HALLOFPEOPLE.COM

Συμπόνια

Λόγια για την κατανόηση του πόνου και τη φροντίδα του άλλου.

Απόφθεγμα
Αγαπάτε πραγματικά μόνο όταν δεν είστε κτητικός, δεν φθονείτε, δεν είστε άπληστος, όταν σέβεστε, όταν διαθέτετε οίκτο και συμπόνια.
Κρισναμούρτι
Παροιμία
Πέτρα έριξε και πόνεσε το χέρι του.
ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ
Ποίημα
Ω θεέ της νέας χρονιάς,
βοήθησέ μας ν’ αντέξουμε
κι ετούτη τη χρονιά!

Κάθε Πρωτοχρονιά,
ξαναγίνομαι παιδί.
Κάτι είναι κι αυτό!

Στο φρέσκο χορτάρι
αφήνει η μοντέρνα γυναίκα
τον τύπο των γλουτών της.

Βρέχει άνοιξη
στην πόρτα
της αγάπης μου.

Μια πεταλούδα στον κήπο.
Το παιδάκι μπουσουλάει, εκείνη πετάει.
Μπουσουλάει-πετάει…

Νύχτα. Φεγγάρι.
Τα σαλιγκάρια τραγουδούν
στο τσουκάλι.

Ανάμεσα στα κόκκινα άνθη
της δαμασκηνιάς
στεγνώνει η γάτα η βρεγμένη.

Μια ζωή την έχουμε.
Χλωρά καλάμια, παρακαλώ,
στο νεκροκρέβατό μου.

Άνθισαν οι κερασιές.
Κάτι πεθαίνει.
Ετοιμαστείτε.

Φυσάει.
Μας έπνιξε στη σκόνη
ο θάνατος.

Μυρίζονται,
μυρίζουν,
οι ερωτευμένες γάτες.

Όταν ερωτεύονται τα νιάτα,
βρέχει
στα ψηλά βουνά.

Κι η αγριόγατα
στον έρωτα
γατούλα είναι.

Βρόμικος, κοντός,
σκονισμένος ο θάμνος.
Κι όμως ανθίζει.

Έπεσε ένα φύλλο.
Έβαλε το καπέλο του
το σκυλί και πάει…

Ούτε κι αυτός έχει όρεξη
να μαζέψει το χιόνι:
το σκιάχτρο.

Μοιάζει σαν να διαβάζει
ένα βιβλίο στον ουρανό της νύχτας:
βατράχι.

Για να βγάλει το ψωμί του
το αηδόνι
πέφτουν τα φύλλα.

Τα παιδιά που παίζουν παριστάνοντας του κορμοράνους,
είναι συχνά πιο όμορφα
από τους κορμοράνους.

Δεν ξέρω οι άνθρωποι…
πάντως τα σκιάχτρα
κάποτε λυγίζουν.

Κοιμάται, ξυπνάει, χασμουριέται
η γάτα
και πάει να κάνει έρωτα.

Όλα όσα αγγίζω
με τρυφερότητα, δυστυχώς,
τρυπάνε σαν βάτος.

Εμπιστευόμενος τον Βούδα, καλό και κακό,
Αποχαιρετώ,
Το έτος της αναχώρησης.

Ζούμε σκαρφαλωμένοι
στη σκεπή της κόλασης
για να δούμε τα λουλούδια.

Άνοιξη στο καλύβι μου:
μια ομίχλη σαν γιγάντια φιγούρα
κάποιου που κοιμάται.

Ο τόπος μου:
ακόμα κι η ομίχλη
είναι αρχαία.

Η ζέστη σήμερα θολώνει τα πάντα:
ετούτοι οι δυο τάφοι
μοιάζουν με παλιούς καλούς φίλους.

Στο τέλος τέλος,
το νέο χορτάρι είναι…
ε, ναι, λοιπόν: νέο!

Όταν το αηδόνι κρύβεται
στο πεύκο…
τραγουδάει το πεύκο!

Τιθασεύοντας τη σάρκα
κινείται ανάμεσα στ’ αγκάθια…
το βατράχι.

Το γέρικο σκυλί κοιτάζει
σαν ν' ακούει τα σκουλήκια
να τραγουδούν βαθιά στη γη.

Ο κόσμος:
να βαράς μύγες
σ’ ένα μικρό χέρσο χωράφι.

Ξημερώνει.
Οι άνθρωποι φορούν
τα πρόσωπά τους.

Όσο πετούν μπεκάτσες,
οι άνθρωποι
θα πεθαίνουν.

Το ίδιο σκοτάδι
φορούν οι άνθρωποι,
όταν πέφτουν τα φύλλα στα βουνά.

Όπου γυρίσω να κοιτάξω:
βιολέτες.
Τι μοναξιά κι αυτή!

Από πού
έρχονται
τα ουράνια τόξα;

Πώς άνθισαν έτσι τα λιβάδια;
Κάτι κάνει εκεί κάτω
ο νεκρός πατέρας μου.

Στο κεφάλι του αρχιερέα
κάνουν έρωτα
οι μύγες.

Πεθαίνουμε ένας ένας.
Σε λίγο αρχίζει η γιορτή
των καντηλιών.

Ακούστε
Άνθρωποι εφήμεροι
Την εσπερινή καμπάνα

Μην ξεχνάτε
Βαδίζουμε στην κόλαση
Κοιτάζοντας λουλούδια
Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Ίσσα Κομπαγιάσα · Επιλεγμένα χαϊκού
Απόσπασμα
(Στο παρακάτω απόσπασμα ο Σωκράτης καθοδηγεί τον μεγαλύτερου γιό του που είναι οργισμένος με την μητέρα του)

Και ο Σωκράτης λέει:
-Λοιπόν, ενώ η μητέρα σου θέλει το καλό σου και φροντίζει για εσένα όταν είσαι ασθενής, όσο μπορεί περισσότερο για να γίνεις καλά και να μην στερηθείς τίποτε, και φροντίζει για την τροφή σου και να έχεις όλα τα αγαθά, και για χάρη σου κάνει ταξίματα στους Θεούς, εσύ πάλι ισχυρίζεσαι πως είναι ανυπόφορη; Εγώ βέβαια νομίζω ότι αν δεν μπορείς να υποφέρεις αυτή την μητέρα δεν θα μπορείς να υποφέρεις κανένα αγαθό. Πες μου ποιο από τα δύο συμβαίνει; Μήπως νομίζεις πως πρέπει να τιμάς τους άλλους ή είσαι διατεθειμένος να μην προσπαθείς να είσαι αρεστός σε κανένα άνθρωπο ούτε να πείθεσαι από κανένα στρατηγό και κανένα άρχοντα;
― Ναι, μα την αλήθεια, είπε, παραδέχομαι, ότι πρέπει να τιμώ τους άλλους.
― Λοιπόν, είπε ο Σωκράτης, και στον γείτονά σου θέλεις να είσαι αρεστός, για να σου δίνει προσάναμμα όταν έχεις ανάγκη από φωτιά και για να σε βοηθά όταν χρειάζεται και αν τυχαία σφάλλεις να τρέξει να σε βοηθήσει. - Μάλιστα, είπε.
― Καθόλου δεν θα σε ενδιέφερε να γίνει εχθρός σου ή φίλος σου ο συνοδοιπόρος ή συνταξιδιώτης σου σε πλοίο ή όποιος άλλος συναντηθεί μαζί σου ή νομίζεις πως πρέπει να φροντίζεις για την εύνοια αυτών;
― Μάλιστα, είπε, να φροντίζω για την εύνοια τους.
― Οπότε είσαι προδιατεθειμένος για αυτούς να φροντίζεις, την δε μητέρα σου, η οποία σε αγαπά περισσότερο από όλους, δε νομίζεις πως πρέπει να την τιμάς; Δεν ξέρεις πως κι η πόλη ακόμη, για τις άλλες αχαριστίες αδιαφορεί, ούτε καν τις δικάζει, παραβλέπει εκείνους που έχουν ευεργετηθεί και δεν αποδίδουν την ευεργεσία, αν όμως κάποιος δεν περιποιείται τους γονείς του, σε αυτόν και τιμωρία επιβάλλει και τους απαγορεύεται να γίνει άρχοντας, επειδή ούτε οι θυσίες με ευσέβεια θα τελούνταν ούτε τίποτε άλλο καλώς και δικαίως θα έκανε. Και μα την αλήθεια, αν κανείς, όταν πεθάνουν οι γονείς του, δεν στολίζει τους τάφους τους, και αυτό το εξετάζει η πόλη κατά την δοκιμασία των αρχόντων. Εσύ λοιπόν παιδί μου θα πρέπει, αν είσαι φρόνιμος, τους μεν θεους θα παρακαλέσεις να σε συγχωρήσουν, για το ότι έχεις παραμελήσει την μητέρα σου, μήπως και αυτοί, άμα καταλάβουν ότι είσαι αχάριστος, δεν θελήσουν να σε ευεργετήσουν, από δε τους ανθρώπους να φυλαχτείς, γιατί αν αντιληφτούν, ότι παραμελείς τους γονείς σου, όλοι θα σε περιφρονήσουν, και θα βρεθείς χωρίς φίλους. Γιατί αν σε νομίσουν πως είσαι αγνώμων προς τους γονείς, κανείς δεν θα θέλει να πιστεύει ότι, αν σε ευεργετήσει, θα λάβει πίσω την ευεργεσία.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Ξενοφών · Ἀπομνημονεύματα Σωκράτους