[Οι πρώτες σελίδες]Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Κόνραντ Τζόζεφ · Η καρδιά του σκότους
Έφυγα μ’ ένα γαλλικό ατμόπλοιο, που έπιανε σε κάθε καταραμένο λιμάνι εκεί κάτω, αποκλειστικά, απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω, για να αποβιβάζει στρατιώτες και τελωνειακούς υπαλλήλους.
Παρατηρούσα την ακτή.
Να κοιτάζεις μια ακτή καθώς γλιστρά δίπλα από το πλοίο είναι σαν να συλλογίζεσαι ένα αίνιγμα. Βρίσκεται εκεί μπροστά σου· άλλοτε χαμογελαστή, άλλοτε σκυθρωπή, άλλοτε φιλόξενη, μεγαλόπρεπη, ευτελής, άτονη ή άγρια, πάντοτε όμως σιωπηλή, σαν να σου ψιθυρίζει: «Έλα να ανακαλύψεις το μυστικό μου».
Η ακτή αυτή ήταν σχεδόν άμορφη, λες και ο κόσμος δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει τη δημιουργία της. Την τύλιγε μια μονότονη αγριάδα. Η άκρη μιας αχανούς ζούγκλας, τόσο βαθιά πράσινης ώστε έμοιαζε σχεδόν μαύρη, περιζωσμένη από μια λευκή λωρίδα αφρού, απλωνόταν σε ευθεία γραμμή, όσο έφτανε το μάτι, δίπλα σε μια γαλάζια θάλασσα, της οποίας η λάμψη θαμπωνόταν από μια ύπουλη ομίχλη.
Ο ήλιος έκαιγε αλύπητα. Η στεριά λαμποκοπούσε, σαν να ανάβλυζε ατμό. Πού και πού διακρίνονταν γκρίζες ή υπόλευκες κουκκίδες μέσα στον αφρό, ίσως με κάποια σημαία να κυματίζει από πάνω τους. Οικισμοί αιώνων, κι όμως δεν έμοιαζαν μεγαλύτεροι από κεφαλές καρφίτσας μέσα στην απέραντη, ανέγγιχτη ερημιά που τους περιέβαλλε.
Προχωρούσαμε χτυπώντας τα κύματα. Σταματούσαμε, αποβιβάζαμε στρατιώτες· συνεχίζαμε, αποβιβάζαμε τελωνειακούς για να εισπράττουν δασμούς σε μια ερημιά που έμοιαζε εγκαταλελειμμένη από τον Θεό, όπου μοναδικά σημάδια ανθρώπινης παρουσίας ήταν μια τσίγκινη παράγκα κι ένας ιστός σημαίας. Ύστερα αποβιβάζαμε κι άλλους στρατιώτες — προφανώς για να φυλάνε τους τελωνειακούς.
Άκουσα πως μερικοί πνίγηκαν στα κύματα της ακτής. Αν όντως συνέβη, κανείς δεν φαινόταν να νοιάζεται ιδιαίτερα. Τους άφηναν εκεί και το πλοίο συνέχιζε τον δρόμο του.
Κάθε μέρα η ακτογραμμή έδειχνε ίδια, σαν να μην είχαμε μετακινηθεί ούτε ένα μίλι. Κι όμως περνούσαμε από διάφορους εμπορικούς σταθμούς, με ονόματα όπως Γκραν Μπασάμ και Λιτλ Πόπο — ονόματα που έμοιαζαν να ανήκουν σε κάποια φτηνή φάρσα παιγμένη μπροστά σ’ ένα ζοφερό σκηνικό.
Η αδράνεια του επιβάτη, η απομόνωσή μου ανάμεσα σε ανθρώπους με τους οποίους δεν με συνέδεε τίποτε, η λιπαρή, νωχελική θάλασσα και η αδιάκοπη σκοτεινιά της ακτής με απομάκρυναν ολοένα περισσότερο από την αλήθεια των πραγμάτων, βυθίζοντάς με σε μια θλιβερή και παράλογη πλάνη.
Καμιά φορά ο ήχος των κυμάτων ήταν πραγματική ανακούφιση· έμοιαζε με τη φωνή ενός αδελφού. Ήταν κάτι φυσικό, κάτι που είχε λόγο ύπαρξης, κάτι που είχε νόημα.
Πότε πότε, κάποια βάρκα που ερχόταν από την ακτή μου χάριζε μια στιγμιαία επαφή με την πραγματικότητα. Την κουπιάζανε μαύροι. Από μακριά έβλεπες το λευκό των ματιών τους να γυαλίζει. Φώναζαν, τραγουδούσαν· τα κορμιά τους έσταζαν ιδρώτα· τα πρόσωπά τους έμοιαζαν με αλλόκοτες μάσκες. Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι είχαν κόκαλα, μυς, μια άγρια ζωτικότητα, μια ορμητική ενέργεια στην κάθε τους κίνηση, τόσο φυσική και αληθινή όσο και ο παφλασμός των κυμάτων στις ακτές τους. Δεν χρειάζονταν καμία δικαιολογία για να βρίσκονται εκεί. Ήταν παρήγορο και μόνο να τους κοιτάζεις.
Για λίγο ένιωθα πως ανήκα ακόμη σ' έναν κόσμο απλών και αδιαμφισβήτητων γεγονότων. Το αίσθημα όμως δεν κρατούσε πολύ. Κάτι εμφανιζόταν πάντα για να το διαλύσει.
Θυμάμαι κάποτε που αντικρίσαμε ένα πολεμικό πλοίο αγκυροβολημένο ανοιχτά της ακτής. Δεν υπήρχε ούτε μια καλύβα στην ξηρά, κι όμως το πλοίο βομβάρδιζε αδιάκοπα τη ζούγκλα. Οι Γάλλοι, όπως φαίνεται, διεξήγαν εκεί κάπου έναν από τους αποικιακούς τους πολέμους.
Η σημαία του κρεμόταν άτονη σαν κουρέλι. Οι μακριές κάννες των πυροβόλων πρόβαλλαν από το χαμηλό σκαρί, ενώ η λιπαρή, νωχελική θαλασσοταραχή το σήκωνε και το άφηνε πάλι να πέσει, λικνίζοντας τους λεπτούς ιστούς του.
Μέσα στην απέραντη ερημιά της γης, του ουρανού και της θάλασσας στεκόταν εκεί, ακατανόητο, βάλλοντας εναντίον μιας ολόκληρης ηπείρου.
«Μπαμ», έκανε ένα από τα μεγάλα πυροβόλα.
Μια μικρή φλόγα πεταγόταν και χανόταν.
Ένα σύννεφο λευκού καπνού διαλυόταν στον αέρα.
Το βλήμα σφύριζε αδύναμα...
και δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα.
Δεν μπορούσε να συμβεί τίποτα.
Υπήρχε κάτι το παράφρον σ' αυτή την επιχείρηση, μια παράξενη, πένθιμη γελοιότητα στο θέαμα. Και το συναίσθημα αυτό δεν εξασθενούσε καθόλου από τη βεβαιότητα κάποιου επιβάτη, που μου εξηγούσε με κάθε σοβαρότητα ότι κάπου εκεί, κρυμμένο μέσα στη ζούγκλα, υπήρχε στρατόπεδο ιθαγενών — «εχθρών», όπως τους αποκαλούσε.
Παραδώσαμε την αλληλογραφία του πλοίου — άκουσα πως οι άνδρες εκείνου του μοναχικού πολεμικού πέθαιναν από πυρετό με ρυθμό τρεις την ημέρα — και συνεχίσαμε το ταξίδι μας.
Πιάσαμε κι άλλα μέρη με γελοία ονόματα, όπου ο εύθυμος χορός του εμπορίου και του θανάτου συνεχιζόταν μέσα σε μια ακίνητη, γήινη ατμόσφαιρα, σαν υπερθερμασμένη κατακόμβη.
Η ακτή παρέμενε αδιαμόρφωτη, χτυπημένη από επικίνδυνα κύματα, σαν η ίδια η Φύση να προσπαθούσε να αποκρούσει κάθε εισβολέα.
Μπαίναμε και βγαίναμε από ποτάμια — ποτάμια όπου η ζωή και ο θάνατος έμοιαζαν να συνυπάρχουν. Οι όχθες τους διαλύονταν μέσα στη λάσπη, τα νερά τους είχαν γίνει παχύρρευστος βούρκος και εισχωρούσαν ανάμεσα στα παραμορφωμένα μαγκρόβια, που έμοιαζαν να συστρέφονται μπροστά μας μέσα σε μια έσχατη, ανήμπορη απόγνωση.
Πουθενά δεν μέναμε αρκετή ώρα ώστε να σχηματίσω μια καθαρή εικόνα. Κι όμως, μέσα μου μεγάλωνε ολοένα περισσότερο μια αόριστη, ασφυκτική αίσθηση δέους.
Ήταν σαν ένα κουραστικό προσκύνημα ανάμεσα σε υπαινιγμούς εφιαλτών.
Πέρασαν πάνω από τριάντα μέρες ώσπου να αντικρίσω επιτέλους τις εκβολές του μεγάλου ποταμού.
Αγκυροβολήσαμε μπροστά στην έδρα της αποικιακής διοίκησης. Η δική μου αποστολή, όμως, βρισκόταν περίπου διακόσια μίλια πιο βαθιά στην ενδοχώρα. Έτσι, μόλις μου δόθηκε η ευκαιρία, ξεκίνησα για έναν σταθμό τριάντα μίλια πιο πάνω.
Το πέρασμά μου ήταν κανονισμένο σ’ ένα μικρό ατμόπλοιο ποταμού.
Καπετάνιος του ήταν ένας Σουηδός. Μόλις κατάλαβε ότι ήμουν ναυτικός, με κάλεσε στη γέφυρα.
Ήταν νέος, λιγνός, ξανθός και λιγομίλητος. Τα μαλλιά του έπεφταν άτακτα στο μέτωπό του και περπατούσε με ένα νωχελικό, σχεδόν συρτό βήμα.
Καθώς αφήναμε πίσω τη μίζερη αποβάθρα, γύρισε το κεφάλι του προς τη στεριά με μια έκφραση περιφρόνησης.
«Έμενες εκεί;» με ρώτησε.
«Ναι.»
«Ωραία φάρα αυτοί οι κυβερνητικοί, έτσι;» συνέχισε, μιλώντας αγγλικά με αξιοσημείωτη ακρίβεια αλλά και εμφανή πικρία. «Είναι παράξενο τι είναι διατεθειμένοι να κάνουν μερικοί άνθρωποι για λίγα φράγκα τον μήνα. Αναρωτιέμαι τι απογίνονται όταν προχωρούν βαθύτερα στην ενδοχώρα.»
Του απάντησα πως σύντομα θα το μάθαινα κι εγώ.
«Ααα... μη βιάζεσαι να είσαι τόσο σίγουρος», είπε.
Περπάτησε λίγα βήματα πάνω στη γέφυρα, κρατώντας το βλέμμα του καρφωμένο μπροστά.
«Πριν από λίγες μέρες ανέβασα έναν άνθρωπο που είχε κρεμαστεί στον δρόμο. Ήταν κι αυτός Σουηδός.»
«Κρεμάστηκε; Για όνομα του Θεού, γιατί;» αναφώνησα.
Δεν πήρε τα μάτια του από την πορεία του πλοίου.
«Ποιος ξέρει; Ίσως δεν άντεξε τον ήλιο... Ίσως τη χώρα.»
Ύστερα ο ποταμός άνοιξε μπροστά μας.
Φάνηκε ένας βραχώδης γκρεμός, σωροί από φρεσκοσκαμμένο χώμα στις όχθες, σπίτια σκαρφαλωμένα στην πλαγιά, άλλα με σιδερένιες στέγες, ανάμεσα σε ατελείωτες εκσκαφές ή γαντζωμένα στις κατωφέρειες του λόφου.
Από τους καταρράκτες ψηλότερα ακουγόταν ένας αδιάκοπος υπόκωφος βόμβος, που σκέπαζε ολόκληρη αυτή την εικόνα κατοικημένης ερήμωσης.
Πλήθος άνθρωποι — οι περισσότεροι μαύροι και γυμνοί — κινούνταν πάνω κάτω σαν μυρμήγκια.
Μια ξύλινη προβλήτα προχωρούσε μέσα στο ποτάμι.
Κατά διαστήματα το εκτυφλωτικό φως του ήλιου πλημμύριζε τα πάντα, εξαφανίζοντας κάθε λεπτομέρεια μέσα σε μια εκτυφλωτική λάμψη.
«Να ο σταθμός της Εταιρείας», είπε ο Σουηδός, δείχνοντας τρεις ξύλινους στρατωνισμούς χτισμένους πάνω στη βραχώδη πλαγιά.
«Θα στείλω επάνω τα πράγματά σας. Τέσσερα κιβώτια είπατε; Ωραία. Καλή τύχη.»
Πάτησα στη στεριά.
Το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν ένας τεράστιος λέβητας, πεσμένος μέσα στα χορτάρια, σαν εγκαταλειμμένο κουφάρι.
Λίγο πιο πέρα βρήκα ένα μονοπάτι που ανηφόριζε.
Παρέκαμπτε μεγάλους βράχους και ένα μικρό βαγονέτο σιδηροδρόμου, αναποδογυρισμένο με τις ρόδες στον αέρα.
Έλειπε ένας τροχός.
Έμοιαζε νεκρό, σαν το κουφάρι κάποιου ζώου.
Προχώρησα κι άλλο.
Σκουριασμένες ράγες. Διαλυμένα μηχανήματα. Άχρηστα σιδερικά παρατημένα να σαπίζουν κάτω από τον ήλιο.
Στα αριστερά, μια συστάδα δέντρων σχημάτιζε μια μικρή σκιά, όπου κάτι σκοτεινές μορφές έμοιαζαν να κινούνται αργά.
Ανοιγόκλεισα τα μάτια.
Η ανηφόρα ήταν απότομη.
Ξαφνικά ακούστηκε μια κόρνα στα δεξιά και είδα τους μαύρους εργάτες να τρέχουν.
Αμέσως μετά ένας βαρύς, υπόκωφος κρότος συγκλόνισε το έδαφος.
Ένα σύννεφο καπνού υψώθηκε από τον βράχο.
Και τίποτε άλλο.
Η όψη του βράχου έμεινε αμετάβλητη.
Κατασκεύαζαν σιδηρόδρομο.
Όχι πως ο βράχος εμπόδιζε κάτι.
Αυτές οι άσκοπες ανατινάξεις ήταν όλο κι όλο το έργο που εκτελούνταν εκεί.
Ένας αχνός μεταλλικός ήχος πίσω μου με έκανε να γυρίσω.
Έξι μαύροι άντρες ανέβαιναν το μονοπάτι σε μονή σειρά, κοπιάζοντας κάτω από το βάρος μικρών κοφινιών γεμάτων χώμα που ισορροπούσαν πάνω στα κεφάλια τους. Το μεταλλικό κροτάλισμα ακολουθούσε τον ρυθμό των βημάτων τους.
Γύρω από τη μέση τους φορούσαν κουρέλια από μαύρο ύφασμα, που οι άκρες τους ανέμιζαν πίσω σαν ουρές.
Μπορούσες να διακρίνεις κάθε πλευρό τους. Οι αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών τους προεξείχαν σαν κόμποι πάνω σε σκοινί. Στον λαιμό του καθενός υπήρχε ένας σιδερένιος κρίκος, και όλοι ήταν δεμένοι μεταξύ τους με μια βαριά αλυσίδα που λικνιζόταν ανάμεσά τους, σκορπίζοντας εκείνον τον ρυθμικό, μεταλλικό ήχο.
Μια ακόμη έκρηξη ακούστηκε από τον βράχο και, ξαφνικά, θυμήθηκα το πολεμικό πλοίο που βομβάρδιζε μια ολόκληρη ήπειρο.
Ήταν ο ίδιος δυσοίωνος ήχος.
Αυτοί όμως οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν, με καμία λογική, να χαρακτηριστούν εχθροί.
Τους αποκαλούσαν εγκληματίες.
Και ο νόμος, που είχε έρθει από τη θάλασσα σαν τις οβίδες που έσκαγαν γύρω τους, δεν ήταν γι’ αυτούς παρά ένα άλυτο αίνιγμα.
Τα λιπόσαρκα στήθη τους ανεβοκατέβαιναν συγχρονισμένα. Τα ρουθούνια τους πάλλονταν από την εξάντληση. Τα μάτια τους, ανέκφραστα και γυάλινα, έμεναν καρφωμένα στην ανηφόρα.
Πέρασαν δίπλα μου, σε απόσταση λίγων μόλις εκατοστών, χωρίς να μου ρίξουν ούτε μια ματιά.
Με εκείνη την απόλυτη, σχεδόν νεκρική αδιαφορία ανθρώπων που η δυστυχία έχει εξαντλήσει κάθε αντίδραση.
Πίσω από αυτή τη ζωντανή πομπή δυστυχίας ακολουθούσε νωχελικά ένας από τους «εκπολιτισμένους» — ένα ακόμη προϊόν των νέων δυνάμεων που δρούσαν στη χώρα.
Κρατούσε το τουφέκι του από τη μέση.
Φορούσε στρατιωτικό χιτώνιο, από το οποίο έλειπε ένα κουμπί.
Μόλις αντιλήφθηκε έναν λευκό στο μονοπάτι, σήκωσε αστραπιαία το όπλο στον ώμο.
Ήταν μια απλή πράξη προφύλαξης.
Οι λευκοί, από μακριά, μοιάζουν όλοι μεταξύ τους.
Δεν μπορούσε να ξέρει ποιος ήμουν.
Γρήγορα όμως καθησυχάστηκε.
Ένα πλατύ, κατάλευκο, πανούργο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Κοίταξε τους δεμένους άντρες που συνόδευε κι ύστερα εμένα, σαν να με δεχόταν σιωπηρά ως συνένοχο στο σπουδαίο έργο που υπηρετούσε.
Άλλωστε κι εγώ αποτελούσα μέρος αυτής της μεγάλης, «ευγενούς» αποστολής.
Αντί να συνεχίσω την ανηφόρα, έστριψα αριστερά και κατηφόρισα.
Ήθελα απλώς να αφήσω εκείνη την αλυσίδα των καταδίκων να χαθεί από τα μάτια μου πριν ανέβω στον λόφο.
Ξέρεις πως δεν είμαι άνθρωπος υπερβολικά ευαίσθητος.
Έχω χτυπήσει ανθρώπους.
Έχω δεχτεί χτυπήματα.
Έχω αναγκαστεί να επιτεθώ και να αμυνθώ.
Μερικές φορές αυτός είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώσεις, όταν η ζωή σε σπρώχνει σε τέτοιους δρόμους.
Έχω γνωρίσει τον δαίμονα της βίας.
Τον δαίμονα της απληστίας.
Τον δαίμονα της αχαλίνωτης επιθυμίας.
Ήταν όλοι τους δυνατοί δαίμονες, γεμάτοι ζωή, με μάτια κατακόκκινα, που κυρίευαν και οδηγούσαν τους ανθρώπους.
Ανθρώπους, λέω.
Όμως, εκείνη τη στιγμή, πάνω σ' εκείνον τον λόφο, κατάλαβα πως κάτω από τον εκτυφλωτικό ήλιο αυτής της χώρας επρόκειτο να γνωρίσω έναν διαφορετικό δαίμονα.
Έναν δαίμονα μαλθακό.
Υποκριτή.
Με άτονα μάτια.
Τον δαίμονα μιας άπληστης και ανελέητης ανοησίας.
Πόσο ύπουλος μπορούσε να γίνει, θα το ανακάλυπτα μόνο μήνες αργότερα, χίλια μίλια βαθύτερα στην καρδιά της ηπείρου.
Για μια στιγμή στάθηκα ακίνητος, σαν να είχα δεχτεί μια προειδοποίηση.
Ύστερα πήρα τον κατήφορο, λοξά προς το μικρό άλσος που είχα διακρίνει λίγο νωρίτερα.
Κατευθύνθηκα προς τη συστάδα των δέντρων.
Η σκιά τους ήταν βαθιά και δροσερή, σχεδόν ανακουφιστική ύστερα από το ανελέητο φως του ήλιου.
Μόλις μπήκα κάτω από τα κλαδιά, διέκρινα αχνά ανθρώπινες μορφές ξαπλωμένες στο έδαφος.
Στην αρχή νόμισα πως ήταν απλώς σκοτεινές σκιές.
Ύστερα τα μάτια μου συνήθισαν στο μισοσκόταδο.
Ήταν μαύροι εργάτες.
Άρρωστοι.
Εξαντλημένοι.
Ξαπλωμένοι όπως είχαν σωριαστεί, ακουμπισμένοι στους κορμούς ή κουλουριασμένοι πάνω στις ρίζες.
Δεν εργάζονταν πια.
Περίμεναν.
Άλλοι κάθονταν με την πλάτη στον κορμό ενός δέντρου, τα γόνατα τραβηγμένα στο στήθος και το βλέμμα χαμένο.
Άλλοι ήταν ξαπλωμένοι μπρούμυτα, με το πρόσωπο χωμένο στο χώμα.
Μερικοί μόλις που ανέπνεαν.
Δεν αντάλλαζαν κουβέντα.
Δεν παραπονιούνταν.
Δεν ζητούσαν τίποτε.
Ήταν σαν να είχαν συρθεί μόνοι τους ως εκεί, σ' εκείνη τη σκιά, για να πεθάνουν μακριά από τον θόρυβο των έργων.
Ένας νεαρός, σχεδόν παιδί, στεκόταν ακουμπισμένος σ' έναν κορμό.
Τα μάτια του ήταν βαθουλωμένα.
Στο λαιμό του φορούσε ένα κομμάτι λευκού βαμβακερού υφάσματος δεμένο σαν πρόχειρο περιλαίμιο.
Δεν ξέρω γιατί αυτή η μικρή λευκή λωρίδα μού τράβηξε τόσο έντονα την προσοχή.
Ήταν το μοναδικό φωτεινό σημάδι μέσα σ' εκείνη τη θάλασσα από μαύρα κορμιά, σκιές και θάνατο.
Έμοιαζε σχεδόν παράταιρη.
Σαν μια τελευταία, μάταιη προσπάθεια να κρατηθεί κάτι από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν εχθροί.
Δεν ήταν εγκληματίες.
Δεν ήταν καν εργάτες πια.
Δεν ήταν παρά μαύρες σκιές αρρώστιας και πείνας, ξαπλωμένες μέσα στο μισοσκόταδο, παραδομένες ολοκληρωτικά στη μοίρα τους.
Τους είχε φέρει εκεί μια ακατανόητη δύναμη από τα βάθη της ηπείρου.
Τους είχε αποσπάσει βίαια από τον κόσμο τους.
Και τώρα, άχρηστοι πια, είχαν αφεθεί να σβήσουν αργά, σαν σπασμένα εργαλεία που κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να περισυλλέξει.
Στάθηκα για λίγο ακίνητος.
Δεν ήξερα τι να κάνω.
Δεν υπήρχε τίποτε που να μπορούσε να γίνει.
Μόνο η απόλυτη σιωπή.
Και η αίσθηση πως είχα εισχωρήσει σε έναν τόπο όπου ο θάνατος περίμενε υπομονετικά, χωρίς βιασύνη, τους ανθρώπους του.
7 αποσπάσματα για τη μοναξιά
Διάβασε επιλεγμένα αποσπάσματα βιβλίων για τη μοναξιά. Λογοτεχνικά και στοχαστικά κείμενα που εξερευνούν διαφορετικές πλευρές του ανθρώπινου συναισθήματος.
ΑπόσπασμαΔιάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Μπελ Χάινριχ · Το λυπημένο μου πρόσωπο
Σταματώντας στην άκρη του λιμανιού για ν' αγναντέψω τους γλάρους, το λυπημένο μου πρόσωπο τράβηξε την προσοχή του πολιτσμάνου, που γύριζε σ' εκείνη την περιοχή. Είχα αφαιρεθεί κοιτάζοντας τα αιωρούμενα πουλιά, που ζυγιάζονταν κι εφορμούσαν για να βρούνε κάτι να φάνε, μα χωρίς αποτέλεσμα. Το λιμάνι ήταν έρημο, το νερό πράσινο, πηχτό από τ' ακάθαρτο πετρέλαιο και στο λεπιδωτό δέρμα του έπλεε κάθε λογής σαβούρα. Πλοίο πουθενά, ο γερανός σκουριασμένος, οι αποθήκες ρεπιασμένες. Στα μαύρα ερείπια της αποβάθρας ούτε ποντίκια δεν κατοικούσαν πια νέκρα. Εδώ και χρόνια ήταν κομμένη κάθε σχέση με τον έξω κόσμο.
Είχα καρφώσει το βλέμμα σ' ένα γλάρο και παρακολουθούσα το πέταγμα του. Με τον τρόμο χελιδονιού που προαισθάνεται κακοκαιρία πετούσε σχεδόν πάντα κοντά στην επιφάνεια του νερού και μόνο πότε πότε ξεθάρρευε ν' ανέβει ψηλά κρώζοντας, να σμίξει το δρόμο του με κείνον των συντρόφων. Αν λαχταρούσα κάτι, ήταν χωρίς άλλο ένα ψωμί να ταϊσω τους γλάρους, να το κόψω κομμάτια και στο ανάκατο πέταγμα να βάλω ένα άσπρο σημάδι, ένα στόχο που κατά πάνω του θα πετούσαν. Ρίχνοντας ένα κομμάτι ψωμί σ' αυτό το ανεβοκατέβασμα των μπερδεμένων τροχιών που έκρωζε, να τους κατεύθυνα σα να 'τανε δεμένοι με σχοινιά. Μα ξαφνικά έπεσε πάνω μου το χέρι της εξουσίας και μια φωνή είπε: "Ακολούθα με!". Ολομιάς το χέρι δοκίμασε να με τραβήξει απότομα από την πλάτη και να με στριφογυρίσει βίαια. Εγώ στυλώθηκα, το τίναξα κι είπα συγκρατημένα: "Σίγουρα δεν είστε καλά!". "Συνάδερφε", είπε πριν ακόμα καταφέρω να τον καλοκοιτάξω, "σε προειδοποιώ". "Αφεντικό...", ανταπόδωσα. "Δεν υπάρχουν αφεντικά", φώναξε οργισμένος. "Συνάδερφοι είμαστε όλοι." Τώρα στεκόταν δίπλα μου, με κοίταξε από το πλάι κι ήμουν αναγκασμένος να συγκεντρώσω το βλέμμα μου, που πλανιόταν ευτυχισμένα, και να το βυθίσω στην αλύγιστη μάτια του. Ήταν σοβαρός σα βουβάλι που δεκαετίες ολόκληρες δεν καταβρόχθιζε άλλο από καθήκον. "Για ποιο λόγο;..." πήγα να πω.
"Για σοβαρό λόγο", είπε.
"Για το λυπημένο σου πρόσωπο".
Γέλασα.
"Άσε τα γέλια!".
Η οργή του ήταν πραγματική. Για μια στιγμή σκέφτηκα πως το 'κανε έτσι από ανία, μιας και δεν έβρισκε να συλλάβει ούτε μια αδήλωτη*, ούτε ένα μεθυσμένο ναύτη, ούτε κλέφτη ή δραπέτη, μα είδα πως δεν αστειευόταν: Εμένα ήθελε να πιάσει.
"Ακολούθα με!...".
"Μα γιατί;" ρώτησα συγκρατημένα...
Έδεσε μονομιάς τ' αριστερό μου χέρι στον καρπό με μια λεπτή αλυσίδα και στη στιγμή κατάλαβα πως ήμουν πάλι χαμένος. Γύρισα για τελευταία φορά κατά τους γλάρους που πετούσαν, είδα τον όμορφο γκρίζο ουρανό κι έκανα να πέσω με ξαφνική στροφή στη θάλασσα, γιατί μου φάνηκε προτιμότερο να πνιγώ με τη θέληση μου σ' αυτή τη βρώμικη πήχτρα, παρά να με στραγγαλίσουν οι λοχίες σε κάποιο κρατητήριο ή να με ξαναφυλακίσουν. Μα ο πολιτσμάνος τινάζοντας με απότομα με τράβηξε τόσο κοντά, που ήταν αδύνατο να ξεφύγω.
"Μα γιατί;" ρώτησα πάλι.
"Ο νόμος διατάζει να είσαι- ευτυχισμένος!".
"Είμαι ευτυχισμένος", φώναξα.
"Το λυπημένο σου πρόσωπο;" κούνησε το κεφάλι.
"Μα ο νόμος αυτός είναι καινούριος" είπα.
"'Εγινε πριν τριανταέξι ώρες, και το ξέρεις καλά, πως κάθε νόμος ισχύει σαν περάσουν εικοσιτέσσερις ώρες από τη δημοσίευση του."
"Μα δεν έχω ιδέα."
"Καμιά δικαιολογία! Από προχτές το 'λεγαν όλα τα μεγάφωνα κι όλες οι εφημερίδες, και σε κείνους", εδώ με κοίταξε περιφρονητικά, "και σε κείνους που δε φτάνει η ευλογία ούτε της εφημερίδας ούτε του ραδιοφώνου, το 'καναν γνωστό οι προκηρύξεις που σκορπίστηκαν στους δρόμους όλου του κράτους. Λοιπόν, συνάδερφε, θ' αποδειχτεί πού ήσουν τις τελευταίες τριανταέξι ώρες."
Μ' έσπρωξε μπροστά. Τώρα για πρώτη φορά κατάλαβα πως έκανε ψύχρα και πανωφόρι δεν είχα, τώρα για πρώτη φορά η πείνα μου έφτασε στ' αποκορύφωμα και γουργούριζε στην πύλη του στομαχιού, τώρα για πρώτη φορά κατάλαβα πως ήμουν άπλυτος κι αξύριστος και πως υπήρχαν νόμοι, που σύμφωνα μ' αυτούς έπρεπε κάθε συνάδερφος να 'ναι καθαρός, ξυρισμένος, ευτυχισμένος και χορτάτος. Μ' έσπρωχνε μπροστά σαν σκιάχτρο, που έπρεπε ν' αφήσει τον τόπο των ονείρων του στην όχτη του χωραφιού, μια κι η κλοπή ήταν ολοφάνερη. Οι δρόμοι ήταν αδειανοί, η απόσταση για το τμήμα κοντινή, κι όσο ένιωθα πως θα 'βρισκαν σε λίγο πάλι μιαν αιτία να με φυλακίσουν, τόσο βάραινε η καρδιά μου, γιατί με περνούσε από μέρη της νιότης μου, που σκόπευα να τα επισκεφτώ σαν τέλειωνα την περιδιάβαση του λιμανιού: κήπους που ήταν άλλοτε γεμάτοι θάμνους, όμορφους στη φυσική τους αταξία, δρόμους κατάφυτους. Τώρα ήταν όλα σχεδιασμένα, τακτοποιημένα, καθαρά, τετραγωνισμένα, κανονισμένα για τους πατριδολατρικούς συλλόγους, που Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο έκαναν εδώ τις παρελάσεις τους. Μονάχα ο ουρανός ήταν σαν τότε, κι ο αέρας, σαν κείνες τις μέρες που η καρδιά μου ήταν γεμάτη όνειρα.
...Όσους ανθρώπους συναντούσαμε τους έπιανε ολοφάνερος ενθουσιασμός, τους διαπερνούσε το λεπτό ρευστό της εργατικότητας, μάλιστα τόσο περισσότερο, όσο έβλεπαν τον πολιτσμάνο. Περπατούσαν όλοι γρηγορότερα, έδειχναν φάτσα βουτηγμένη στο καθήκον, κι οι γυναίκες που έβγαιναν από τα μαγαζιά έβαζαν τα δυνατά τους να δώσουν έκφραση χαράς στο πρόσωπο τους, εκείνη ακριβώς που περίμεναν απ' αυτές, γιατί ήταν διαταγή να εκδηλώνουν χαρά, ζωηρό κέφι στα καθήκοντα της νοικοκυράς, που θα 'πρεπε το βράδυ να τονώνει με πλούσιο δείπνο το δουλευτή του κράτους.
Μα όλοι αυτοί οι άνθρωποι λοξοδρομούσαν επιδέξια, έτσι που κανένας τους να μη βρίσκεται στην ανάγκη να διασταυρώσει μπροστά μας το δρόμο. Στο δρόμο είκοσι βήματα πριν από μας εξαφανιζόταν κάθε ίχνος ζωής, καθένας βιαζόταν να μπει το γρηγορότερο σε μαγαζί ή να στρίψει σε γωνία κι άλλοι έμπαιναν ακόμα και σε ξένο σπίτι και περίμεναν πίσω από την πόρτα έντρομοι, ώσπου να χαθούν τα βήματα μας.
Μονάχα σαν φτάσαμε σε μια διασταύρωση μας συνάντησε ένας ηλικιωμένος, που φευγαλέα διέκρινα να 'χει το σήμα του δασκάλου. Δεν το κατάφερε να λοξοδρομήσει και χαιρετώντας πρώτος αυτός τον πολιτσμάνο κατά τον κανονισμό – χτυπώντας την παλάμη τρεις φορές στο κούτελο να δείξει την απόλυτη ταπεινότητα του – προσπάθησε τώρα, για να εκτελέσει τέλεια το καθήκον που του επιβαλλόταν, προσπάθησε να με φτύσει τρεις φορές στο πρόσωπο και να μ' εφοδιάσει με την τιμητική προσφώνηση: "Πουλημένο τομάρι!". Είχε σκοπεύσει καλά, μα η μέρα είχε ζεστάνει, ο καταπιόνας του ήταν αναγκαστικά ξερός, γιατί με πέτυχαν μονάχα λίγες ταλαίπωρες, πες δίχως ουσία πιτσιλιές, που άθελα μου – παρά τον κανονισμό – με το μανίκι έκανα να τις σκουπίσω. Την ίδια στιγμή ο πολιτσμάνος μου 'δωσε μια πίσω και με χτύπησε γροθιά στη μέση της ραχοκοκαλιάς, λέγοντας ατάραχα "βαθμίς πρώτη", που τόσα πολλά σήμαινε, όπως μορφή πρώτη της πιο ήπιας ποινής που επιβάλλει κάθε πολιτσμάνος.
Ο δάσκαλος το 'βαλε γρήγορα στα πόδια. Οι άλλοι κατάφεραν να λοξοδρομήσουν. Μονάχα μια γυναίκα που είχε πάρει κιόλας τον καθορισμένο αέρα της πριν από το βραδινό γλέντι στην ερωτική στρατώνα, μια χλωμή, πρησμένη ξανθή μου 'στειλε κλεφτά ένα φιλί και χαμογέλασα με ευγνωμοσύνη. ενώ ο πολιτσμάνος πάλευε να καμωθεί πως δεν είδε τίποτε. Είναι ορμηνεμένοι να επιτρέπουν σ' αυτές τις γυναίκες ελευθερίες που σίγουρα θα στοίχιζαν βαριά τιμωρία σε κάθε συνάδερφο, γιατί, μιας κι είναι η συμβολή τους πολύ ουσιαστική στην ανύψωση της γενικής χαράς για εργασία, θεωρείται πως δεν εμπίπτουν στην περιοχή των συνεπειών του νόμου, μια ομολογία δηλαδή που τη σημασία της τη στιγμάτισε ο καθηγητής της περί κράτους φιλοσοφίας διδάκτωρ, διδάκτωρ, διδάκτωρ Μπλάιγκετ στο επίσημο περιοδικό της (περί κράτους) φιλοσοφίας, σαν ένα σημάδι προϊούσας φιλελευθεροποίησης. Το 'χα διαβάσει την προηγούμενη μέρα πηγαίνοντας για την πρωτεύουσα, σα βρήκα λίγες σελίδες του περιοδικού στον αναγκαίο* ενός χωριατόσπιτου, που κάποιος φοιτητής – ίσως παιδί του χωρικού – τις είχε εφοδιάσει με πολύ έξυπνα σχόλια.
Ευτυχώς φτάναμε πια στο σταθμό, γιατί την ίδια στιγμή χτυπούσαν οι σειρήνες κι αυτό έλεγε πως θα πλημμύριζαν οι δρόμοι από χιλιάδες ανθρώπους με συγκρατημένη ευτυχία στα πρόσωπα – γιατί ήταν διαταγή σχολώντας τη δουλειά να μην εκδηλώνουν πολύ μεγάλη χαρά. αφού αυτό θα σήμαινε πως είναι βάρος η δουλειά, αντίθετα πιάνοντας δουλειά έπρεπε να επικρατεί αλαλαγμός χαράς, αλαλαγμός χαράς και τραγούδι – κι όλες αυτές οι χιλιάδες θα 'πρεπε να με φτύσουν. Οπωσδήποτε οι σειρήνες χτυπούσαν δέκα λεφτά πριν από το βραδινό γλέντι, γιατί καθένας θα 'πρεπε ν' αφοσιωθεί επί δέκα λεφτά σε ένα γενικό πλύσιμο, σύμφωνα με το σύνθημα του τωρινού αρχηγού: ευτυχία και σαπούνι.
Την πύλη για το τμήμα της περιοχής, έναν όγκο μπετόν, τη φρουρούσαν δυο σκοποί, που περνώντας εγκαινίασαν τη "λήψη" των συνηθισμένων "σωματικών μέτρων": Με χτύπησαν με τη λόγχη τους δυνατά στα μηλίγγια, κροτάλισαν την κάννη του πιστολιού τους πάνω στο κλειδί του ώμου μου. σύμφωνα με το προοίμιο του νόμου του κράτους. 'Αρθρο 1: "'Εκαστον όργανον τάξεως οφείλει να δηλοποιεί εαυτό επισήμως ως εξουσίαν καθ' εαυτήν εις πάντα συλλαμβανόμενον (εννοούν προφυλακιστέο), εξαιρέσει εκείνου, όπερ προβαίνει εις την σύλληψιν, καθ' όσον τούτο θέλει μετάσχει της ευτυχίας ταύτης, προβαίνον εις την λήψιν των κατά την ανάκρισιν απαιτουμένων σωματικών μέτρων." Κι ο ίδιος ο νόμος του Κράτους 'Άρθρο 1 λέει τα ακόλουθα: "'Εκαστον όργανον τάξεως δύναται να τιμωρεί, οφείλει να τιμωρεί πάντα ένοχον παραβάσεως. Εις ουδέν όργανον παρέχεται ελευθερία εξαιρέσεως εκ της τιμωρίας, αλλά δυνατότης εξαιρέσεως εκ της τιμωρίας".
Περνούσαμε τώρα ένα μεγάλο, παγερό διάδρομο με μεγάλα παράθυρα. Σε λίγο άνοιξε αυτόματα μια πόρτα, γιατί στο μεταξύ οι φρουροί είχαν αναφέρει κιόλας την άφιξη μας, και κείνες τις μέρες που ήταν όλοι ευτυχισμένοι, γενναίοι, ταχτικοί και καθένας πάλευε να ξοδέψει το καθορισμένο μισό κιλό σαπούνι τη μέρα, κείνες τις μέρες να φτάνει ένας κρατούμενος ή προφυλακιστέος ήταν πια γεγονός.
Μπήκαμε σε χώρο σχεδόν αδειανό, που είχε μόνο γραφείο με τηλέφωνο και δυο καθίσματα, εγώ έπρεπε να σταθώ στη μέση, ορθός. Ο πολιτσμάνος έβγαλε το κράνος και κάθισε.
Επικράτησε πρώτα απόλυτη σιωπή κι απραξία. Έτσι το συνήθιζαν πάντα. Δεν υπάρχει χειρότερο. Ένιωθα το πρόσωπο μου να καταρρέει ολοένα περισσότερο, ήμουν κουρασμένος και πεινασμένος κι είχε χαθεί και το τελευταίο ίχνος από κείνη την ευτυχία της θλίψης, γιατί το 'ξερα πως ήμουν πια χαμένος.
Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα μπήκε χωρίς να πει λέξη ένας χλωμός ψηλός άντρας με τη μαυριδερή στολή του προανακριτή. Κάθισε χωρίς να πει λέξη, και κάρφωσε το βλέμμα πάνω μου. "Επάγγελμα;"
"Μονάχα συνάδερφος."
"'Έτος γεννήσεως;"
"Πρώτη πρώτου του Ένα", είπα.
"Τελευταία ασχολία;" "Κατάδικος."
Ο ένας τους κοίταξε τον άλλον.
"Πότε και από πού απολύθηκες;"
"Χτες από το κτίριο 12, κελί 13."
"Τόπος προορισμού;" "Για την πρωτεύουσα." "Χαρτί!"
Έβγαλα από την τσέπη το αποφυλακιστήριο και του το 'δωσα. Το καρφίτσωσε στην πράσινη καρτέλα, που είχε αρχίσει να συμπληρώνει με τα στοιχεία μου. "Προηγούμενη παράβαση;" "Χαρούμενο πρόσωπο." Ο ένας τους κοίταξε τον άλλον. "Εξήγησε!" είπε ο προανακριτής. "Παλιά τράβηξε την προσοχή του πολιτσμάνου το χαρούμενο πρόσωπο μου, μέρα που είχε διαταχθεί γενικό πένθος. Ήταν η μέρα που πέθανε ο αρχηγός."
"Διάρκεια ποινής;"
"Πέντε."
"Έκτιση;"
"Άσχημα."
"Αιτία;"
"Πλημμελής αφοσίωση στην εργασία."
"Αρκετά!"
Ο προανακριτής σηκώθηκε, ήρθε κατά πάνω μου και μ' ένα χτύπημα μου 'σπασε κυριολεκτικά τα τρία μεσαία μπροστινά δόντια, σημάδι πως για λόγους υποτροπής έπρεπε να στιγματιστώ μ' αυστηρά μέτρα, που δεν είχα λογαριάσει. Ο προανακριτής έφυγε και μπήκε μέσα ένας χοντρός τραμπούκος με κατάμαυρη στολή: ο ανακριτής. Με χτύπησαν όλοι: ο ανακριτής, ο ανώτερος ανακριτής, ο προϊστάμενος ανακριτής, ο επίτροπος και ο πρόεδρος και μαζί τους ο πολιτσμάνος εξάντλησε τη "λήψη" όλων των "σωματικών μέτρων", καθώς ο νόμος πρόσταζε. Και μου 'ριξαν δέκα χρόνια φυλακή για το λυπημένο μου πρόσωπο, έτσι ακριβώς όπως πριν πέντε χρόνια μου είχαν ρίξει πέντε χρόνια φυλακή για το χαρούμενο πρόσωπο μου.
Αν αντέξω τα επόμενα δέκα χρόνια της ευτυχίας και του σαπουνιού, είμαι αληθινά αναγκασμένος να φροντίσω να μείνω ολότελα δίχως πρόσωπο.
Από το σχολικό βιβλίο
«Κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου
Μετάφραση Φάνης Τουλούπης
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
*Αδήλωτη: (εννοεί πόρνη), πόρνη που δεν έχει δηλώσει στην αστυνομία την ιδιότητά της
*Αναγκαίο; (ουσ.), το αποχωρητήριο.
## Η ΠείναΔιάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Χάμσεν Κνουτ
### (Οι πρώτες σελίδες – επιμελημένη απόδοση)
Ήταν τον καιρό που περιπλανιόμουν πεινασμένος στους δρόμους της Χριστιανίας…
Ξύπνησα στη σοφίτα μου. Άκουσα ένα ρολόι να χτυπά έξι· η μέρα μόλις χάραζε. Ήδη ακούγονταν βήματα στις σκάλες, άνθρωποι που ανέβαιναν και κατέβαιναν βιαστικά.
Οι τοίχοι του δωματίου μου, δίπλα στην πόρτα, ήταν ντυμένοι με παλιά φύλλα της εφημερίδας **Morgenbladet**. Από το κρεβάτι μου μπορούσα να διαβάσω μια ανακοίνωση του διευθυντή των φόρων. Λίγο πιο πέρα, με μεγάλα, χοντρά γράμματα, ο φούρναρης Φάμπιαν Όλσεν διαφήμιζε το φρέσκο ψωμί του.
Μόλις άνοιξα τα μάτια μου, η πρώτη μου σκέψη ήταν αν θα με περίμενε άλλη μια μέρα δυστυχίας.
Τον τελευταίο καιρό η ζωή μού φερόταν σκληρά. Ό,τι μικροπράγματα είχα στην κατοχή μου είχαν καταλήξει, ένα-ένα, στο ενεχυροδανειστήριο. Τα νεύρα μου ήταν εξαντλημένα. Κάποτε έμενα ολόκληρη μέρα ξαπλωμένος στο κρεβάτι, νικημένος από τον πυρετό και τη ζάλη. Πότε πότε, όταν ήμουν τυχερός και κάποια επιφυλλίδα μου δημοσιευόταν σε εφημερίδα, κέρδιζα πέντε κορώνες.
Το φως δυνάμωνε ολοένα. Άρχισα να διαβάζω τις αγγελίες που κάλυπταν τους τοίχους. Μία, γραμμένη με τόσο μικρά και στριμωγμένα γράμματα που δυσκολευόμουν να τη διαβάσω, έγραφε:
«Κηδείες – Δεσποινίς Άντερσεν, δεξιά της εισόδου.»
Αυτή η πένθιμη διαφήμιση κράτησε για ώρα το βλέμμα μου. Λίγο αργότερα άκουσα το ρολόι του πάνω ορόφου να χτυπά οκτώ. Σηκώθηκα και ντύθηκα.
Άνοιξα το παράθυρο. Έβλεπα ένα χέρσο οικόπεδο, όπου είχε τεντωθεί ένα σκοινί για άπλωμα ρούχων. Πιο πέρα υψώνονταν τα απομεινάρια ενός σιδηρουργείου που είχε καεί πρόσφατα και τώρα εργάτες καθάριζαν τα χαλάσματά του.
Στάθηκα και κοίταξα τον ουρανό. Σε λίγο θα ξημέρωνε για τα καλά. Ήταν φθινόπωρο, η εποχή που όλα αρχίζουν να ψυχραίνουν, να αλλάζουν χρώμα, να μαραίνονται.
Οι φωνές από τον δρόμο με καλούσαν να βγω έξω. Το άδειο δωμάτιο, με το πάτωμα που βούλιαζε και έτριζε σε κάθε βήμα, μου έμοιαζε με ένα μεγάλο, ετοιμόρροπο φέρετρο. Η κλειδαριά δεν έπιανε καλά και σόμπα δεν υπήρχε. Τα βράδια έβαζα τις κάλτσες μου κάτω από το πάπλωμα για να στεγνώσουν ως το πρωί. Όταν φυσούσε δυνατά και η κάτω πόρτα έμενε ανοιχτή, ο αέρας σφύριζε παράξενα μέσα από το πάτωμα και οι εφημερίδες στους τοίχους σκίζονταν συχνά από τη δύναμή του.
Υπήρχε όμως ένα πράγμα που αγαπούσα σ' εκείνο το δωμάτιο: μια μικρή κόκκινη κουνιστή πολυθρόνα. Εκεί καθόμουν κάθε βράδυ, μισοκοιμισμένος, αφήνοντας τις σκέψεις και τις αναμνήσεις μου να παίρνουν τη θέση τους η μία δίπλα στην άλλη.
Σηκώθηκα και έψαξα το μικρό καλάθι δίπλα στο κρεβάτι μου, μήπως είχε απομείνει κάτι να φάω. Δεν βρήκα τίποτα. Γύρισα ξανά στο παράθυρο.
«Θεέ μου», σκέφτηκα, «αξίζει άραγε να συνεχίζω αυτή την ατέλειωτη περιπλάνηση αναζητώντας δουλειά;»
Ως τώρα η επιμονή μου δεν είχε ανταμειφθεί παρά μόνο με ψεύτικες υποσχέσεις και ξερά «όχι». Ζούσα διαρκώς με την ελπίδα ότι κάτι θα άλλαζε, κι όμως κάθε πρωί ξανάρχιζα τον ίδιο μάταιο αγώνα, που δεν οδηγούσε πουθενά. Οι συνεχείς απογοητεύσεις είχαν κλονίσει το θάρρος μου.
Δεν είχα φτάσει, άραγε, στο σημείο να ζητήσω ακόμη και θέση λογιστή; Ήταν όμως ήδη αργά και, επιπλέον, δεν μπορούσα να καταβάλω την εγγύηση των πενήντα κορωνών που απαιτούσαν. Πάντα εμφανιζόταν κάποιο εμπόδιο.
Δοκίμασα ακόμη και στην Πυροσβεστική. Ήμασταν καμιά πενηνταριά υποψήφιοι. Στεκόμασταν με φουσκωμένο στήθος, παίρνοντας στρατιωτικό παράστημα για να δείχνουμε πιο δυνατοί. Ένας επιθεωρητής περνούσε μπροστά από τον καθένα μας, ψηλαφούσε τα μπράτσα μας και μας έκανε μερικές ερωτήσεις. Όταν στάθηκε μπροστά μου, κούνησε το κεφάλι.
«Αδύνατον», είπε. «Φοράτε γυαλιά.»
Ξαναπήγα λίγες μέρες αργότερα. Αυτή τη φορά είχα αφήσει τα γυαλιά μου στο σπίτι. Στεκόμουν όρθιος, με συνοφρυωμένο πρόσωπο και βλέμμα όσο πιο αποφασιστικό μπορούσα να προσποιηθώ. Ο επιθεωρητής όμως πέρασε μπροστά μου χαμογελώντας. Με είχε αναγνωρίσει.
Το χειρότερο απ' όλα ήταν η κατάσταση των ρούχων μου. Ήταν τόσο φθαρμένα, ώστε ντρεπόμουν να παρουσιαστώ οπουδήποτε. Η φτώχεια μού είχε γίνει δεύτερη φύση. Δεν είχα ούτε χτένα να χτενίσω τα μαλλιά μου ούτε ένα βιβλίο να μου κρατήσει συντροφιά στις ώρες της απελπισίας.
Ολόκληρο το καλοκαίρι το είχα περάσει στα νεκροταφεία και στους βασιλικούς κήπους. Εκεί περιπλανιόμουν, ονειροπολούσα, καθόμουν σε κάποιο παγκάκι και έγραφα τα άρθρα μου. Γέμιζα τη μία σελίδα μετά την άλλη. Παράξενες ιδέες γεννιούνταν διαρκώς μέσα μου, κι από το ανήσυχο μυαλό μου ξεπηδούσαν εικόνες και συλλήψεις γεμάτες φαντασία.
Όμως η εξαθλίωσή μου θόλωνε σιγά σιγά την κρίση μου. Συχνά διάλεγα θέματα που δεν είχαν καμία επικαιρότητα και οι εφημερίδες τα απέρριπταν. Κι όμως, πόσο μόχθο είχα καταβάλει για να τα γράψω! Κάθε φορά που τελείωνα ένα άρθρο, άρχιζα αμέσως το επόμενο, χωρίς να αφήνω τις απορρίψεις των εκδοτών να με λυγίσουν. Έλεγα μέσα μου πως κάποτε θα ερχόταν και η δική μου ώρα.
Και πράγματι, πότε πότε η τύχη μού χαμογελούσε. Κάποια εφημερίδα δεχόταν ένα κείμενό μου και έπαιρνα πέντε ολόκληρες κορώνες για τον κόπο ενός απογεύματος.
Άφησα το παράθυρο και πλησίασα την καρέκλα που χρησίμευε για τουαλέτα. Πήρα το παντελόνι μου. Το ύφασμά του είχε ξεθωριάσει από τη φθορά. Βούρεξα ελαφρά τα γόνατα και τα σημεία που είχαν ασπρίσει, μήπως το χρώμα ζωντανέψει λίγο και δείχνει λιγότερο παλιό.
Έβαλα στην τσέπη μου ένα μολύβι κι ένα μάτσο χαρτιά και βγήκα από το δωμάτιο. Κατέβηκα αθόρυβα τις σκάλες. Είχαν περάσει αρκετές μέρες από τότε που έπρεπε να είχα πληρώσει το νοίκι και δεν διέθετα ούτε μία πεντάρα.
Ήταν εννέα το πρωί.
Ο αέρας ήταν γεμάτος φωνές, θόρυβο από κάρα και άμαξες, βήματα πεζών και τα κοφτά χτυπήματα από τα καμτσίκια των αμαξάδων. Όλη εκείνη η πρωινή συμφωνία μού έδωσε λίγη δύναμη.
Δεν είχα βγει για περίπατο. Τι να τον έκανα τον καθαρό αέρα; Οι πνεύμονές μου δεν τον είχαν ανάγκη. Ένιωθα δυνατός σαν τον Ηρακλή· πίστευα πως θα μπορούσα να σταματήσω μια ολόκληρη άμαξα μόνο με τον ώμο μου.
Ήμουν σχεδόν εύθυμος. Η μέρα ήταν υπέροχη και η ζωηρή ατμόσφαιρα της πόλης με παρέσυρε. Παρατηρούσα τους ανθρώπους που περνούσαν, διάβαζα τις αφίσες στους τοίχους και άφηνα τα πιο ασήμαντα πράγματα να τραβούν την προσοχή μου.
Αχ, να είχα μόνο κάτι να φάω μια τόσο όμορφη μέρα! Το λαμπρό εκείνο πρωινό ξυπνούσε μέσα μου μια ακατανίκητη έξαρση, κι ένιωθα πως ξεχείλιζα από ζωή.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Έσσε Έρμαν · Ντέμιαν
Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι ένας δρόμος προς τον εαυτό του, το
πρόπλασμα ενός δρόμου, το προσχέδιο ενός μονοπατιού. Κανένας
άνθρωπος δεν έφτασε να είναι εντελώς ο εαυτός του, ωστόσο, οι πάντες
φιλοδοξούν να το κατορθώσουν, άλλοι στα τυφλά, άλλοι µε περισσότερο
φως, ο καθένας όπως μπορεί.
Όλοι μας ως το τέλος της ζωής μας κουβαλάμε τα υπολείμματα από τη
γέννησή μας, τις μεμβράνες και το κέλυφος από τ’ αυγό ενός αρχέγονου
κόσμου. Πολλοί δεν καταφέρνουν ποτέ να γίνουν άνθρωποι. Παραμένουν
βάτραχοι, σαύρες, μυρμήγκια. Πολλοί είναι άνθρωποι από τη μέση κι
απάνω και ψάρια από τη μέση και κάτω. Ο καθένας, ωστόσο,
αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια της φύσης να δημιουργήσει μια
ανθρώπινη ύπαρξη. Οι ρίζες μας είναι κοινές. Όλοι προερχόμαστε από
την ίδια μήτρα. Το κάθε άτομο ξεπετιέται από την ίδια άβυσσο,
αγωνίζεται να πετύχει το σκοπό του. Καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο, μα
κάθε άνθρωπος μπορεί να εξηγήσει μόνο τον εαυτό του
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Έσσε Έρμαν · Ο λύκος της Στέπας
Το βλέμμα ήταν περισσότερο θλιμμένο παρά ειρωνικό. Ήταν χαώδες και
απελπιστικά λυπημένο. Το περιεχόμενο του ήταν κατά κάποιο τρόπο μία
ήρεμη και σίγουρη απελπισία που είχε αποκτήσει μία συνηθισμένη
μορφή. Με την απελπισμένη λάμψη του φώτιζε όχι μόνο το πρόσωπο του
ματαιόδοξου ομιλητή ούτε ειρωνευόταν και καταδίκαζε μόνο την
κατάσταση της στιγμής, την προσδοκία και την διάθεση του κοινού, τον
κάπως προκλητικό τίτλο της ομιλίας, αλλά και το βλέμμα εκείνο του
Λύκου της Στέπας διαπερνούσε ολόκληρη την εποχή μας, όλα τα περίεργα
και φανταχτερά καμώματα μας, όλες τις προσπάθειες, ολόκληρη την
ματαιοδοξία, ολόκληρο το επιφανειακό παιχνίδι μια φαντασμένης και
ρηχής πραγματικότητας.
Και δυστυχώς, το βλέμμα εκείνο προχωρούσε πιο βαθιά, πήγαινε πιο
μακριά και όχι μόνο στα ελαττώματα και τον απελπισμό του καιρού μας,
της πνευματικότητας και του πολιτισμού μας. Πήγαινε ως το βάθος της
καρδιάς ολόκληρης της ανθρωπότητας, μιλούσε πειστικά και φανέρωνε
σε μία μόνη στιγμή ολόκληρη την αμφιβολία ενός στοχαστή ίσως ενός
ειδικού γνώστη της αξιοπρέπειας και του νοήματος της ανθρώπινης ζωής
γενικά.
Το βλέμμα του έλεγε: Κοίταξε τι πίθηκοι είμαστε ! Κοίταξε τι ειναι ο
άνθρωπος ! Έτσι η δόξα, η εξυπνάδα, τα προτερήματα του πνεύματος,
όλοι οι δρόμοι προς την ανύψωση, μεγαλεία και ανθρώπινος χρόνος
γινόταν ένα παιχνίδι πιθήκων! Στο διάστημα εκείνο διαρκώς σκεφτόμουν
πως η αρρώστια του δεν προερχόταν από κανένα φυσικό ελάττωμα, αλλά
αντίθετα από τον πλούσιο και προικισμένο εσωτερικό του κόσμο που δεν
εναρμονιζόταν προς το εξωτερικό περιβάλλον. Κατάλαβα πως ήταν μία
μεγαλοφυΐα του πάθους. Είχε σύμφωνα με μερικές σοφές παρατηρήσεις
του Νίτσε, μέσα του μία μεγαλοφυή, απεριόριστη και φοβερή ικανότητα
για τον πόνο.
Συνάμα συνειδητοποίησα πως η βάση της απαισιοδοξίας του δεν ήταν η
περιφρονητική στάση του προς τον κόσμο, αλλά ηαυτοπεριφρόνηση.
Γιατί ενώ μιλούσε αμείλιχτα και επιθετικά για θεσμούς και πρόσωπα,
πάντοτε τα πρώτα βέλη τα έριχνε εναντίον του εαυτού του. Μισούσε και
αρνιόταν πρώτο τον εαυτό του.
Ολόκληρη λοιπόν η μεγαλοφυΐα της φαντασίας του και η δύναμη του
στοχασμού του επί χρόνια κατευθύνονταν εναντίον του εαυτού του,
εναντίον μιας αθώας και ευγενικής ύπαρξης. Έτσι θα μπορούσαμε να
πούμε, πως ολοένα και γινόταν σε μεγαλύτερο βαθμό χριστιανός και
μάρτυρας, γιατί κάθε οξύτητα, κάθε κριτική, κάθε μοχθηρία κάθε μίσος,
για το οποίο ήταν ικανός και όλα αυτά, προπαντός άλλου και καταρχήν,
τα φόρτωνε στον εαυτό του. Το «αγαπάτε αλλήλους» είχε τόσο πολύ
ενσωματωθεί μέσα του, όσο και η δύναμη της αυτοπεριφρόνησης.
[…………………………………………………]
Για να ζήσεις με ένταση, πρέπει να θυσιάσεις το Εγώ σου. Ο αστός όμως
δεν εκτιμά τίποτα περισσότερο από το Εγώ του (ένα Εγώ στοιχειωδώς
ανεπτυγμένο). Με την θυσία της έντασης λοιπόν πετυχαίνει την
συντήρηση και την σιγουριά κι αντί της θεϊκής κυριαρχίας κερδίζει την
ήσυχη συνείδηση αντί της ηδονής, την βολή του αντί της ελευθερίας, την
άνεση αντί της θανάσιμης πυράς την ευχάριστη θερμοκρασία. Γι’ αυτό ο
αστός, εξαιτίας της φύσης του, είναι ένα πλάσμα φοβισμένο κι έντρομο
για κάθε αποκάλυψη του εαυτού του. Γι’ αυτό και τοποθέτησε την
πλειοψηφία στην θέση της δύναμης, το νόμο στην θέση της βίας και την
διαδικασία της ψηφοφορίας στην θέση της ευθύνης…
Ο Λύκος της Στέπας υποψιάζεται πως η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι κάτι
το παγιωμένο, αλλά μια απαίτηση του πνεύματος, ένα μακρινό, ποθητό
μα και φοβερό ενδεχόμενο και πως ο δρόμος για τον
«άνθρωπο» έχει διανυθεί (ένα κομμάτι του μόνο), ακριβώς από εκείνους
τους ελάχιστους, που σήμερα τους στήνουν ικριώματα κι αύριο μνημεία
για να τους τιμήσουν. Αυτό όμως που, σ’ αντίθεση με τον
«λύκο», αποτελεί «άνθρωπο», δεν είναι παρά ο μετριοπαθής άνθρωπος
του αστικού συμβιβασμού. Ο Χάρρυ βέβαια μπορεί να υποψιάζεται το
δρόμο για τον αληθινό άνθρωπο, το δρόμο για την αθανασία, κι ίσως να
έχει διανύσει διστακτικά ένα κομμάτι του, πληρώνοντάς το με ισχυρούς
πόνους κι οδυνηρή απομόνωση, όμως φοβάται από τα τρίσβαθα της
ψυχής του ν’ αποδεχτεί και να επιζητήσει εκείνη την υψηλή, την γνήσια
απαίτηση του πνεύματος, τον εξανθρωπισμό, το μοναδικό στενό δρόμο
προς την αθανασία. Και δεν έχει κι άδικο, γιατί αυτό θα του προκαλούσε
ακόμα μεγαλύτερους πόνους, θα τον οδηγούσε στον αφανισμό, στην
τελευταία παραίτηση, μπορεί και στο ικρίωμα, κι αν τον δελεάζει η
αθανασία, που θα έβρισκε στο τέλος αυτού του δρόμου, δεν είναι
πρόθυμος να υποφέρει όλους αυτούς τους πόνους, να πεθάνει όλους
αυτούς τους θανάτους για να την κατακτήσει. Παρόλο που έχει
συνειδητοποιήσει, περισσότερο από έναν αστό, το σκοπό αυτού του
εξανθρωπισμού, κλείνει τα μάτια και δεν θέλει να ξέρει πως η
απελπισμένη προσκόλληση στο Εγώ, η απελπισμένη επιθυμία του να μην
πεθάνει, είναι ο πιο σίγουρος δρόμος για τον αιώνιο θάνατο, ενώ η
επιλογή του θανάτου, το ξεγύμνωμα από το περίβλημα της εμπειρίας κι η
αιώνια προσφορά του Εγώ, οδηγούν στην αθανασία.…
Η αρχή των πραγμάτων δεν είναι ούτε η αθωότητα, ούτε η απλότητα κι
όλα τα δημιουργήματα, ακόμα και τα φαινομενικά απλούστερα, είναι ήδη
ένοχα, είναι ήδη πολύπλοκα, είναι πεταγμένα στο βρώμικο ρεύμα του
γίγνεσθαι και δεν μπορούν ποτέ, μα ποτέ πια να κολυμπήσουν ενάντια
στο ρεύμα αυτό. Ο δρόμος για την αθωότητα, για το αδημιούργητο, για το
Θεό, δεν οδηγεί προς τα πίσω, αλλά προς τα μπροστά, όχι προς το λύκο
(την φύση) ή προς το παιδί, αλλά πιο κοντά προς την αμαρτία, πιο βαθιά
προς τον εξανθρωπισμό. Ακόμα κι η αυτοκτονία, φτωχέ μου Λύκε της
Στέπας, δεν θα σ’ ωφελούσε. Θα πρέπει ν’ ακολουθήσεις το μακρύτερο,
τον κουραστικότερο και τον δυσκολότερο δρόμο, τον δρόμο του
εξανθρωπισμού, θα πρέπει να πολλαπλασιάσεις την διπλή του φύση, θα
πρέπει να κάνεις ακόμα πιο πολύπλοκη την πολυπλοκότητά σου. Θα
πρέπει, αντί να στενέψεις τον κόσμο σου και ν’ απλουστέψεις την ψυχή
σου, να τον διευρύνεις και θα πρέπει τελικά να δεχτείς στην πονεμένη,
διευρυμένη σου ψυχή ολόκληρο τον κόσμο για να φτάσεις ίσως κάποτε
στο τέλος, στην ηρεμία. Αυτόν τον δρόμο ακολούθησε κι ο Βούδας και
κάθε μεγάλος άνθρωπος, άλλος συνειδητά κι άλλος ασυνείδητα, όσο
επέτρεπε τον καθένα η τόλμη του. Κάθε γέννηση σημαίνει κι έναν
χωρισμό απ’ το σύμπαν, μια οριοθέτηση, έναν αποχωρισμό απ’ τον Θεό
και μια οδυνηρή αναγέννηση. Η επιστροφή στο σύμπαν, η κατάργηση της
οδυνηρής εξατομικεύσεως, η θεοποίηση επιτυγχάνεται μόνο όταν
διευρύνεις τόσο την ψυχή σου, που να μπορέσεις ν’ αγκαλιάσεις ξανά το
σύμπαν.
(αποσπάσματα)Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Κάφκα Φραντς · Ημερολόγια
Κυριακή, 19 Ioυλίου 1910
Συχνά το συλλογίζομαι και πάντα αναγκάζομαι να πω στο τέλος ότι η ανατροφή μου μ' έβλαψε πολύ από ορισμένες απόψεις. Αυτό το παράπονο απευθύνεται σ' ένα πλήθος ανθρώπων, βέβαια στέκονται εδώ όλοι μαζί και, όπως στις παλιές ομαδικές φωτογραφίες, δεν ξέρουν τι να κάνουν ο ένας με τον άλλο, δεν τολμούν να κατεβάσουν τα μάτια τους και να χαμογελάσουν, τόσο νευρικοί είναι. Είναι οι γονείς μου, μερικοί συγγενείς, μερικοί δάσκαλοι, μια κάποια συγκεκριμένη μαγείρισσα, μερικά κορίτσια από το μάθημα του χορού, μερικοί επισκέπτες του σπιτιού μας από τον παλιό καιρό, μερικοί συγγραφείς, ένας δάσκαλος κολύμβησης, ένας λαχειοπώλης, ένας επιθεωρητής σχολείων, ύστερα μερικοί που τους συνάντησα μόνο μια φορά στο δρόμο, κι άλλοι, που δεν τους θυμάμαι τούτη τη στιγμή, κι άλλοι που δε θα τους θυμηθώ ποτέ, κι άλλοι, τέλος, που το μάθημά τους το είχα κατά κάποιον τρόπο απορρίψει τον καιρό εκείνο, που δεν το είχα προσέξει καθόλου, με δυο λόγια είναι τόσο πολλοί που θα πρέπει να προσέξω να μην αναφέρω κάποιον δυο φορές. Και σ' όλους αυτούς εκφράζω το παράπονό μου, τους κάνω μ' αυτόν τον τρόπο γνωστούς αναμεταξύ τους, δεν ανέχομαι όμως αντίρρηση. Γιατί αληθινά αρκετές αντιρρήσεις έχω ανεχτεί, και, μια και οι περισσότερες αναίρεσαν τα λεγόμενά μου, δεν μπορώ να κάνω τίποτ' άλλο παρά να συμπεριλάβω κι αυτές τις αντιρρήσεις στο παράπονό μου και να πω ότι, εκτός από την ανατροφή μου, κι αυτές οι αναιρέσεις μ' έβλαψαν πολύ σε ορισμένα πράγματα.
Μήπως νομίζει κανείς ότι ανατράφηκα κάπου παράμερα: Όχι, καταμεσής στην πόλη ανατράφηκα, καταμεσής στην πόλη. Όχι, π.χ., σ' ένα ερείπιο στα βουνά ή κοντά στη λίμνη. Οι γονείς μου και η ακολουθία τους ήταν ως τώρα τυλιγμένοι από το παράπονό μου και γκρίζοι, τώρα όμως παραμερίζουν εύκολα αυτό το παράπονο και χαμογελούν, γιατί πήρα τα χέρια μου από πάνω τους, τα έφερα στο μέτωπό μου και σκέφτομαι: έπρεπε να ήμουν ο μικρός κάτοικος των ερειπίων, ν' αφουγκράζομαι τις κραυγές των κορακιών, να μου ρίχνουν τον ίσκιο τους πετώντας από πάνω μου, να δροσίζομαι κάτω απ' το φεγγάρι, ακόμα κι αν στην αρχή ήμουν λίγο αδύνατος κάτω από την πίεση των καλών μου ιδιοτήτων, που θα φύτρωναν μέσα μου με τη δύναμη των ζιζανίων, καμένος από τον ήλιο, που θα με έλουζε απ' όλες τις πλευρές μέσα από τα ερείπια, πάνω στο κρεβάτι μου από κισσό.
[πηγή: Φραντς Κάφκα, Τα ημερολόγια-Α': 1910-1913, μτφ. Αγγέλα Βερυκοκάκη, Εξάντας, Αθήνα 1978, σ. 20-21, 32, 40-41]
Από το «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ»
Τούτο ήταν εκείνον τον καιρό μια μικρή αρχή μόνο, αλλά αυτό το συναίσθημα της μηδαμινότητας που συχνά με καταλαμβάνει (ένα από μιαν άλλην άποψη παρ’ όλα ταύτα επίσης ευγενές και γόνιμο συναίσθημα) κρατά εν πολλοίς απ’ τη δική σου την επιρροή. Εγώ χρειαζόμουν λίγη ενθάρρυνση, λίγη ευγένεια, λίγο άνοιγμα του δρόμου μου, αντί γι’ αυτό εσύ μου τον έφραζες, με την καλή πρόθεση βέβαια να πάρω άλλον δρόμο. Αλλά για ’κείνα δεν έκαμνα εγώ. Μ’ ενθάρρυνες λ.χ., όποτε χαιρετούσα και παρήλαυνα καλά, αλλά εγώ δεν ήμουν μελλοντικός στρατιώτης, ή μ’ ενθάρρυνες, όποτε μπορούσα να τρώγω πολύ ή να πίνω μάλιστα και μπύρα επιπλέον, ή όποτε μπορούσα να τραγουδώ επαναλαμβάνοντας τραγούδια χωρίς να τά ’χω καταλάβει, ή να ψιττακίζω τις δικές σου τις αγαπημένες τις εκφράσεις, αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν ήταν για το μέλλον το δικό μου.
Κανείς δεν λυπάται που φεύγω,Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Μπουκόβσκι · Ηλιοβασίλεμα
ούτε καν εγώ·
όμως θα έπρεπε να υπάρχει κάποιος τροβαδούρος
ή τουλάχιστον ένα ποτήρι κρασί.
Νομίζω πως αυτό ενοχλεί κυρίως τους νεότερους:
ένας αργός, ανώδυνος θάνατος.
Κι όμως, κάνει κάθε άνθρωπο να ονειρεύεται.
Εύχεσαι να υπήρχε ένα παλιό ιστιοφόρο,
με πανιά λευκά απ’ το αλάτι,
και η θάλασσα να σκορπούσε
υπαινιγμούς αθανασίας.
Θάλασσα στη μύτη,
θάλασσα στα μαλλιά,
θάλασσα στο μεδούλι, στα μάτια
και, ναι, εκεί στο στήθος.
Θα μας λείψει άραγε
η αγάπη μιας γυναίκας,
η μουσική,
το φαγητό,
ή το χοροπήδημα του μεγάλου γκρίζου αλόγου,
καθώς κλωτσά λάσπη και πεπρωμένα
ψηλά και μακριά
σε μια μοναδική στιγμή,
την ώρα της δύσης;
Όμως τώρα είναι η σειρά μου
και δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλειώδες σ’ αυτό,
γιατί δεν υπήρχε τίποτα
το μεγαλειώδες
πριν από τώρα.
Και κανείς μας,
όπως τα σκουλήκια
που έχουν απομακρυνθεί από το μήλο,
δεν αξίζει καμιά αναβολή.
Ο θάνατος μπαίνει στο στόμα μου
και, σαν φίδι, τυλίγεται γύρω από τα δόντια μου.
Και αναρωτιέμαι αν με τρομάζει
ο σιωπηλός, αλύπητος θάνατος,
που μοιάζει με τριαντάφυλλο
καθώς ξεραίνεται.
Εμφανίζονται 1–7 από 7 καταχωρίσεις