη, όταν φίλος σου την δίνει.
Βλάχος είναι τυρί βαστάει.
Βλάχος στο βουνό, σιγαλή η θάλασσα.
Βλέπε μάνα, παίρνε κόρη.
Βλέπε μόστρα κι αγόραζε πανί.
Βλέπει άγγελος τον άγγελό του.
Βλέπει τα ραδίκια ανάποδα.