19 ποιήματα για τη λύπη

Ανακάλυψε ποιήματα για τη λύπη μέσα από τη φωνή σημαντικών ποιητών. Στίχοι που προσεγγίζουν το συναίσθημα μέσα από διαφορετικές εποχές και προσωπικές εμπειρίες.

Ποίημα
(Βρέθηκε στο γραφείο του
τη νύχτα της αυτοκτονίας του)

Περασμένες μία. Θα πρέπει να έχεις πάει για ύπνο.
Ο Γαλαξίας ρέει ασήμι μέσα στη νύχτα.
Δεν βιάζομαι για αστραπιαία τηλεγραφήματα
Δεν έχω λόγο να σε ξυπνήσω ή απασχολήσω.
Και όπως λένε, το επεισόδιο θεωρείται λήξαν.
Το πλοίο της αγάπης έχει συντριβεί στην καθημερινότητα.
Τώρα εγώ κι εσύ έχουμε παραιτηθεί.
Γιατί να σκοτίζομαι τότε;
Να ισορροπώ αμοιβαίες λύπες, πόνους και πληγές.
Δες πόσο ήσυχα εγκαθίστανται στον κόσμο.
Η νύχτα τυλίγει τον ουρανό, αφιέρωμα στα αστέρια.
Σε ώρες σαν κι αυτές, κάποιος ανεβαίνει ν’ αντιμετωπίσει,
Τους χρόνους, την ιστορία, και όλη τη δημιουργία.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Μαγιακόφσκι · Περασμένες Μία
Ποίημα
(ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ)

Τη σκέψη σας,
που ονειροπολεί μέσα στο πλαδαρό μυαλό,
σαν χορτάτος υπηρέτης πάνω σε λιγδιασμένο καναπέ,
θα τη σαρκάσω
με το ματωμένο κουρέλι της καρδιάς μου.
Χορταστικά ειρωνικός,
ξεδιάντροπος και καυστικός.
Ούτε μία γκρίζα τρίχα δεν έχω στην ψυχή μου,
ούτε τη γεροντική τρυφερότητα.
Με τη βροντή της φωνής μου
σείω τον κόσμο.
Έρχομαι —
όμορφος,
στα είκοσι δύο μου χρόνια.
Τρυφεροί άνθρωποι,
εσείς ακουμπάτε τον έρωτά σας
πάνω σ' ένα βιολί.
Οι πιο τραχιοί
τον ακουμπούν πάνω σ' ένα τύμπανο.
Μα δεν μπορείτε,
όπως εγώ,
να γυρίσετε τον εαυτό σας
ολόκληρο από μέσα προς τα έξω,
ώστε να απομείνουν
μονάχα χείλη.
Βγείτε έξω
από τα βελούδινα σαλόνια σας
και μάθετε,
ευπρεπείς γραφειοκράτες
των αγγελικών ταγμάτων.
Κι εσείς, κυρίες,
που ξεφυλλίζετε τα χείλη σας
όπως η μαγείρισσα
το βιβλίο των συνταγών της.
Αν θέλετε,
θα γίνω άγρια σάρκα.
Ή,
αν θέλετε,
καθώς αλλάζει χρώματα ο ουρανός,
θα γίνω απέραντα τρυφερός —
όχι άνθρωπος,
αλλά
ένα σύννεφο με παντελόνια.
Δεν υπάρχει η ανθισμένη Νίκαια!
Κι όμως,
πάλι θα τραγουδήσω
τους άντρες που είναι ξαπλωμένοι σαν νοσοκομεία
και τις γυναίκες
που έχουν φθαρεί σαν παροιμίες.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Μαγιακόφσκι · Σύννεφο με Παντελόνια
Ποίημα
Στην αγορά στοιβάζουν τα ξερόκλαδα.
Μια λόχμη από σκιές, φτωχό πανωφόρι.
Κατοικώ
Το κέρινο ομοίωμα του εαυτού μου, κορμί κούκλας.
Η νόσος ξεκινά εδώ: είμαι χάρτινος στόχος για μάγισσες.
Μόνον ο διάβολος μπορεί να κατατροπώσει το διάβολο.
Στον μήνα των κόκκινων φύλλων,
σκαρφαλώνω σε ένα κρεβάτι από φωτιά.
Είναι εύκολο να κατηγορήσεις το σκοτάδι:
Το στόμα μιας πόρτας, Την κοιλιά του κελαριού.
Έσβησαν το πυροτέχνημά μου.
Μια μαυροντυμένη κυρία με κρατά σ' ένα κλουβί για παπαγάλους.
Τι μεγάλα μάτια που έχουν οι νεκροί !
Έχω στενές σχέσεις μ' ένα μαλλιαρό πνεύμα.
Καπνός περιστρέφεται από το ράμφος αυτού του άδειου λαγηνιού.
Αν μείνω μικρή, δεν θα προξενήσω καμιά βλάβη.
Αν μείνω ακίνητη, δεν θ' vανατρέψω τίποτα.
Έτσι είπα
Καθισμένη κάτω απ' το καπάκι,
μικροσκοπική και αδρανής σαν κόκκος ρυζιού.
Ανάβουν τα μάτια της κουζίνας, ένα προς ένα.
Είμαστε γεμάτοι άμυλο, οι μικροί λευκοί μου σύντροφοι.
Μεγαλώνουμε. Πονάει στην αρχή.
Οι κόκκινες γλώσσες θα διδάξουν την αλήθεια.
Μητέρα των σκαθαριών, μόνο χαλάρωσε το χέρι σου:
Θα πετάξω μέσα απ' το στόμα του κεριού σαν άκαυστη πεταλούδα.
Δώσε πίσω τη μορφή μου.
Είμαι έτοιμη να ερμηνεύσω τις ημέρες
Που ζευγάρωσα με τη σκόνη
στη σκιά μιας πέτρας.
Οι αστράγαλοί μου φωτίζονται.
Φως ανεβαίνει στους μηρούς μου.
Είμαι χαμένη, χαμένη, μέσα στους χιτώνες όλου αυτού του φωτός.

WITCH BURNING
In the marketplace they are piling the dry sticks.
A thicket of shadows is a poor coat. I inhabit
The wax image of myself, a doll's body.
Sickness begins here: I am the dartboard for witches.
Only the devil can eat the devil out.
It is easy to blame the dark: the mouth of a door,
The cellar's belly. They've blown my sparkler out.
A black-sharded lady keeps me in parrot cage.
What large eyes the dead have!
If I am a little one, I can do no harm.
If I don't move about, I'll knock nothing over.
So I said, Sitting under a potlid,
tiny and inert as a rice grain.
They are turning the burners up, ring after ring.
Mother of beetles, only unclench your hand:
I'll fly through the candle's mouth like a singeless moth.
Give me back my shape. I am ready to construe the days I
coupled with dust in the shadow of a stone.
My ankles brighten. Brightness ascends my thighs.
I am lost, I am lost, in the robes of all this light.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Πλαθ Σύλβια · Το κάψιμο της μάγισσας
Ποίημα
Πελεκούν
Μετά τον χτύπο τους το ξύλο αντηχεί, Και η ηχώ!
Ηχώ ταξιδεύοντας από το κέντρο σαν άλογα.
Οι χυμοί. Αναβλύζουν σαν δάκρυα, Σαν το Νερό που παλεύει.
Να συναρμολογήσει το κάτοπτρό του Πάνω στον βράχο
Που στάζει και γίνεται, λευκό καύκαλο, φαγωμένο από αγριόχορτα.
Χρόνια μετά Συναντώντας τες στο δρόμο
Λέξεις στεγνές και αδέσποτες,
Το ακαταπόνητο ποδοβολητό.
Ενώ
Απ’ το βυθό της λίμνης, σταθεροί αστέρες
Ορίζουν μια ζωή

WORDS
Axes
After whose stroke the wood rings, And the echoes!
Echoes traveling
Off from the center like horses.
The sap
Wells like tears, like the Water striving
To re-establish its mirror Over the rock
That drops and turns,
A white skull, Eaten by weedy greens.
Years later I Encounter them on the road---
Words dry and riderless, The indefatigable hoof-taps.
While From the bottom of the pool, fixed stars
Govern a life.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Πλαθ Σύλβια · Λέξεις
Ποίημα
Το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου
να διέκρινε άραγε των ροδόδεντρων
την αρμονία;
Όχι - όχι - μιαν απέραντη ηθικολογία
δε θα βοηθήσει να κάνουμε
καλλίτερο τον κόσμο
Να ελπίζεις - να ελπίζεις πάντα - πως
ανάμεσα εις τους ανθρώπους
- που τους ρημάζει η τρομερή "ευκολία" -
θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους
που τους διέπει καλοσύνη –
πόθος ευγένειας - ηρεμία
ίσως όχι πολλές - ίσως να `σαι άτυχος:
καμία -
τότες εσύ προσπάθησε να γενείς καλλίτερος
εις τρόπον ώστε να έρθει κάποια σχετική
ισορροπία
Άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζονται πως
κάνουν κάτι
εσύ σκέψου - τώρα πια - με τι γλυκιά γαλήνη
προσμένεις να `ρθ’ η ώρα να ξαπλώσεις
στο παρήγορο του θανάτου κρεβάτι.

Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Εγγονόπουλος · Σονέτο μάλλον απαισιόδοξο
Ποίημα


Η αγάπη έφυγε και μ’ άφησε
κι οι μέρες είναι όλες ίδιες·
πρέπει να φάω, και θα κοιμηθώ,
— αχ, και να ’ταν ήδη νύχτα!

Μα αλίμονο — να ξαγρυπνώ
και ν’ ακούω τις αργές ώρες να χτυπούν!
Αχ, και να ’ταν πάλι μέρα!
— με το σούρουπο να πλησιάζει!

Η αγάπη έφυγε και μ’ άφησε
κι εγώ δεν ξέρω τι να κάνω·
αυτό ή εκείνο ή ό,τι θέλεις,
όλα μου είναι το ίδιο·
μα ό,τι αρχίζω
το αφήνω πριν το τελειώσω —
λίγη χρησιμότητα έχει πια το οτιδήποτε,
όσο μπορώ να δω.

Η αγάπη έφυγε και μ’ άφησε,
— και οι γείτονες χτυπούν την πόρτα και δανείζονται,
κι η ζωή συνεχίζεται για πάντα
σαν το ροκάνισμα ενός ποντικιού, —
και αύριο και αύριο
και αύριο και αύριο
είναι αυτός ο μικρός δρόμος
κι αυτό το μικρό σπίτι.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Μιλλέυ Έντνα · Στάχτες της ζωής
Ποίημα
Γεννημένοι έτσι,
να είμαστε έτσι,
καθώς τα ασβεστωμένα πρόσωπα χαμογελούν,
καθώς ο κ. Θάνατος γελά,
καθώς οι ανελκυστήρες καταρρέουν,
καθώς τα πολιτικά τοπία διαλύονται,
καθώς το αγόρι στο σούπερ μάρκετ
έχει πτυχίο πανεπιστημίου,
καθώς τα μολυσμένα ψάρια
ξεστομίζουν τις μολυσμένες προσευχές τους,
καθώς ο ήλιος κρύβεται,
είμαστε γεννημένοι
έτσι, να είμαστε έτσι, μέσα σ’ αυτούς
τους προσεκτικά οργανωμένους τρελούς πολέμους,
με την όψη σπασμένων παραθύρων,
με εργοστάσια να ατενίζουν το κενό,
με μπαρ όπου οι θαμώνες
δεν μιλούν πια μεταξύ τους,
με καβγάδες που καταλήγουν
σε πυροβολισμούς και μαχαιρώματα.

Γεννημένοι έτσι,
με νοσοκομεία τόσο ακριβά
που είναι φθηνότερο να πεθάνεις,
με δικηγόρους που χρεώνουν τόσο ακριβά
που είναι φθηνότερο να δηλώσεις ένοχος,
σε μια χώρα όπου οι φυλακές είναι γεμάτες
και τα ψυχιατρεία κλειστά,
σε έναν τόπο όπου οι μάζες
ανυψώνουν ηλίθιους
σε πλούσιους ήρωες.

Γεννημένοι μέσα σ’ αυτό,
περπατώντας και ζώντας μέσα σ’ αυτό,
πεθαίνοντας εξαιτίας του,
μένoντας άφωνοι εξαιτίας του,
ευνουχισμένοι,
έκλυτοι,
αποκληρωμένοι
εξαιτίας του,
εξαπατημένοι απ’ αυτό,
χρησιμοποιημένοι απ’ αυτό,
εξευτελισμένοι απ’ αυτό,
εξοργισμένοι και αηδιασμένοι απ’ αυτό,
βίαιοι, απάνθρωποι
εξαιτίας του.

Η καρδιά έχει μελανιάσει,
τα δάχτυλα πλησιάζουν τον λαιμό,
το όπλο,
το μαχαίρι,
τη βόμβα.
Τα δάχτυλα τείνουν προς έναν
μη απομακρυνόμενο θεό.
Τα δάχτυλα πλησιάζουν
το μπουκάλι,
το χάπι,
τη σκόνη.

Γεννημένοι μέσα σ’ αυτό το θλιβερό θανατικό,
γεννημένοι με μια κυβέρνηση που κουβαλά εξήντα χρόνια χρέους,
που σύντομα δεν θα είναι σε θέση
να πληρώσει ούτε τους τόκους αυτού του χρέους.
Και οι τράπεζες θα καούν,
το χρήμα θα καταστεί άχρηστο,
θα υπάρξουν φανερές και ατιμώρητες
δολοφονίες στους δρόμους,
θα υπάρξουν όπλα και περιπλανώμενοι όχλοι.

Η γη θα αχρηστευτεί,
η τροφή θα λιγοστεύει,
η πυρηνική ενέργεια θα περάσει στα χέρια των πολλών,
εκρήξεις θα συνταράζουν αδιάκοπα τη γη,
ραδιενεργά ρομπότ θα κυνηγούν το ένα το άλλο.
Οι πλούσιοι και οι εκλεκτοί
θα παρακολουθούν από τους διαστημικούς σταθμούς.

Η Κόλαση του Δάντη
θα μοιάζει με παιδική χαρά.

Ο ήλιος θα κρυφτεί
και θα είναι νύχτα παντού.
Τα δέντρα θα πεθάνουν,
όλη η βλάστηση θα πεθάνει.
Ραδιενεργοί άνθρωποι θα τρώνε
τη σάρκα ραδιενεργών ανθρώπων.
Η θάλασσα θα μολυνθεί,
οι λίμνες και τα ποτάμια θα εξαφανιστούν.
Η βροχή θα είναι ο επόμενος χρυσός.

Σαπισμένα πτώματα ανθρώπων και ζώων
θα ζέχνουν στον σκοτεινό άνεμο.
Οι λίγοι τελευταίοι επιζήσαντες
θα μολυνθούν από νέες και φρικιαστικές ασθένειες.

Και οι διαστημικοί σταθμοί θα καταστραφούν
από δολιοφθορές,
από την έλλειψη προμηθειών,
από τη φυσική φθορά.

Και τότε θα υπάρξει
η πιο όμορφη σιωπή απ’ όλες,
γεννημένη απ’ αυτό.

Ο ήλιος θα είναι ακόμα εκεί,
κρυμμένος,
περιμένοντας
το επόμενο κεφάλαιο.
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Μπουκόβσκι · Οι δεινόσαυροι, εμείς

Εμφανίζονται 13–19 από 19 καταχωρίσεις